Καλά, κάτσε να σου πω τι έγινε λες κι ακούς από φίλη που τα διηγείται από κοντά.
Ο Ανδρέας το 'σκασε Κυριακή βράδυ, τη στιγμή που η Ελένη δίπλωνε σχολαστικά τα σιδερωμένα πουκάμισα. Μπαίνει στο υπνοδωμάτιο, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, και το πετάει λες και λέει ότι χάλασε ο θερμοσίφωνας:
– Ελενίτσα, δεν αντέχω άλλο, πνίγομαι.
Εκείνη ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Άφησε ένα πουκάμισο, πήρε το επόμενο.
– Από τι;
– Από τη ρουτίνα, από όλα. Κάθε μέρα το ίδιο. Ξύπνα, φάε, δούλεψε, γύρνα, φάε, κοιμήσου. Και όλα repeat.
Η Ελένη τακτοποίησε τα μανίκια, ίσιωσε το γιακά. Πενήντα ενός χρόνων εκείνη, πενήντα τριών αυτός. Εικοσιέξι χρόνια σ εκείνο το διαμέρισμα στην Ίωνος Δραγούμη. Μεγάλωσαν τον γιο, τον Πέτρο, που εδώ και πέντε χρόνια μένει στη Θεσσαλονίκη, παίρνει τηλέφωνο μόνο στις γιορτές.
– Και τι θες να κάνεις δηλαδή; ρώτησε ήρεμα.
– Θέλω να φύγω. Λίγο να μείνω μόνος μου, να πάρω αέρα.
Έμεινε εκείνη, αλλά όχι από φόβο. Τον κοίταξε καλά όπως κοιτάς κάποιον όταν σου λέει κάτι που κατά βάθος περίμενες καιρό.
– Πού να πας;
– Να νοικιάσω κάπου, να περάσω λίγο μόνος, να δω πώς είναι.
– Εντάξει, είπε η Ελένη και πήρε το επόμενο πουκάμισο.
Ο Ανδρέας περίμενε άλλη αντίδραση. Έγειρε λίγο μπροστά.
– Δε θες να πεις τίποτα;
– Τι να πω; Είσαι μεγάλος άνθρωπος, Αντρέα. Θες να φύγεις, φύγε.
– Δε θα κάνεις καβγά;
Δίπλωσε ήρεμα το πουκάμισο, το έβαλε στη στοίβα και του ρίχνει μια καθαρή ματιά.
– Όχι. Μόνο ένα πράγμα θέλω.
– Ποιο;
– Να μην πάρεις τηλέφωνο για αηδιούλες. Πού είναι το τάδε, πώς ανοίγει το δείνα, πού έβαλα εγώ το άλλο. Τα βρίσκεις μόνος σου, αφού θέλεις να φύγεις.
Έμεινε εκείνος σιωπηλός.
– Αυτό μόνο δηλαδή;
– Αυτό.
Ο Ανδρέας είχε προετοιμαστεί για κλάματα, κατηγορίες, ιστορίες για γιους και χρόνια, για το πώς δεν γίνεται να αφήνεις έτσι μια οικογένεια. Είχε σκεφτεί και τις απαντήσεις του. Αυτή όμως, δίπλωνε πουκάμισα.
– Εντάξει, είπε στο τέλος. Θα μαζέψω τα πράγματά μου.
– Μάζευε.
Μπαίνει στην ντουλάπα, στέκεται ώρα, χαζεύει τα ράφια… Τελικά, βάζει στη βαλίτσα τζιν, μπλουζάκια, κάλτσες, ξυριστική μηχανή, φορτιστή, ένα βιβλίο που είχε μήνες να ακουμπήσει. Βγαίνει στο διάδρομο. Η Ελένη είχε ήδη πάει στην κουζίνα, έφτιαχνε φασαρία με κάτι κατσαρόλες.
– Φεύγω, φώναξε προς την κουζίνα.
– Καλή τύχη, έρχεται η φωνή της.
Κλείνει η πόρτα πίσω του. Στέκεται για λίγο στη σκάλα, ακούγοντας αν θα ακολουθήσει τίποτα. Τίποτα. Μούγγα.
Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ.
***
Μέσα σε δυο μέρες βρήκε γκαρσονιέρα με τη βοήθεια γνωστού. Μικρή, σε διπλανό στενό, τέταρτος όροφος, με θέα στην εσωτερική αυλή. Ο ιδιοκτήτης, ένας γιατρός συνταξιούχος με μουστάκι, έδειξε γρήγορα το σπίτι, πήρε δύο ενοίκια μπροστά (δηλαδή, έξι κατοστάρικα συνολικά σε ευρώ) και αποχώρησε. Το σπίτι είχε έναν καναπέ, ένα τραπεζάκι, δυο καρέκλες, ένα αρχαίο ψυγείο και μια παμπάλαια κουζίνα υγραερίου. Στις κουρτίνες κυριαρχούσε ένα απαίσιο μουσταρδί.
Αφήνει ο Ανδρέας τη βαλίτσα, κάθεται στον καναπέ, ψάχνει το χώρο.
Τσιμουδιά. Κανείς δεν περπατά από διπλανό δωμάτιο, κανείς δεν του λέει να φάει. Ξαπλώνει ανάσκελα, χέρια στο κεφάλι και σκέφτεται: αυτό είναι, λοιπόν. Αυτή είναι η ελευθερία.
Οι δυο πρώτες μέρες παραλίγο καλές. Ξυπνάει όποτε τον βολεύει, τρώει ό,τι βρει, γυρνάει με τις κάλτσες όλη μέρα και λογαριασμό σε κανέναν. Το βράδυ τηλεφωνεί στον παλιό φίλο, τον Σωτήρη, λένε τις αμπελοφιλοσοφίες τους. Ο Σωτήρης μόνο που δεν τον χειροκρότησε.
Την τρίτη μέρα, ξεμένει ο Ανδρέας από καθαρές κάλτσες.
Κοιτάει το πλυντήριο, εκείνο το στριμωγμένο, στρογγυλό που βρήκε στο μπάνιο. Ανοίγει πόρτα, κλείνει. Πουθενά η σκόνη. Θυμάται μάλλον είπε ο σπιτονοικοκύρης για ντουλάπι κάτω από το νιπτήρα. Βρίσκει το απορρυπαντικό Για λευκά και χρωματιστά. Ρίχνει στην τύχη, διαλέγει πρόγραμμα, πατάει εκκίνηση.
Βρυχάται η μηχανή.
Μετά από ώρα, βγάζει τις κάλτσες και… μισοβρεγμένες, κάτι ροζ σκιές επάνω τους. Θυμάται στο καπάκι ότι πέταξε μέσα μαζί και μια κατακόκκινη καινούργια μπλούζα.
Τις άπλωσε στη σόμπα. Στέγνωσαν κάπου το επόμενο βράδυ.
Την τέταρτη μέρα προσπαθεί να μαγειρέψει σωστό φαγητό. Παίρνει φιλέτο κοτόπουλο, πατάτες, κρεμμυδάκι, βρίσκει τηγάνι ξεσκισμένο. Βάζει λάδι, αλλά τσιτσιρίζει φουλ. Ρίχνει το στήθος ολόκληρο, κολλάει. Καθαρίζει πατάτες τις μισές τις πετάει μαζί με τη φλούδα. Το κρεμμύδι τον κάνει να δακρύζει σα μωρό.
Στο τέλος, ό,τι έβγαλε μοιάζει με ισοπέδωση: απ’ έξω καφέ, μέσα ωμό. Έφαγε ό,τι στάθηκε, τα υπόλοιπα τα πέταξε, μετά κάλεσε σουβλάκια.
Μετά από μια βδομάδα μέτρησε τι ξόδεψε στη διανομή. Σχεδόν όσο ξοδεύανε με την Ελένη ολόκληρο μήνα για σούπερ μάρκετ. Είπε να σοβαρευτεί. Πήρε φακές, τις έβρασε, του πέτυχαν κάπως κι ένιωσε ένα μικρό καμάρι.
Αλλά το νοικοκυριό τον πλάκωνε αργά αλλά σταθερά.
***
Δέκα μέρες μετά, φούντωσε το κακό.
Έκανε μπάνιο και, μόλις πάτησε στην πετσέτα, είδε το νερό να ανεβαίνει στο πάτωμα λασπωμένο, θολό. Άνοιξε το σιφώνι, τίποτα. Η Ελένη του 'λεγε καμιά φορά να ξεβουλώσεις το σιφώνι. Τότε την κορόιδευε ότι φωνάζει χωρίς λόγο.
Κατεβαίνει στα γόνατα να δει τι παίζει από κάτω. Είχε ένα πλαστικό βιδωτό. Το αγγίζει ο τύπος και του μένει στο χέρι, μαζί με μια ορμητική μάζα νερού φουλ σκοτάδι, φουλ κρύο.
Γλιστράει, τα κάνει μούσκεμα, προσπαθεί να κουμπώσει το πλαστικό πίσω, τίποτα. Η νεροποντή πλημμυρίζει όλο το μπάνιο. Τρέχει κουτσά στραβά στο κινητό, ψάχνει πανικόβλητος πώς κόβεις τα νερά, θυμάται κάτι για βάνα κάτω απ το νεροχύτη της κουζίνας, διακόπτει το νεράκι, γυρνάει στα μούτρα.
Η εικόνα στο μπάνιο μετά τον κατακλυσμό. Χαλάκι, πετσέτες, όλα τίγκα νερό.
Κάθεται κατάχαμα στον διάδρομο, στα βρακάκια, και κοιτάει τη ντουλάπα.
Η πρώτη του σκέψη πάει στην Ελένη. Όχι καν σκέψη αντανακλαστικό. Να της πει να του πει τι να κάνει. Ήδη το χέρι φτάνει στο κινητό, ήδη πάει να πατήσει πάνω στο όνομά της και τσουπ, θυμάται: μην παίρνεις για τέτοια.
Το άφησε κάτω.
Στο τέλος πήρε τον Σωτήρη.
– Σώτη, ξέρεις πώς φτιάχνεις σιφώνι;
– Τι λες, ρε; Εγώ καλώ μάστορα. Θες να σου δώσω τηλέφωνο;
Ο υδραυλικός ήρθε την επόμενη. Δεκαπέντε λεπτά, άλλαξε παρεμβύσματα. Πήρε λεφτά που για δυο λεπτά ο Ανδρέας τον κοιτούσε με τόση απορία όση δικαιολογείται στη φάση.
– Είναι φυσιολογική τιμή; τον ρωτάει.
– Κανονική, του απαντάει κοιτώντας αλλού.
Κλείνει πίσω του την πόρτα και συνειδητοποιεί: η Ελένη ποτέ δεν τους φώναζε γι αυτά. Όλα τα έκανε μόνη της. Ούτε είχε προσέξει πότε, ποια μαγικά, απλά γινόντουσαν.
***
Κάπου τότε, του ήρθε ιδέα που του φάνηκε καλή.
Βρίσκει τη Δήμητρα, παλιά του συμπάθεια, κάπου πριν γνωρίσει Ελένη είχαν κάτι σαν φλερτ. Εκείνη πλέον διαζευγμένη με μία κόρη, τα είχαν πει και σποραδικά σε κοινές παρέες.
– Δήμητρα, γεια. Ο Ανδρέας Ρούσσος εδώ.
– Αντρέα; Πωπω, πού σε θυμήθηκα!
– Ε… μένω μόνος. Λέω να τα πούμε έξω, ένα φαγητό, τί λες;
Κοντοστάθηκε, μετά το πήρε ζεστά.
– Μένεις μόνος από ποιόν;
– Από τη γυναίκα μου.
– Χωρίσατε;
– Ε, υπό διαδικασία.
– Εντάξει, να βρεθούμε, γιατί όχι!
Τα είπαν σε ένα μπαράκι στο κέντρο. Εκείνη, με ωραίο πανωφόρι, περιποιημένη, με κοντό μαλλί. Πήραν από ένα κρασί, λέγανε τα γνωστά για κοινούς γνωστούς. Κάποια στιγμή του λέει:
– Πώς πας στη ζωή, τι κάνεις;
– Δουλεύω ακόμη σε τεχνική εταιρεία. Προϊστάμενος αποθήκης.
– Και τώρα πού μένεις;
– Μισθώνω εκεί στην Καλλιρόης.
– Εκεί καλά;
Θέλει να πει ναι αλλά λέει:
– Καλά, απλώς το πλυντήριο δεν στύβει καλά και η κουζίνα είναι για πέταμα.
Η Δήμητρα τον κοιτάει με ένα βλέμμα… Μετά καταλαβαίνει ότι ήταν οίκτος. Όχι ερωτικός, πιο πολύ σα να λυπάσαι έναν που κάτι του λείπει.
– Μάλιστα, το ξαναλέει εκείνη.
Η κουβέντα στραβώνει. Πιάνουν τα παιδιά εκείνος για τον Πέτρο, εκείνη για την κόρη της. Μετά ήπιε και το δεύτερο ποτήρι, του είπε πως έχει να ξυπνήσει νωρίς, τον χαιρέτησε κι έφυγε.
Εκείνος γύρισε σπίτι και βρήκε μόνο μια σακούλα μακαρόνια τα οποία έβρασε στο βιαστικό. Η Δήμητρα δεν ξαναεπικοινώνησε ούτε εκείνος.
***
Παράλληλα πήρε τον Σωτήρη πάλι να κανονίσουν έξοδο. Ο Σωτήρης: Παρασκευή ναι αλλά μέχρι τις οχτώ, γιατί η Βάσω έχει σύλλογο γονέων. Ο Παντελής: Εντάξει, αλλά να με πας μετά σπίτι, δεν πίνω απόψε, το Σάββατο πάμε στην πεθερά.
Βρεθήκαν τρεις σε ένα μπαρ κοντά στο μετρό. Πίναν μπίρες, λέγανε για μπάλα και δουλειά. Ο Σωτήρης τον ρωτάει:
– Πώς τα πας μόνος;
– Μια χαρά, τους λέει ο Ανδρέας.
– Η Ελένη σε παίρνει καθόλου;
– Όχι.
Ο Σωτήρης κι ο Παντελής κοιτιούνται.
– Καθόλου ρε; ξαναρωτάει ο Παντελής.
– Τίποτα.
Κοιτιούνται πάλι. Ο Σωτήρης μπερδεύει το ποτήρι.
– Περίεργο, εγώ κάθε μέρα θα με είχε πάρει η Βάσω.
– Εμένα, τίποτα, επιμένει ο Ανδρέας.
– Ή καλό είναι ή κακό, σχολιάζει σκεφτικά ο άλλος.
– Δηλαδή;
– Ή ζει καλά μόνη, ή ζει καλύτερα μόνη.
Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Ή μάλλον το σκεφτόταν κάθε μέρα αλλά δεν ήθελε να το πει φωναχτά.
Οχτώ παρά, οι άλλοι ντύνονται να φύγουν. Εκείνος κάθεται μόνος, παίρνει άλλη μια μπίρα, μένει ως το κλείσιμο.
***
Η Ελένη, ταυτόχρονα, τις πρώτες μέρες όντως μπερδεύτηκε αλλά παράξενα. Δεν ήταν κενό πιο πολύ έξτρα χώρος στη ζωή της, σαν ν’ άλλαξαν θέση τα έπιπλα κι ακόμα να αποφασίσεις αν σου αρέσει.
Παίρνει φίλη τη Ζωή, τη δεύτερη μέρα.
– Έφυγε, λέει.
– Πού;
– Νοίκιασε. Λέει „πνιγόμουν”.
Και η Ζωή: – Εσύ πώς είσαι;
– Καλά, κατά βάθος, της λέει. Με παραξενεύει που δεν έκλαψα.
Κι η Ζωή: – Μήπως τώρα θα σου βγει;
– Ίσως. Θα δείξει.
Της παίρνει μετά η Μάρθα, η άλλη φίλη απ’ τη σχολή, παλιά γνώριμη 25 χρόνων. Αυτή, πιο ωμή.
– Δόξα τω Θεώ! Ελένη, στο 'λεγα δέκα χρόνια.
– Γιατί το 'λεγες;
– Εσύ νοικοκυρά χωρίς να πληρώνεσαι!
– Μάρθα, εντάξει…
– Άσε, πότε έκανες τελευταία φορά κάτι για σένα;
Η Ελένη το σκέφτεται. Δεν θυμάται. „Πέρυσι, που κούρεψα λίγο τα μαλλιά”.
– Ε, αυτό λέω.
Μετά, τη βγάζει για γιόγκα. Στην αρχή αρνήθηκε, μετά είπε „άντε”. Στο γυμναστήριο κοντά στο σπίτι, φοράει φόρμα που είχε να αγγίξει χρόνια και βλέπει ότι το σώμα της έχει ξεχάσει να σκύβει.
– Εντάξει, της λέει η προπονήτρια, όλοι απ’ το μηδέν ξεκινάνε.
Σε δυο βδομάδες λίγο λύνεται. Μετά το μάθημα πίνουν καφέδες, μιλούν άνετα. Είχε πολύ καιρό να μιλήσει απλά, χωρίς να σκέφτεται ότι πρέπει να γυρίσει να μαγειρέψει, να 'ναι το σπίτι έτοιμο για να έρθει ο Ανδρέας απ τη δουλειά.
Καθ τα βράδια, διαβάζει κιόλας. Παλιά την έπαιρνε ο ύπνος μετά από δυο σελίδες· τώρα μπορεί και μια-δυο ώρες.
Μια μέρα την παίρνει ο Πέτρος.
– Μαμά, λέει ο μπαμπάς ότι μένει μόνος.
– Ναι, του λέει.
– Και πώς είσαι;
– Ανάμικτα, του λέει. Αλλά, να σου πω την αλήθεια, καλά.
Ο Πέτρος σιωπά λίγο. „Θα χωρίσετε;”
– Δεν ξέρω ακόμα, δεν το έχω σκεφτεί.
– Δεν είσαι στεναχωρημένη;
– Περισσότερο έκπληκτη, όχι στεναχωρημένη.
Ο Πέτρος πάντα το 'παιρνε αργά το μάθημα.
– Άμα θες, πάρε μου τηλέφωνο.
– Κι εσύ να παίρνεις, όχι μόνο στις γιορτές.
***
Ήρθε μια στιγμή που στάθηκε με το σφουγγάρι στη μέση της κουζίνας, κράτησε το ποτήρι κι ένιωσε… εικοσιέξι χρόνια. Πάρα πολλά. Αν το καλοσκεφτείς, πάνω απ τη μισή σου ζωή. Γέμισαν με τα πάντα, ακόμα και με καλά πράγματα: το πρώτο σπίτι, που το έφτιαξαν μόνοι τους, τα γδαρμένα χέρια. Ο Πέτρος, μικρός, με τα γόνατα στη μπεταντίνη. Τα ταξίδια, με χαζά γέλια που δεν θυμόταν καν το λόγο, αλλά το γέλιο έμεινε.
Όλα αυτά πλέον παρελθόν, σαν τις παλιές φωτογραφίες στο άλμπουμ.
Έμεινε, της πέρασε, πήγε για γιόγκα.
***
Ο Ευγένιος εμφανίστηκε σχεδόν τυχαία.
Η κυρία από κάτω, η Δέσποινα, ηλικιωμένη με καλή μνήμη και μεγάλη όρεξη για κουβέντα, ζήτησε να της αλλάξει μια λάμπα. „Θα 'ρθει ο γιός μου σε μια βδομάδα, αλλά δε βλέπω στο διάδρομο.” Η Ελένη της την άλλαξε, ήπιαν και ένα τσάι. Εκεί πάνω σκάει μύτη ο γιος όχι αυτός που περίμεναν, ο άλλος.
Ο Ευγένιος, σαρανταοκτώ χρονών, μούσι περιποιημένο, καλό μπουφάν, λίγο κουρασμένα μάτια.
– Μάνα, πάλι βάζεις σε δουλειές τους άλλους;
– Η Ελένη το πρότεινε, απαντάει με αυτοπεποίθηση η κυρά Δέσποινα.
Ο Ευγένιος γυρίζει στην Ελένη.
– Ευχαριστώ, το εκτιμώ. Δεν πήρα χαμπάρι ότι κάθεται στα σκοτάδια η μάνα.
– Μην το συζητάτε, λέει η Ελένη.
Λίγο στήνουν κουβέντα στην πόρτα. Βγαίνει πως δουλεύει κι αυτός στις κατασκευές, σε άλλη εταιρεία. Εκείνη τον πληροφορεί: „Λογίστρια είμαι.” Έφυγε, έφυγε κι εκείνη.
Μέσα στη βδομάδα, της χτυπάει ο ίδιος το κουδούνι: έφερε πράγματα στη μάνα, της φέρνει και σοκολατάκια για την εξυπηρέτηση.
– Δεν έπρεπε, του λέει, αλλά τα παίρνει.
– Λέτε να περάσω ένα λεπτό; Έχω μια ερώτηση για το δικό σας Ανδρέα, άκουσα ότι δουλεύει στα εργοτάξια, ήθελα συμβουλή για προμηθευτές.
Η Ελένη κοντοστάθηκε.
– Ο Ανδρέας πια μένει αλλού. Αν θες δίνω το τηλέφωνό του.
– Εντάξει, οπότε δεν ενοχλώ.
Έφυγε. Μετά από λίγες μέρες, την παίρνει να της πει ότι βρήκε αλλιώς άκρη και προσφέρει καφέ, έτσι, γειτονικά. Εκείνη ζυγίζει, δέχεται.
Πήγαν σε καφέ στη γωνία. Λέγανε για δουλειές, για τη μάνα του, για το πώς άλλαξε η γειτονιά. Εκείνος χαμογελαστός, μαλακός, ήξερε να ακούει, να γελάει ακόμη και πριν τελειώσει τη φράση του.
– Παντρεμένη πολλά χρόνια; τη ρωτάει απλά.
– Εικοσιέξι… ήμουν τώρα άγνωστο.
– Αυτά συμβαίνουν, λέει ο Ευγένιος.
Κάθισαν καμιά φορά ακόμα. Τίποτα πίεση, κανένα βιάσιμο. Μια απλότητα της άρεσε αυτό· μετά από τόσα χρόνια, ο αέρας της μη υποχρέωσης ήταν δώρο.
***
Ο Ανδρέας, τώρα, άρχισε να προσέχει πράγματα που δεν είχε ιδέα πως κουβαλά.
Π.χ. δεν ξέρει να περιμένει. Καθόλου. Παλιά όλα γίνονταν από μόνα τους: φαΐ, ρούχα, αν χάλαγε κάτι, άλλο χέρι το διόρθωνε. Τώρα μέχρι να στεγνώσουν κάλτσες, να βράσει νερό, να έρθει μάστορας, ξεμάθει το μυαλό του να σταθεί.
Ή το άλλο: να τρώει μόνος. Εικοσιέξι χρόνια ένας άνθρωπος απέναντι. Πρώτα ο Πέτρος, μετά ο Πέτρος μεγάλωσε, απλά η Ελένη, εκεί. Είτε μιλούσε είτε όχι, παρουσία είχε πάντα. Εδώ, μόνο η σιωπή του κενού.
Βάζει τηλεόραση, κάνει ότι τρώει συντροφιά.
Τρίτη βδομάδα πήρε τον Πέτρο.
– Έλα, γιε μου.
– Έλα, μπαμπά. Τι νέα;
– Καλά, μένω Καλλιρόης.
– Το ξέρω, μου το είπε η μαμά.
– Η μαμά, πώς;
Ο Πέτρος το σκέφτεται μια ανάσα παραπάνω.
– Καλά. Μου λέει ότι πάει στο γυμναστήριο, βλέπει παρέες, γελά.
Ο Ανδρέας το καταπίνει.
– Δεν της λείπω;
– Μπαμπά, με πήρες για να μάθεις αν σου λείπει;
– Όχι, έτσι ρωτάω.
– Είναι μια χαρά. Κι εσύ μια χαρά. Έτσι είναι καλό.
Το 'κλεισε, βυθίστηκε σε αδιόρατο συναίσθημα. Όχι θυμός, κάτι άλλο… Σα να βήχεις χωρίς λόγο.
***
Μια μέρα, 23η, μέσα στο ασανσέρ γνωρίζει τη Μυρτώ: νέα γειτόνισσα, γύρω στα 35, είχαν ξαναανταμώσει.
– Εσείς είστε ο καινούριος; τον ρωτάει.
– Προσωρινά, λέει.
– Ε, χώρισες με τη γυναίκα δηλαδή…
Τον αιφνιδίασε η απλότητά της.
– Ε, ναι.
– Συμβαίνει, του λέει χωρίς βαρύγδουπες, τρίτος όροφος ήσουν; Ο προηγούμενος τραγουδούσε ξημερώματα.
– Όχι, τέταρτος. Αυτό με τις μουσταρδί κουρτίνες.
– Ξέρω, ο κύριος Δανιήλ. Τις δίνει μόνο σε μόνο άντρες, λέει του είναι πιο ήσυχο.
Μένει εκείνη στον πρώτο. Δουλεύει κτηνίατρος, έχει γάτο και φυτά.
Μια φορά τη βοηθά με τα ψώνια, τον καλεί για τσάι. Καθαριότητα, τάξη, ζεστό σπίτι, μυρωδιές κανέλας. Κουβέντα χαλαρή. Εκείνος όμως σκέφτεται πως εκεί μέσα όλα γυαλίζουν και σπίτι του παραμένει νεροχύτης με πιάτα από προχθές.
Συνέχισαν να τα λένε τυχαία στον ανελκυστήρα, στα γραμματοκιβώτια· ποτέ δεν έγινε τίποτα δεν θα μπορούσε κιόλας, αν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του. Ήταν σα να 'χε ξεκινήσει μια φράση που δεν λέει τέλος.
– Θα μείνετε πολύ εδώ; τον ρωτάει κάποια στιγμή.
– Δε ξέρω, λέει αυτός.
– Μοιάζετε με κάποιον που δεν αποφάσισε ακόμα που πάει.
– Μάλλον ναι.
– Να προσέξετε μόνο μην κολλήσετε πολύ. Κόλλησα σχεδόν δύο χρόνια εγώ.
Το θυμήθηκε.
***
Την 31η μέρα κατεβαίνει στη λαϊκή, παίρνει χρυσάνθεμα. Όχι για να τα δώσει σε κάποια, έτσι του ήρθε η Ελένη πάντα τα προτιμούσε απ’ τα τριαντάφυλλα: „Τα τριαντάφυλλα φαίνονται υποχρεωτικά.”
Τα αγόρασε, τα πήρε, πήγε ως την Δραγούμη.
Με το που στάθηκε, πάτησε το κουδούνι. Πλέον άλλη κουδούνα, παρατήρησε.
Ακούει βήματα πίσω γυναικεία, μετά αντρική φωνή. Μένει ξερός.
Η πόρτα μισανοίγεται με αλυσίδα καινούρια, ούτε αυτή υπήρχε παλιά. Η Ελένη να τον κοιτάζει. Βλέπει τα λουλούδια, το ύφος της ουδέτερο.
– Αντρέα…
– Ελένη, ήρθα.
– Το βλέπω.
– Να… σου 'φερα λουλούδια.
Εκείνη, χωρίς θυμό, χωρίς δάκρυα χωρίς καμία έξαρση „έντονου συναισθήματος”.
– Αντρέα, δε θ ανοίξω.
– Γιατί; βγήκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
– Άλλαξα κλειδαριές.
– Βλέπω. Μα γιατί;
Πίσω της κάποιος περνάει. Ένας άντρας. Ο Ανδρέας τον κοιτάει.
– Ποιος είναι; ρωτάει.
– Δεν είναι δική σου δουλειά, του είπε φυσικά.
– Περίμενε, Ελένη. Έχω καταλάβει πράγματα.
– Τι έχεις καταλάβει;
Άνοιξε το στόμα, το κλείνει. Προσπαθεί πάλι.
– Ότι μαζί σου ήταν καλά. Δεν το εκτίμησα. Ήταν μεγάλο λάθος.
Στάθηκε λίγο σιωπηλή. Τον κοιτούσε με τα μάτια της πίσω από την αλυσίδα.
– Ξέρεις κάτι, Ανδρέα; Το πήρες χαμπάρι ότι περνούσες καλά, αλλά ούτε κατάλαβες γιατί περνούσες καλά. Νομίζεις πως έλειπα εγώ· σου έλειπε που κάποια δίπλωνε τα πουκάμισά σου.
– Αυτό είναι άδικο.
– Ίσως, αλλά αληθινό.
– Ελένη, εικοσιέξι χρόνια…
– Τα ξέρω. Είχαν και καλές στιγμές. Αλλά δεν θέλω άλλα εικοσιέξι με τον ίδιο τρόπο.
– Όχι μια ευκαιρία;
Με κοίταξε. Σκέφτηκε πολλή ώρα. Μετά είπε:
– Ξέρεις το πιο περίεργο; Κι εγώ άρχισα να ανασαίνω. Κι εγώ πνιγόμουν. Απλά δεν το έλεγα.
Έμεινα εκεί με τα χρυσάνθεμα.
– Ελένη…
– Πήγαινε, Ανδρέα. Πάρε τον Πέτρο, μίλησέ του. Όχι για μένα απαραίτητα έτσι, μίλα του.
Η πόρτα έκλεισε ήρεμα, ο ήχος του κλειδαριού απ τους πιο σίγουρους στον κόσμο.
Έμεινα λίγο, το μπουκέτο σχεδόν στη γη. Τα λουλούδια ζωντανά, δεν είχαν ιδέα.
Σιωπή στη σκάλα.
Γύρισα προς το ασανσέρ.
***
Πάτησα το κουμπί, ήρθε αμέσως. Έβλεπα το είδωλό μου στο καθρέφτη άντρας με λουλούδια και βλέμμα ανθρώπου που τέλειωσε κάτι μεγάλο. Ή ίσως που μόλις ξεκινά κάτι άλλο.
Έξω είχε σκοτεινιάσει, τα φώτα στους δρόμους, ο κόσμος σε ρυθμούς του. Προχώρησα σιωπηλός, μπουκέτο ακόμη στο χέρι.
Κάπου εκεί, έξω από το μετρό, καθόταν μια γιαγιά που τάιζε περιστέρια. Ακούμπησα το μπουκέτο δίπλα της.
– Πάρτε αν θέλετε, της λέω.
Με κοιτάει, κοιτάει τα λουλούδια.
– Ωραία λουλούδια. Δεν τα πήραν;
– Δεν τα πήραν.
– Έτσι είναι, μου απαντάει σα να ήξερε.
Έφυγα. Όλα στη θέση τους· σπίτια, ζωντανοί άνθρωποι. Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και γύρισε στο βράδυ και στη νέα της ζωή, που μάλλον της ταίριαζε καλύτερα. Ο Πέτρος κάπου γύριζε σπίτι του, έπρεπε να τον πάρω έτσι, απλώς.
Στο σπίτι μου, η κουζίνα μύριζε άπλυτα, κουρτίνες μουσταρδί.
Έβγαλα το κινητό.
***
Στο μετρό, κοιτούσα το μαύρο τζάμι τίποτα να δεις απ έξω, μόνο το ασαφές είδωλό μου.
Παράξενο πράγμα, σκεφτόμουν χωρίς να σκέφτομαι τίποτα σπουδαίο. Ένα „παράξενο πράγμα”, τίποτα άλλο.
Το τρένο έτρεχε μπροστά. Οι σταθμοί αλλάζαν, ο κόσμος διαφορετικός, μικροί, μεγάλοι, κάτι κουρασμένοι, άλλοι με σακούλες, άλλοι χαζεύουν το κινητό. Κανένας δεν ήξερε τίποτα για μένα, τα χρυσάνθεμά μου, τα χρόνια μου, την πόρτα που μου έκλεισαν στο πρόσωπο.
Έφτασα στη στάση μου, βγήκα στον καθαρό αέρα.
Κρύο, ο αέρας μύριζε τον πρώτο χειμώνα.
Στάθηκα λίγο, σήκωσα το κεφάλι, είδα τον ουρανό σκοτεινός, φυσιολογικός ουρανός.
Γύρισα σπίτι.
***
Κείνη τη νύχτα, στις δύο, στο ταβάνι τα κοιτούσα τίποτα δεν είχε αλλάξει, οι κουρτίνες μουσταρδί κρατούσαν έξω τα φώτα, το ψυγείο βόγγαγε που και που. Όλα όπως πάντα.
Ξαφνικά, θυμήθηκα κάτι που είχα ξεχάσει χρόνια. Κάποια οχτώ-δέκα χρόνια πριν πεταχτήκαμε στο χωριό της Ελένης στους γονείς της. Βραδάκι στη βεράντα, τρώμε, μιλάμε λίγο, κι ήταν μια σιωπή καλή. Όχι βαριά αυτή που λες ναι, έτσι είναι ωραία.
Τότε το σκέφτηκα. Δεν το είπα. Ούτε ποτέ μετά.
Τώρα δεν θυμόμουν πότε το σκέφτηκα τελευταία φορά.
Αρχίζει να χιονίζει ελαφρώς έξω.
Στο σπίτι μου, ησυχία.
***
Το πρωί έβαλα το βραστήρα. Σκέφτηκα να πάρω και σωστές κούπες από μαγαζί. Αυτές εδώ είχαν σπασμένη άκρη και με πείραζαν.
Σκέφτηκα να πάρω τον Πέτρο.
Σκέφτηκα ότι η δουλειά με είχε μείνει πίσω, τώρα θα βγει το τρίμηνο.
Σκέφτηκα τι είπε η Ελένη. Κι εγώ πνιγόμουν, αλλά δεν το μοιραζόμουν. Δεν το ήξερα. Ή το ήξερα αλλά δεν το έκανα σημαντικό. Ήταν πάντα εκεί, πάντα να κάνει ό,τι έπρεπε, και ποτέ δεν τη ρώτησα αν ήθελε, αν της άρεσε. Ήταν κομμάτι της ρουτίνας αυτής που εγώ θεωρούσα φυλακή, χωρίς να υποψιάζομαι ότι και για κείνη ήταν το ίδιο μόνο που εκείνη έπλενε τα πουκάμισά μου ενώ ήταν κι αυτή φυλακισμένη.
Σφύριξε το βραστήρι.
Έβαλα νερό στη σπασμένη κούπα και έκανα τσάι.
Στο παράθυρο, το χιόνι έπεφτε τώρα κανονικά, λευκό και στρωτό, γέμισε το περβάζι.
Έβγαλα το κινητό, βρήκα τηλεφώνημα: Πέτρος.
Το έκλεισα.
Μετά το πήρα ξανά.
– Πέτρο, εγώ είμαι, ο μπαμπάς. Έτσι χωρίς λόγο παίρνω. Εσύ τι κάνεις;
– Καλά, μπαμπά. Δουλεύω. Έχεις χιόνι;
– Μόλις άρχισε.
– Κι εδώ.
Σιωπή για λίγο. „Ζωντανή” σιωπή.
– Μπαμπά, πως είσαι στ’ αλήθεια;
Κοίταξα έξω. Το χιόνι λευκό, τώρα πια τίποτα δεν φαινόταν ξεκάθαρο.
– Ακόμα το ψάχνω, του λέω.
– Άμα θες πάρε με, μου λέει.
– Θα σε παίρνω, και να παίρνεις κι εσύ. Όχι μόνο στις γιορτές.
– Οκ, μπαμπά.
Κλείσαμε. Ήπια μια γουλιά τσάι. Ουδέτερο, αλλά εντάξει.
Το χιόνι κι έξω και μέσα.
***
Πάνω-κάτω ταυτόχρονα, στην άλλη άκρη της πόλης, η Ελένη έβλεπε έξω από το παράθυρο κι έπινε καφέ. Ο Ευγένιος είχε ήδη φύγει, δεν έμενε ποτέ το βράδυ έτσι το είχαν και οι δύο. Ακόμη δεν χρειαζόταν βιασύνες.
Σκεφτόταν τον Ανδρέα, αλλά χωρίς πίκρα, χωρίς χαμόγελο ούτε. Απλά όπως σκέφτεσαι κάποιον με τον οποίο έζησες πολλά.
Δε θύμωνε πια. Είχε περάσει η εποχή του θυμού. Πάντα φαινόνταν ήρεμη αλλά μέσα της θύμωνε για αυτά που δεν λέγονταν. Ότι δε ρώταγε ποτέ αν περνάει η ίδια καλά, αν η ρουτίνα που σιχαινόταν εκείνος στήθηκε από τα χέρια της. Ότι βαριόταν, ενώ εκείνη δεν είχε καν πρωί να βαρεθεί.
Ο θυμός έσβησε. Έμεινε κάτι ήσυχο και σταθερό.
Έπιασε το κινητό κι έγραψε στη Ζωή: „Πάμε γιόγκα αύριο; Η απάντηση ήρθε αμέσως: „Σε περίμενα να το πεις!”
Χαμογέλασε, άφησε το φλιτζάνι.
Κι έξω της έπεφτε το ίδιο χιόνι.
***
Εκείνο το βράδυ, ο Ανδρέας πήρε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη θα το κρατήσω δυο μήνες ακόμα.
– Εντάξει, πληρωμή μπροστά, είπε ο άλλος.
Πέρασε από το Πολυκατάστημα, πήρε δύο καινούριες κούπες, μετά μία ακόμα μπορεί να χρειαστεί. Στο σούπερ μάρκετ για υλικά: μπούτι κοτόπουλο, κρεμμύδι, καρότο, πατάτα. Σημείωσε συνταγή στο κινητό τέσσερα βήματα. Στο τέταρτο αλάτι κατά βούληση.
Στάθηκε πάνω από την κατσαρόλα. Τι θα πει „κατά βούληση”; Πέταξε και λίγο έξτρα. Βγήκε λίγο αλμυρό, αλλά φαγώσιμο.
Έβαλε σε μπολ, έκατσε να φάει.
Σιωπή φαγητό κάπως νορμάλ.
***
Η ζωή προχωράει, όπως θα προχωρούσε. Η Ελένη πάει γυμναστήριο και καμιά φορά για καφέ με τον Ευγένιο, που δεν τη ζορίζει. Ο Ανδρέας στην Καλλιρόης, μαγειρεύει, παίρνει τον Πέτρο, κανένα μπυρόνι με τον Σωτήρη και τον Παντελή. Διαζύγιο δεν κατέθεσαν ούτε ο ένας ούτε η άλλη θέλει κόπο κι είχαν κουραστεί προς το παρόν.
Τυχαία, σε σούπερ μάρκετ της Δραγούμη, τον βλέπει η Ελένη σε γαλακτοκομικά, σοβαρό να μελετά ετικέτα γιαούρτι. Πάει, τον ακουμπάει.
– Ανδρέα.
Γυρνάει. Την κοιτάει, διαφορετικοί κι οι δυο. Εκείνος είχε αδυνατίσει, έδειχνε προσεκτικότερος.
– Έλα, Ελένη.
– Καλά είσαι.
– Μια χαρά εσύ;
– Κι εγώ.
Λίγη αμηχανία.
– Παίρνεις γιαούρτι; ρωτάει.
– Ναι, γιαούρτι ψάχνω.
– Πάρε αυτό, είναι καλό, του δείχνει μια μάρκα.
– Ευχαριστώ.
Έβαλε ο καθένας τα δικά του στο καλάθι. Βγήκαν απ’ το μαγαζί ταυτόχρονα.
– Λοιπόν… καλά να περνάς.
– Κι εσύ, είπε εκείνη.
Άλλος αριστερά, άλλος δεξιά.




