Κατσαρίδες

Κατσαρίδες

Οι κατσαρίδες στο κεφάλι της Μαριλένας στροβιλίζονταν σε έναν ξέφρενο χορό, σαν ζωηρό ζεϊμπέκικο. Σήκωναν τα πόδια σχεδόν σε ρυθμό, «ένα ποδάρι εδώ, δυο εκεί», όσο η μουσική της φαντασίας γινόταν όλο και πιο δυνατή.

Όχι πως πάντα ήταν έτσι ανήσυχοι οι κατσαρίδες της Μαριλένας. Συνήθως ήταν ήσυχες, σχεδόν αριστοκρατικές μια σπάνια, ξεχωριστή φυλή. Πάνω σε αυτό είχε δουλέψει η Μαριλένα επίμονα και με μεράκι. Γιατί, από τη φύση της, της έλειπε εκείνη η σπίθα.

Η γιαγιά της πάντα έλεγε ότι, αν έχεις «κατσαρίδες στο μυαλό», σημαίνει ότι έχεις προσωπικότητα. Ένα λαμπερό ταμπεραμέντο, που μπορεί να κάνει τη ζωή πιο χρωματιστή όχι μόνο για σένα αλλά και για τους γύρω. Λίγη τρέλα χρειάζεται στα συνηθισμένα, έλεγε χωρίς αλατοπίπερο, η καθημερινότητα μοιάζει άνοστη.

Το «αλατοπίπερο» ήταν άλλωστε έκφραση της γιαγιάς της, της Κυριακής προχωρημένη για την εποχή της. Ήξερε όλα τα νέα λογοπαίγνια, ήθελε πάντα να μαθαίνει. Ακόμη και στα ογδόντα της με το κάτι τις, ήταν αεικίνητη.

Η αλήθεια είναι ότι η Κυριακή ήταν προγιαγιά της Μαριλένας αλλά ποιος λογαριάζει τα «προ», άμα η γιαγιά ήταν πάντα εκεί για όλα! Και όταν η αυθεντική γιαγιά είχε φύγει από τη ζωή, η Κυριακή την είχε αντικαταστήσει επάξια. Τέτοια ήταν η μοίρα τους. Τα «προ» και οι λεπτομέρειες, τι τα θες; Ποιος νοιάζεται;

Την Κυριακή η Μαριλένα την αγαπούσε πολύ. Δεν υπήρχε πιο κοντινός άνθρωπος. Η μαμά της ε, εκείνη ήταν μια άλλη ιστορία. Μοναδική: έξυπνη, όμορφη, διευθύντρια του σχολείου τουλάχιστον όχι του σχολείου που φοιτούσε η Μαριλένα! Ευτυχώς χάρη της Κυριακής, που το επέβαλε.

– Γιατί να γεμίσεις το παιδί με τα δικά σου βάσανα;
– Πώς το εννοείς;
– Να σου πω: στο δικό σου σχολείο, Μαριλένα θα είναι απλώς μια μαθήτρια. Στο δικό μου, όμως, θα είναι η κόρη της διευθύντριας. Μην της χαλάς το όνομα! Θα της χρειαστεί μια μέρα. Είναι εύκολο να το χάσει, μα δύσκολο να το φτιάξει πάλι. Είναι πράγματα για ενήλικες αυτά, κατάλαβε το!

Η γιαγιά της μιλούσε πάντα ανοιχτά. Έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί έτσι έπρεπε. Τι πραγματικά συνέβαινε, η Μαριλένα δεν το έμαθε ποτέ με λεπτομέρειες, αλλά το αποτέλεσμα το είδε. Η Κυριακή ανέλαβε τη μητέρα της Μαριλένας από τότε που ήταν πέντε, όταν είχε χαθεί η δική της μάνα η προγιαγιά της. Τι είχε συμβεί; Κανείς τους δεν ήθελε να μιλάει γι αυτό.

– Σύμπτωση, Μαριλένα μου. Ανόητη σύμπτωση. Παγόβουνα Κάποιος δεν καθάρισε την ταράτσα στην ώρα του, και κόστισε μια ανθρώπινη ζωή. Μόνο μία και πάλι καλά. Η μάνα σου ήταν να περνά από εκεί Μόνο που η Μανιώ, ευτυχώς, την έσπρωξε. Και έμεινα εγώ, όχι εντελώς μόνη.
– Γιαγιά, μπορεί δηλαδή κάτι τέτοιο να συμβεί στον καθένα;
– Να σου πω ψέματα; Σε όλους! Σε μένα, σε σένα, στον Πατριάρχη ακόμα Δεν είναι όμως λόγος για να το φοβάσαι.
– Και γιατί να το ξέρει κάποιος;
– Για να ζει! Να ζεις κάθε λεπτό σαν να είναι ο τελευταίος, να δώσεις στον εαυτό σου και στον κόσμο ό,τι μπορείς απλόχερα, πριν προλάβει το σκοτάδι να κυριαρχήσει.

– Γιαγιά, εύκολο στα λόγια είναι. Στην πράξη, δύσκολα.
– Και καλά το χεις σκεφτεί! Αυτό σημαίνει πως μεγαλώνεις σωστά. Οι κατσαρίδες σου μεγαλώνουν με μυαλό!
– Γιαγιά! Σύνελθε, πάλι με τις κατσαρίδες;
Τα ζώα ποτέ δεν άρεσαν στη Μαριλένα άντε, κάτι πεταλούδες, κάτι μελισσούλες, εκεί καλά. Αλλά τις κατσαρίδες, ούτε που να τις δει!

– Ααα! Γιαγιά! Κατσαρίδα!
– Μην τη σκοτώσεις! Μπορεί να χει μικρά!
Κι ενώ η Μαριλένα κολλημένη στον τοίχο τσίριζε, η γιαγιά Κυριακή με μια παντόφλα «στόχευε τον εχθρό» με ακρίβεια και έπαιρνε θέση.
– Όχι άλλα τέρατα, γιαγιά! Τι με νοιάζει αν έχει μικρά;
– Να δω πού είναι! Ετοιμάσου για ξεσκαρτάρισμα, γιατί, αν έχουν μικρά εδώ γύρω, θα τα βρούμε όλα!

Η Μαριλένα γρήγορα κατάλαβε μεγαλώνοντας πως η γιαγιά πιο πολύ τη λυπόταν παρά φοβόταν τα τέρατα. Γιατί ήξερε πως η Μαριλένα μπορούσε να τσιρίζει δυνατά, αλλά στα δύσκολα έχανε την αποφασιστικότητα της.

Αυτή τη διαφορετικότητά της τη γνώριζαν όλοι από τη γιαγιά ως τον προπονητή της ενόργανης γυμναστικής.
– Το κορίτσι σας καλά λυγίζει, δυναμικό έχει, αλλά αργεί να σκεφτεί. Καλύτερα να το δοκιμάσετε αλλού μας είπε ο προπονητής.

Η γιαγιά συμφώνησε και εγγραφή στη λέσχη σκακιού. Εκεί που κανείς δεν έβαζε βιαστικά το χέρι έπαιρνε όσο χρόνο ήθελε να σκεφτεί και όλοι τη θαύμαζαν γι αυτό. Εκεί άντεξε χρόνια η Μαριλένα.

Την προκοπή της η γιαγιά την επιδείκνυε στην πολυκατοικία περήφανη, κρατώντας κάθε κύπελλο από αγώνα εμφανέστατα μπροστά σε όλους τους γείτονες.
– Μαριλένα μου, εσύ αστέρι είσαι!
– Γιαγιά, με τρομάζεις! Εσύ δεν έλεγες πως τα αστέρια δεν βρίσκουνε ευτυχία; Δεν το θέλω!
– Καλά το πιασες, αλλά τα μπερδεψες!

Η γιαγιά πάντα εξηγούσε. Για ό,τι αναρωτιόταν, απαντούσε με θέρμη και παράδειγμα. Μερικές φορές, προς απογοήτευση της μητέρας της Μαριλένας.

– Ρε μαμά, τι της λες της Μαριλένας; Με ρώτησε σήμερα τι σημαίνει κουβάλησε κάτι στην ποδιά της. Γιατί τέτοιες λεπτομέρειες σε ένα παιδί; Είναι μόλις δεκατριών!
– Και γιατί όχι; Τα παιδιά σήμερα είναι μπροστά. Για ρώτα την τι γίνεται στους δικούς της κύκλους στο σχολείο. Τι πάθη και έρωτες, εγώ νιώθω πρωτοετής! Ενώ έχω παντρευτεί τρεις φορές και ακόμα κάτι μου λείπει από τη ζωή μερικές φορές!

– Σε μένα δεν έχει πει τίποτα τέτοιο
– Δεν ρώτησες ποτέ. Αυτό είναι το μυστικό μας: οι Παπαδημητραίων είμαστε ήρεμοι έξω, αλλά στο κεφάλι γίνονται πανηγύρια! Μίλα στο παιδί σου, και μην ανησυχείς. Δεν λέω τίποτα άστοχο, όλα με μέτρο.

– Τι να κάνω με την εξυπνάδα της; Κάνει παράξενες ερωτήσεις. Πώς να της φερθώ;
– Όπως έκανα εγώ με σένα. Θυμάσαι;
– Δεν μου έκρυψες ποτέ τίποτα. Γιατί;
– Γιατί η ζωή δίνει καρπαζιές πιο άγριες αν δεν σε έχει προετοιμάσει κάποιος. Καλύτερα να τα ξέρει εγκαίρως παρά να τρέχει μετά να μαζεύει τα ασυμμάζευτα. Εσύ που ήσουν ψημένη, μην ξεχνάς, έκανες τη Μαριλένα στα δεκαεννιά σου, μόνη. Δεν το κατονομάζω κακό, αλλά ήσουν απροετοίμαστη.
– Γιαγιά
– Μη μου γκρινιάζεις! Σε καταλαβαίνω. Για περασμένα ξεχασμένα Ήταν η σειρά μας να πάρουμε το καλύτερο από το λάθος: η Μαριλένα μας. Πιο πολύ με στενοχωρεί που είσαι μόνος άνθρωπος στη ζωή σου.
– Γιαγιά, άστο αυτό!
– Αν πάψεις να φοβάσαι το νερό και πάρεις το μυαλό με το καλό, λίγη ατυχία δεν σημαίνει ότι τέλειωσε η ζωή σου.
– Δεν τό πα ποτέ αυτό! Και η Μαριλένα μου δεν είναι λάθος!
– Δεν είπα αυτό! Μιλώ για εκείνο το θα πεθάνω αν δε σ αγαπήσω, θυμάσαι; Που εξαφανίστηκες από το σπίτι δύο εβδομάδες! Σε όλη την Αθήνα σε έψαχνα τότε!
– Θυμάμαι… Κι όταν με βρήκες, δεν είπες ούτε λέξη. Έφερες την πίτα με το λάχανο και έκανες ότι δεν έγινε ποτέ καυγάς ή φασαρία. Γιαγιά, σ αγαπάω
– Το ξέρω, παιδί μου. Άφησέ με να μεγαλώσω το παιδί μας!
– Δεν θα σου το χαλάσω

Η μητέρα της Μαριλένας τελικά βρήκε τη δική της ευτυχία. Εκεί που η Μαριλένα έκλεινε τα δέκα έξι, η μητέρα της, Ελισάβετ, ήδη συναντούσε σχεδόν έναν χρόνο τον σύντροφό της, χωρίς να μιλήσει πουθενά. Αποκάλυψε τη σχέση της, ανεξάρτητα από τη θέλησή της, η Μαριλένα, όταν τους πέτυχε τυχαία σε μια καφετέρια. Δεν είπε τίποτε στα κορίτσια που τη συνόδευαν απλώς έφυγε απότομα. Η μητέρα της κρατούσε το χέρι του αγνώστου γελώντας με τρόπο που η Μαριλένα δεν είχε ξαναδεί: ξαφνικά η μαμά της έλαμπε!

– Γιαγιά, το ήξερες;
– Είχα καταλάβει, ναι.
– Δεν θέλω να της χαλάσω τη χαρά
– Τότε μην το κάνεις. Ποια η δυσκολία;
– Αν την πληγώσει;
Η γιαγιά Κυριακή, πλάθοντας κουλούρια στη μικρή κουζίνα, άφησε τα χέρια της και αγκάλιασε τη Μαριλένα:
– Ποιος θα του το επιτρέψει; Η Λίζα δεν είναι μόνη. Πάντα θα έχει πίσω της τους δικούς της!
Η Μαριλένα ήξερε πως η γιαγιά είχε δίκιο κάποτε υπήρξε μια δυναμική ερευνήτρια, που είχε δικάσει δυο εγκληματίες. Ένιωθε ασφαλής.

Η Μαριλένα τελικά χρειάστηκε να δεχτεί τον Ανδρέα, τον σύντροφο της μητέρας της, που, λίγο μετά, ζήτησε το χέρι της και επίσημα. Και η Μαριλένα αναγκάστηκε να σφίξει το χέρι του γιατί έβλεπε πως αγαπούσε αληθινά τη μητέρα της, και η οικογενειακή ρυτίδα είχε εξαφανιστεί από το μέτωπο εκείνης.

Η ζήλια της Μαριλένας την ταλαιπώρησε για καιρό ειδικά με τη γέννηση του μικρού της αδελφού, Αλέκου, η μαμά άνθιζε ξανά και η Μαριλένα αναρωτιόταν φωναχτά στη γιαγιά:
– Δεν με χτυπήσατε αρκετά! άρχισε να θυμώνει η Κυριακή.
– Γιαγιά!
– Δεν φανταζόμουν πως θα βγεις τόσο εγωίστρια! Όταν δεν ήθελες να μείνεις με τη μάνα σου, σκέφτηκα πως δεν ήθελες να εμποδίσεις τους νεόνυμφους. Έκανα λάθος! Με απογοήτευσες λιγάκι.
– Δεν έχω κάτι μαζί τους απλά
– Σε πειράζει που η μαμά σου τώρα θα ασχολείται και με κάποιον άλλο; Δεν καταλαβαίνεις; Τώρα δεν θα σαι ποτέ μόνη. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη θα είμαστε πάντα εδώ. Η ζωή ποτέ δεν είναι σίγουρη.
– Το καταλαβαίνω απλά είναι δύσκολο.
– Όλοι έτσι είμαστε. Το θέμα είναι να δίνεις: να είσαι δίπλα σε εκείνους που αγαπάς, να βοηθάς. Η αγάπη αυτό είναι, παιδί μου δίνεις, και παίρνεις πίσω στα διπλά. Αμφιβάλλεις πως η μητέρα σου σ αγαπάει;
– Όχι!
– Τότε, κάνε πέρα τις κατσαρίδες σου άλλος ένας χρόνος και θα μεγαλώσεις κι εσύ, θα αγαπήσεις, θα γίνεις μητέρα. Έχεις τόσα να κάνεις ακόμα!

Εκείνο τον καιρό η Μαριλένα είχε γεμίσει υποχρεώσεις εξετάσεις, μαθήματα, διάβασμα, και, εντάξει, ο Δημήτρης: το αγόρι από το διπλανό τμήμα, που περισσότερο διαφωνούσαν παρά μιλούσαν.

Συναντήθηκαν πρώτη φορά στην επέτειο της 1ης Σεπτέμβρη. Η Μαριλένα έτρεχε να πάρει το σενάριο από το γραφείο της διευθύντριας και, ενώ ανεβαίνει τις σκάλες, γλίστρησε και στραμπούληξε το πόδι της. Πίσω της στάθηκε ο Δημήτρης, αμέσως μάζεψε την τσάντα της και απάγκισε το χέρι:
– Πιο προσεκτικά πρέπει
– Αντί να βοηθάς, φιλοσοφείς κιόλας!
Έδιωξε το χέρι του, μπήκε στο γραφείο χωλαίνοντας. Εκεί ήταν η καλή κυρία Αργυρώ.
– Μαριλένα μου, πρέπει να πας αμέσως στο ιατρείο!
Ο Δημήτρης ακολουθούσε επίμονα:
– Θες να σε πάω;
– Πού;
– Στην αδερφή. Να δει το πόδι σου.
– Άι στο καλό, θα τα καταφέρω.
Εκείνος αδιαφόρησε, έφυγε, αλλά η κυρία Αργυρώ ήταν πιο αυστηρή.
– Γιατί τέτοια συμπεριφορά σε εκείνο το αγόρι; Υποδειγματικός μαθητής, γιατρός θέλει να γίνει, όπως εσύ!

Η Μαριλένα σημείωσε τη διαφορά, έβαλε ένα νοητό αστεράκι. Γιατρός, ε; Να το δούμε!

Το όνειρό της από μικρή δεν ήταν καν επιλογή θεραπεύοντας παιδιά θα βρει νόημα, φανταζόταν, εκεί που οι εύκολες απαντήσεις δεν αρκούν.

Ο Αλέκος, ο αδελφός, της άλλαξε τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή. Τον κρατούσε στα χέρια, τον αγαπούσε αλλά της ήταν δύσκολο να το ομολογήσει στον εαυτό της. Οι βραδιές στη νέα οικογενειακή εστία της μητέρας ήρθαν καταιγιστικά, μαζί και οι εσωτερικές συγκρούσεις της.

– Γιαγιά, αν δεν αντέχω τα παιδιά, να μην γίνω παιδίατρος.
– Πώς το κατάλαβες;
– Δεν το ξέρω… Μήπως είμαι στραβή;
– Σε χαίρομαι, όμως. Μεγαλώνεις.
Η Κυριακή είχε τη λύση: να πάει σαν βοηθός σε νηπιοτροφείο, στη φίλη της τη Βέρα, έναν άνθρωπο με δυνατή ζωή γεμάτη ιστορίες και εμπειρίες. Εκεί η Μαριλένα βρήκε γρήγορα κοινή γλώσσα με τα παιδιά και επιβεβαίωσε το δρόμο της.

Πέρασε με κόπο στην Ιατρική οι πανελλήνιες της είχαν φέρει όσα αρκετά για να περάσει, αλλά, κατά τη γνώμη της, όχι τα τέλεια.

Με το που ξεκίνησε η σχολή, βρέθηκε ξανά μπροστά στον Δημήτρη. Ήταν ήρεμος, σχεδόν αδιάφορος.
– Κι εσύ εδώ, λοιπόν.
– Και τι κάνεις εδώ;
– Μαθαίνω.
Επί ένα χρόνο συνεχίστηκαν τα άτυπα φτερουγίσματα της ανάμεσα σε καφέ και διαλέξεις, ώσπου έγιναν εθελοντές χέρι-χέρι σε παιδιατρικό ίδρυμα.

Τη μία μέρα, ενώ μασκαρευόταν μαζί με τον Δημήτρη σε κλόουν, για να ψυχαγωγήσουν τα παιδιά, της είπε:
– Όχι, εσένα πραγματικά δεν περίμενα να σε δω εδώ. Έχασες το δρόμο σου;
Ξέσπασαν τα γέλια τα παιδιά, ταυτόχρονα έσπασε κι ο πάγος.
Ο Δημήτρης, με τους ίδιους δικούς του κατσαρίδες, άρχισε να της φαίνεται όλο και πιο οικείος. Της άρεσε αυτό.

Στο τέλος της παράστασης, της έδωσε ένα μπαλόνι:
– Πάμε για έναν καφέ; Έχω μόνο μια ώρα, μετά κάνω ιδιαίτερα.
– Σε ποιον;
– Δουλεύω να βοηθήσω τη μητέρα μου.

Έτσι έμαθε πως έμενε μόνος με τη μητέρα του, στη γειτονιά τους στα Πατήσια, και δούλευε για να τα φέρουν βόλτα. Οι κατσαρίδες του Δημήτρη μοιάζανε με τις δικές της: ίδια ράτσα.

Η γιαγιά Κυριακή πάντα έλεγε:
– Να κρατάς αυτούς με κατσαρίδες ίδιας ράτσας, Μαριλένα μου. Είναι οι πιο σπάνιοι! Κράτα τους δίπλα σου ποτέ δεν ξέρεις αν θα ξαναβρεθεί τέτοιος άνθρωπος στον δρόμο σου. Για μένα συναντήθηκαν, και καλά περάσαμε!
– Γιαγιά, εσένα σε έχουν αγαπήσει τέτοιοι άνθρωποι;
– Ε! Και βέβαια! Τρεις άντρες μου, όλοι τους με ξεχωριστή τρέλα στο κεφάλι. Γι αυτό χώρισα; Όχι από την αγάπη απλά δεν έκατσε στο τέλος. Θα σου πω ιστορίες όταν μεγαλώσεις.
– Δημήτρης σου αρέσει;
– Καλό παιδί! Καλύτερός σου.
– Γιατί καλύτερός;
– Γιατί σε αντέχει!
– Ε, όχι και τόσο!
– Σε λίγο θα ζητήσει το χέρι σου.
– Πολύ νωρίς!
– Μια μπουκιά και τα κατάφερες!

Κι έτσι, ήρθε η μεγάλη στιγμή: ο Δημήτρης της έκανε πρόταση, με δαχτυλίδι και όλα τα συναφή, και η μαμά της Μαριλένας έκλαιγε σαν μικρό παιδί, η γιαγιά χειροκροτούσε. Ήρθε και η Βέρα με ολόκληρο το μεγάλο της σόι στην αρραβώνα και, αγκαλιάζοντας τη Μαριλένα, της είπε:
– Να τον φυλάς, Μαριλένα. Καρδιοκατακτητής!
– Πώς να τον χάσω; Έχουμε ίδια ράτσα κατσαρίδες. Η γιαγιά λέει πως τέτοιους δεν τους χάνεις δεν βρίσκεις αλλού!
– Έτσι πρέπει! Καλές μας συνευτυχίες, λοιπόν!

Και έτσι, οι κατσαρίδες στο κεφάλι της Μαριλένας, κάπου στα στενά της Αθήνας, γιόρτασαν το δικό τους ζεϊμπέκικο, θυμίζοντάς της πως το λίγο τρελό στο καθημερινό είναι τελικά αυτό που αξίζει να θυμάσαι και να αγαπάς.

Oceń artykuł
Κατσαρίδες