10 Σεπτεμβρίου
Και πώς να εξηγήσω σε όλους γιατί δεν θα σε δουν στη γιορτή της μαμάς μου; ρώτησα μπερδεμένος τη γυναίκα μου.
Ευχαριστώ, ήταν νοστιμότατο, είπα απομακρύνοντας το πιάτο μου. Κατερίνα, χρειάζεται να μιλήσουμε.
Ξέρω, Στέφανε. Και νομίζω πως μαντεύω τι θέλεις να πεις.
Α, ναι; Και τι;
Για τα γενέθλια της μητέρας σου.
Σωστά. Σήμερα έχουμε δέκα του μήνα και τα γενέθλια της μαμάς είναι στις δεκαοχτώ, απάντησα.
Και τα δικά μου είναι στις είκοσι, να το θυμάσαι αυτό, ελπίζω; είπε η Κατερίνα.
Φυσικά το θυμάμαι, αγαπημένη μου…
Μην αρχίσεις καν, Στέφανε στο λέω από τώρα: ΟΧΙ!
Μα δεν άκουσες καν τι θέλω να σου προτείνω, της είπα.
Δεν θέλω ούτε να ακούσω! Σου ανακοινώνω απλώς ότι για το Σάββατο έκλεισα τραπέζι σε εστιατόριο για δέκα άτομα. Οι οχτώ είναι δικοί μου φίλοι, οι άλλοι εμείς οι δυο. Αν θέλεις να έρθεις, σε περιμένω. Αν όχι, θα γιορτάσουμε με την παρέα μου.
Η αμηχανία κάθε Σεπτέμβρη επαναλαμβάνεται τα γενέθλια της πεθεράς μου είναι στις δεκαοχτώ και της Κατερίνας στις είκοσι. Τρίτη χρονιά να μην ξέρω πώς να συνδυάσω δύο γιορτές χωρίς να πληγωθεί καμία μητέρα ή σύζυγος. Μέχρι στιγμής, δεν το έχω πετύχει.
Κατερίνα, η μαμά πρότεινε να κάνουμε και τις δύο γιορτές μαζί, το Σάββατο, στο σπίτι της. Πιο λογικό δεν είναι; Γιατί να φάμε διπλάσο χρόνο και χρήμα, να μαζεύουμε συγγενείς δύο φορές μέσα σε μια εβδομάδα; Επίσης, Πέμπτη δεν βολεύει σε όλους, τουλάχιστον Σάββατο είμαστε και πιο άνετα.
Στέφανε, ποιος σου είπε ότι θέλω στα γενέθλιά μου να δω τις ξαδέλφες, τα ανίψια και τα βαφτιστήρια της μητέρας σου; Εγώ κάλεσα τους φίλους μου τους ξέρεις όλους πολύ καλά, απάντησε η Κατερίνα.
Η μαμά θα πληγωθεί, αναστέναξα.
Κι εγώ που κάθε φορά πληγώνομαι δεν μετράει; Το ξέχασες; είπε με παράπονο.
Μα, δεν ήταν τόσο άσχημα
Καλά! Για να θυμηθούμε: πριν τρία χρόνια, παντρευτήκαμε τον Απρίλιο. Ήρθε Σεπτέμβρης της μαμάς σου τα εξήντα. Τι μου είπες τότε;
Κατερίνα, η μαμά θέλει να γιορτάσει οικογενειακά, στο σπίτι, να μην κανονίσουμε κάτι άλλο το Σάββατο!
Κι εγώ, που πήρα άδεια απ τη δουλειά, πέρασα μισή μέρα της Παρασκευής και όλο το πρωί του Σαββάτου κουζινάρα στη μαμά σου καθάριζα, έκοβα, μαγείρευα, μαρινάριζα όλα εγώ.
Και το Σάββατο έτρεχα ανάμεσα σε κουζίνα και σαλόνι σα σερβιτόρα. Και κανένας δεν με θυμήθηκε να με ευχηθεί για τα δικά μου γενέθλια!
Όχι, η Ζωή σε ευχήθηκε, είπα.
Όχι! Όταν της είπες ότι είχα γενέθλια μέσα στη βδομάδα, απάντησε: «Ε, πέρασαν τώρα, τι τα συζητάμε»
Ναι, αλλά την επόμενη χρονιά μίλησα με τη μαμά και σε ευχήθηκαν στο τραπέζι.
Και πέρσι πάλι τα ίδια! Παρασκευή βράδυ στα καζάνια, Σάββατο το πρωί στην κουζίνα, και όταν ρώτησα τη Βέρα τη μαμά σου γιατί η Ζωή δεν βοηθάει, ξέρεις τι μου είπε;
Η Ζωή έχει ραντεβού για μανικιούρ σήμερα και αύριο πρωί είναι στην αισθητικό και κομμωτήριο.
Η Ζωή εμφανίστηκε φυσικά λαμπρή στη γιορτή, κι εγώ ίσα που πρόλαβα να φορέσω καθαρή μπλούζα όταν ήρθαν οι καλεσμένοι. Μάλιστα, τότε θυμήθηκαν τα γενέθλιά μου.
Και σηκώσαμε και τα ποτήρια, αλλά εκεί τελείωσε μετά με ξεχάσανε. Κανένα δώρο, εκτός από σένα και τους γονείς μου. Φέτος λοιπόν, πες στη μαμά σου να μην υπολογίζει σε μένα!
Μα δεν θα τα καταφέρει μόνη της!
Στέφανε, εκτός από τη νύφη, έχει και γιο εσένα και κόρη τη Ζωή. Μπορείτε να τη βοηθήσετε. Εγώ έχω τα δικά μου γενέθλια το Σάββατο και θέλω να τα χαρώ με τους φίλους μου.
Και τι να πω σε όλους γιατί δεν θα είσαι στη γιορτή της μαμάς; ξαναρώτησα.
Στέφανε, μη κάνεις τον ανήξερο! Κανένας δεν θα με αναζητήσει. Μόνο αν χρειαστεί να φέρω πιάτα ή να βοηθήσω στα φαγητά. Κι αν με ρωτήσεις, νιώθω περιττή κοντά σας.
Η Κατερίνα με έπεισε ότι έχει το δικαίωμα να περάσει τη γιορτή της όπως εκείνη θέλει. Όμως η μητέρα μου και η αδελφή μου θεωρούσαν λάθος να μη συμμετέχει «η γυναίκα του σπιτιού» στη γιορτή τους.
Μέχρι την εικοστή του μήνα, συνέχεια προσπάθησαν να την πείσουν να αλλάξει γνώμη.
Κατερίνα, τηλεφωνούσε η Βέρα η πεθερά μου έχουμε ωραία παράδοση δυο χρόνια τώρα, να γιορτάζουμε μαζί. Γιατί φέτος αρνήθηκες ξαφνικά; Τι σου λείπει;
Βέρα, το απλό: θέλω να γιορτάσω με τους φίλους μου, έξω, όχι στο σπίτι να τρέχω σαν μαγείρισσα να μπορώ να πιω ένα ποτό κι εγώ ήσυχα!
Και σπίτι μια χαρά παρέα κάνουμε, διαμαρτυρήθηκε η πεθερά.
Ναι, εσείς μιλάτε κι εγώ τρέχω γύρω σας. Αυτό δεν είναι γιορτή για μένα!
Δεν περίμενα να αρνηθείς να βοηθήσεις τη μητέρα του άντρα σου! είπε με παράπονο η Βέρα.
Η Ζωή ήταν ακόμα πιο πιεστική:
Κατερίνα! Σταμάτα τις τρέλες! Η μαμά κανονίζει ήδη το μενού, ο μπαμπάς πήγε λαϊκή, αγόρασε τα πάντα. Διάλεξε τι θα μαγειρέψεις!
Η μαμά έστειλε τη λίστα στον Στέφανο. Μη χαλάς τις καρδιές και σκέψου: γιατί να τσακωθείς με την πεθερά; Πέρνα το Σάββατο μαζί της και μετά πήγαινε με τις φίλες σου.
Ζωή, σε έχω ενημερώσει καιρό φέτος θα κάνω τα δικά μου. Μπορείς να βοηθήσεις εσύ τη Βέρα.
Το δυσκολότερο το είχα εγώ: να αποφασίσω σε ποια γιορτή να πάω. Δεν ήθελα να πληγώσω καμία από τις δύο, όμως ήξερα πως η Κατερίνα θα στενοχωρηθεί αν διαλέξω τη μαμά μου.
Η Κατερίνα δε μίλησε ξανά για τα σχέδιά της το Σάββατο. Το μεσημέρι της Παρασκευής, η Βέρα την πήρε στο γραφείο:
Κατερίνα, πού είσαι; Ελπίζω να άφησες τη χαζή ιδέα με το εστιατόριο! Σε περιμένω, πρέπει να ξεκινήσουμε, αλλιώς δεν προλαβαίνουμε αύριο.
Βέρα, είμαι στη δουλειά! Σας είχα προειδοποιήσει φέτος δεν θα έρθω να βοηθήσω! Θα σας βοηθήσει η Ζωή.
Ελπίζω να καταλαβαίνεις, Στέφανε δεν θα του αρέσει η συμπεριφορά αυτή απέναντι στη μητέρα του και την οικογένειά του.
Ξέρετε, επειδή παντρεύτηκα τον Στέφανο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνω υπηρέτρια της οικογένειάς του! Έχω τη δική μου ζωή, τους δικούς μου φίλους και δεν θα τα ανταλλάξω αυτά για να πλένω πιάτα στο σπίτι σας!
Με αυτά τα λόγια η συζήτηση τελείωσε.
Το Σάββατο, πήρα το δώρο και πήγα στη μαμά. Η Κατερίνα στις τέσσερις το απόγευμα πήγε στο εστιατόριο, όπου είχε κλείσει τραπέζι. Οι καλεσμένοι της μαζεύτηκαν όλοι στην ώρα τους. Μόνο η καρέκλα δίπλα της έμεινε άδεια. Κανείς δεν έκανε ερωτήσεις όλοι ήξεραν τι συνέβαινε.
Τη φίλησαν, της έδωσαν δώρα, υπήρχε κέφι, αλλά η Κατερίνα κοιτούσε κάθε τόσο προς την πόρτα περίμενε να με δει.
Και πράγματι, εμφανίστηκα. Με καθυστέρηση σχεδόν μίας ώρας, μπήκα με ανθοδέσμη από τα αγαπημένα της τριαντάφυλλα τσάι.
Κατερίνα, με το ζόρι ξέφυγα! Ορκίζομαι έτρεξα να γλιτώσω. Σε συζητούσαν διαρκώς. Η θεία Ράνια ρώτησε γιατί δεν έχει σήμερα χωριάτικη με φέτα όπως πέρσι που της άρεσε πάρα πολύ και ήθελε τη συνταγή.
Το τραπέζι ήταν φτωχό φέτος. Και η Ζωή στραβομούτσουνα, κατάφερε βοηθώντας τη μαμά να σπάσει δύο νύχια.
Τα επόμενα δύο χρόνια, η Κατερίνα βοηθούσε ελάχιστα στη διοργάνωση ο ρόλος της περιορίστηκε σε συμβουλές, γιατί σύντομα περίμενε παιδί και μετά έγινε μητέρα ενός γιου. Τον επόμενο μεγάλο της γύρο γενεθλίων στα εξήντα πέντε η Βέρα τον γιόρτασε πια σε εστιατόριο.
Και τι ήθελε τελικά αυτή η νύφη; Όλα μια χαρά δεν ήταν; Γιατί γινόταν έτσι; αναρωτιόταν για άλλη μια φορά η πεθερά
Τελικά, έμαθα πως οφείλουμε να ακούμε τις ανάγκες των άλλων και να σεβόμαστε τη χαρά τους δεν μπορείς να χαρίσεις χαρά όταν δεν χαίρονται όλες οι πλευρές. Η οικογένεια, τελικά, είναι η αγάπη και όχι το πρέπει.





