Και να που η Ειρήνη βρέθηκε να γεννάει μες στην ανεμοθύελλα. Βάσει ημερομηνίας είχε ακόμη τρεις βδομάδες μπροστά της κι αν περίμενε, ίσως η κακοκαιρία να είχε κοπάσει, να είχε έρθει το κρύο και τότε να πήγαιναν ήσυχα στο μαιευτήριο της Λαμίας. Όχι. Το παιδί της βιάστηκε! Για να λέμε την αλήθεια, όχι η ίδια αλλά ο μικρός που κυοφορούσε: βιαζόταν, του φάνηκε στενή η μήτρα, και δεν τον ένοιαζε που έξω ο βοριάς λυσσομανούσε για έκτη μέρα.
Με τέτοιο καιρό, ούτε ένα αυτοκίνητο δε θα περνούσε το λασπωμένο δρόμο προς το χωριό. Είχε χιονίσει τόσο πολύ, που έφτανες μέχρι τα γόνατα. Κι ο χιονιάς ακόμα χειρότερος, σαν να τρύπησε σακί με αλεύρι στα σύννεφα. Από το παράθυρο, έβλεπες μόνο λευκό και έξω αν άνοιγες την πόρτα, στροβιλίζονταν νιφάδες, σου έκαιγαν το πρόσωπο, δε γινόταν να ανοίξεις μάτι.
Μες σε τέτοια θύελλα αποφάσισε να ρθει στον κόσμο το μωρό.
Από το πρωί η κοπέλα δεν αισθανόταν καλάτη φώναζε η μέση της, βαριά, δεν μπορούσε να βρει θέση στο στρώμα, τιναζόταν, σηκωνόταν, περπατούσε. Η πεθερά της, η κυρία Μαρίνα, το κατάλαβε:
Ειρηνούλα, τι τρέχει; Γεννάς, παιδί μου;
Δεν ξέρω, μαμά, αλλά νιώθω ανήσυχα.
Έλα να δω την κοιλιά.
Η Μαρίνα πολλά από γεννητούρια δεν ήξερε σήμερα όλα τα κάνει ο γιατρός και οι μαίες στα μαιευτήρια, αυτά τα παλιά χάνονται. Και στο χωριό, μόλις μία μαμή είχε μείνει, ενώ στα νιάτα της υπήρχαν τρεις.
Σα να χει κατέβει η κοιλιά, Ειρήνη. Το πήρε απόφαση το μωρό…
Μα πώς τώρα; Νωρίς ακόμα!
Αυτά είναι του Θεού, κόρη μου.
Δάκρυά στα μάτια της Ειρήνηςπρώτη φορά που γεννά, δεν ξέρει, δεν υπάρχει ποιος να της εξηγήσει. Η πεθερά της, θυμόταν μόνο μακρινά τη δική της γέννα πριν είκοσι χρόνια.
Ειρήνη, θα πάω να φωνάξω τη κυρα-Βέρα. Έχω βάλει μια κατσαρόλα με νερό, σαν βράσει σβήσ’ τη. Αν έχεις κουράγιο, βγάλε καθαρές πετσέτες και σεντόνια, ξέρεις που είναι όλα. Αν δεν αντέχεις μην κάνεις τίποτα. Εγώ, όταν γέννησα τον Μιχάλη, η κυρά-Βέρα μ έβαλε να περπατάω, να παίρνω βαθιές ανάσες. Έτσι ανοίγει πιο γρήγορα ο δρόμος. Θα περάσω κι απ’ τη μάνα σου, τη Δέσποινα. Κράτα γερά, κορίτσι μου, η κυρά-Βέρα ξέρει τη δουλειά της. Στα νιάτα της, απ τα γύρω χωριά έρχονταν σ εκείνη. Καλή γυναίκα.
Με αυτά φόρεσε η Μαρίνα το παλτό της, πήρε το μπαστούνι και χάθηκε στο χιόνι.
Μόνη έμεινε η Ειρήνη, κι η αγωνία της μεγάλωσε. Κι αν τη πιάσουν οι πόνοι και δεν έχει κανέναν; Πώς να προλάβει η Μαρίνα στο χιόνι; Άραγε, θα φτάσει και η μάνα της; Δεν ήξερε καν τι να κάνει. Μόνο θυμόταν πρέπει να περπατά και να αναπνέει. Αλλά πώς να αναπνεύσει κανείς την ώρα που σφίγγεται τόσο το σώμα του;
Μα κι ο Μιχάλης δε βρίσκεται εδώ, να κρατήσει το χέρι της, να την καθησυχάσει, να της πει πως θα τα καταφέρει, να σταθεί δίπλα της. Η κακοκαιρία δεν άφησε τα λεωφορεία από την Αθήνα να περάσουν, ούτε δρόμους, ούτε τίποτα. Δεν ξέρει πως σε λίγο θα γίνει μπαμπάς.
Ξάφνου, η πόρτα άνοιξε και η Δέσποινα, η μάνα της, μπήκε στο σπίτι, σκεπασμένη ολόκληρη με το κασκόλ της.
Κορίτσι μου! Μου είπε η Μαρίνα, γεννάς;
Ναι, μαμά
Μη φοβάσαι, παιδί μου, τώρα έρχομαι κοντά σου. Έφερα μερικά αποξηραμένα κράνα, θα σου φτιάξω κομπόστα. Να έχουμε νερό βραστό…
Σε λίγο εμφανίστηκαν και η Μαρίνα με την κυρά-Βέρα. Η μαμή, μια σβέλτη γεροντοπούλα με βαθιές ρυτίδες, εξέτασε την Ειρήνη:
Μέχρι το πρωί θα γεννήσεις.
Πώς ως το πρωί; τρομοκρατήθηκε η Ειρήνη. Αφού ούτε μεσημέρι δεν είναι!
Αυτά ήταν απλώς προπομποί, κορίτσι μου, καμιά φορά αρχίζουν μέρες πριν. Τώρα μόλις ξεκίνησες να ανοίγεις, αλλά το πρώτο μισό δάχτυλο. Ηρέμησε, αύριο γεννάς. Πηγαίνω σπίτι.
Μείνετε, κυρά-Βέρα, την παρακάλεσε η Ειρήνη, μόνο εσείς ξέρετε, φοβάμαι.
Συγκινήθηκε η γριά.
Εντάξει, θα μείνω όσο χρειαστεί. Όταν είναι ήρεμη η μάνα, έρχεται πιο γρήγορα το μωρό.
Δεν ήξερε η Ειρήνη πόσο δύσκολη είναι η συνέχεια. Οι πρώτοι πόνοι περνούσαν, μα μετά ήταν σαν να της έσκιζαν τα σωθικά, δεν μπορούσε να σταθεί, ούτε να περπατήσει, μόνο πόνος. Η Μαρίνα και η Δέσποινα περιφέρονταν ανήμπορες. Η μαμή τις έδιωξε να σιδερώσουν σεντόνια, για να μη την αποσπούν.
Πέρασε η νύχτα προχώρησε λίγο η δουλειά, τέσσερα δάχτυλα, είπε η μαμή, αλλά αργά πρώτη γέννα είναι δύσκολη, δεν έχει ανοίξει το σώμα. Ούτε κουράγια υπήρχαν πια. Ήρεμησαν για λίγο οι πόνοι και κάθισε λίγο να φάει η Ειρήνη, μετά την έβαλε για ύπνο.
Έξω, η χιονοθύελλα μαινόταν ακόμα πιο δυνατή.
Στις τέσσερις το πρωί τινάχτηκε η Ειρήνη, δίπλα της ροχάλιζε η κυρά-Βέρα.
Παναγιά μου, βοήθα με, ψιθύρισε, κοιτώντας τις εικόνες στους τοίχους. Μακάρι να έρθει το μωρό γρήγορα.
Ξανά οι πόνοι, χειρότερα από πριν. Η μαμή σηκώθηκε, την εξέτασε μόλις πέντε δάχτυλα. Πάει αργά, αλλά στις πρώτες γέννες έτσι είναι. Θα τα βγάλει πέρα.
Όταν ξημέρωσε, η Ειρήνη ήταν εξαντλημένη, τα μαλλιά λουσμένα στον ιδρώτα, η νυχτικιά κολλημένη επάνω της.
Λίγο έμεινε, κορίτσι μου, την καθησύχαζε η μαμή, το μωρό είναι κοντά.
Γιαγιά, βοήθα με, φώναζε η Ειρήνη, Γιαγιά, βοήθα, Γιαγιά!
Ποια γιαγιά; αναστατώθηκε η Δέσποινα, Δεν είναι καμία 'γιαγιά’ εδώ. Έτσι τη φώναζες τη δική σου, τη γιαγιά-Σοφία, μικρούλα τότε που ήσουν…
Ειρήνη, τη φαίνεται το κεφαλάκι. Πίεσε, κορίτσι μου, έλα ακόμα λίγο, ανέπνεε μαζί της η κυρά-Βέρα: Σαν να φυσάς, σαν να σβήνεις κερί… Πουφ πουφ πουφ…
Φώναζε η Ειρήνη, πίεζε, ανάσαινε, φώναζε ξανά.
Γιαγιά, βοήθα! Δεν μπορώ άλλο! και τότε ήρθε στον κόσμο ο μικρός, στα ζαρωμένα χέρια της κυρά-Βέρας.
«Μήπως είναι το τελευταίο μωρό που ξεγεννάω;» σκέφτηκε η γριά, και χαμογέλασε στη νέα ζωή. Έβαλε με προσοχή το βρέφος πάνω στην κοιλιά της Ειρήνης:
Αγόρι, Ειρηνούλα, αγόρι! Κοίτα τι όμορφος που είναι ο γιος σου! Και φωνάζει, τρέμω θα γίνει δήμαρχος!
Η Ειρήνη έκλαιγε από χαρά, φιλούσε τα μικροσκοπικά δάχτυλα. Πώς χωρούσε τέτοιο θαύμα μέσα της; Αχ, να ήταν κι ο Μιχάλης εδώ μαζί της, να το δει το γιο τους, το καλύτερο του κόσμου.
Νικολάκη μου, αγόρι μου Νικολάκη, μουρμούρισε.
Πώς Νίκος; απόρησε η Μαρίνα, Δεν είπες πως αν είναι αγόρι θα τον πεις Αντρέα;
Τι Αντρέας; Είναι Νικόλαος! χαμογέλασε η Ειρήνη, Νίκος Μιχαήλ!
Η κυρα-Βέρα ετοίμασε τα πάντα και πήρε το δρόμο του γυρισμού κουρασμένη αλλά χαρούμενη. Η Ειρήνη με το γιο της αποκοιμήθηκαν, η Δέσποινα έφυγε για το σπίτι της μια μέρα ολόκληρη μακριά είχε.
Άνοιξε το παλτό της ως πάνω, ξεκίνησε για το δικό της σπίτι μες το χιόνι. Ο καιρός φαινόταν να κάθεται, το χιόνι έπεφτε πια ψιλό σαν σιμιγδάλι. Σκέφτηκε πως αύριο ή μεθαύριο θα μπορέσει να επιστρέψει ο γαμπρός της.
«Να περάσω κι από τη γιαγιά-Σοφία», σκέφτηκε, «να της πω τα νέα. Μπορεί να χρειάζεται κάτι. Πήγα πριν λίγες μέρες, όλο και κάτι χρειάζεται».
Η γιαγιά Σοφία είχε το σπίτι της από δύο πόρτες παρακάτω, στα 93 τώρα, πάντα ήθελε να μένει μόνη της, αυτάρκης. Με δυσκολία άνοιξε την καγκελόπορτα, είδε πως ο Αλέξης είχε περάσει πριν εκεί η τσάπα ακουμπισμένη στο φράχτη.
Καθάρισε το μονοπάτι απ το χιόνι και μπήκε.
Γιαγιά Σοφία! φώναζε δυνατά, Εγώ είμαι, η Δέσποινα, να σε δω ήρθα!
Καμία απάντηση, η γριά κοιμόταν, σκέφτηκε. Έβγαλε το κασκόλ, ξεφόρεσε τα μποτάκια, μπήκε στο δωμάτιο…
Βρισκόταν η γιαγιά στο κρεβάτι, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, φορούσε ολοκαίνουρια ρούχα, καινούργια μαντίλα. Η Δέσποινα αμέσως το κατάλαβε, ξέσπασε σε δάκρυα, έσκυψε και της έκλεισε τα μάτια.
Στο κομοδίνο, φωτογραφία της Ειρήνης, δίπλα εικονίτσα του Αγίου Νικολάου και κερί μισοκαμένο.
Ευχαριστώ, γιαγιά. Βοήθησες την Ειρήνη. Γέννησε αγοράκι. Το βγαλε Νίκο, μόνη της το ήξερες, γιαγιά μου, φίλησε τρυφερά το τσακισμένο μάγουλό της, σ’ ευχαριστώαγαπάμε όλοι». Έξω, έλαμψε για λίγο ο ήλιος μες απ το πέπλο του χιονιού, σαν να άνοιξε ένα παράθυρο ανάμεσα στα σύννεφα φως ζεστό, που πέρασε πρώτα απ το παράθυρο της γιαγιάς Σοφίας, μετά απ το σπίτι της Ειρήνης, κι άγγιξε κουρασμένα κορμιά και καρδιές.
Εκείνο το πρωί, στο παγωμένο χωριό, οι γυναίκες έπιναν καφέ σε σπίτια ήσυχα και οι άντρες ξεχιονίζαν τα αυλάκια μα δυο σπίτια, το ένα γεμάτο ζωή που μόλις ήρθε, το άλλο βυθισμένο στη σιγαλιά, έκαναν ένα αόρατο κύκλο. Η λεχώνα, το μωρό στο στήθος, άκουσε το χιόνι να σταματά και ένα κελάηδισμα έξω, σαν να την καλωσορίζει κάποιος ίσως, σκεφτόταν παραμιλώντας στον ύπνο της, ήρθε η γιαγιά, της κράτησε το χέρι όπως τότε που ήταν παιδί και την νανούριζε με τραγούδια παλιά.
Στην αυλή, τα ίχνη απ τα μποτάκια της Δέσποινας στο φρέσκο χιόνι μισά για τη ζωή, μισά για το φευγιό έλεγαν τη δική τους ιστορία. Το χωριό έμενε σιωπηλό, μια ανάσα ανάμεσα σε αποχαιρετισμούς και νέους χτύπους καρδιάς. Κι αν η μπόρα είχε κάνει τα πάντα λευκά, μέσα στις ψυχές όλων απλωνόταν, για λίγο μονάχα, εκείνη η περίεργη γαλήνη που φέρνει η γνώση: πως η ζωή συνεχίζεται, κυκλική και πεισματάρα, μέσα στη θύελλα, μέσα στη σιωπή, με το όνομα που διαλέγουμε από αγάπη.





