Καβγάς

Καβγάς

Χριστίνα, σε συγχωρώ! Ο καβγάς μας δεν είχε νόημα. Αρκετά πια με τις μούτες! Δεν είμαστε πια μικρές! είπε με βροντερή φωνή η Μαρία Παπαδοπούλου, πληκτρολογώντας το νούμερο της αδερφής της για πρώτη φορά εδώ και επτά χρόνια. Ώρα να ωριμάσουμε, Χριστίνα! Ως πότε πια

Συγγνώμη Σε ποια θέλετε να μιλήσετε; Εγώ δεν είμαι η Χριστίνα

Η φωνή ήταν ξένη. Νεανική, ελαφρά τρεμάμενη αλλά συμπαθητική.

Η Μαρία Παπαδοπούλου κόμπιασε, κάτι που της συνέβαινε σπάνια.

Ποια είσαι, κορίτσι μου; Πώς βρέθηκε στα χέρια σου το νούμερο της αδερφής μου;

Είναι το δικό μου νούμερο εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Συγγνώμη, αλλά δεν σας γνωρίζω. Ούτε και κάποια Χριστίνα. Καλή σας μέρα!

Η Μαρία έμεινε άφωνη, προσπαθώντας να καταλάβει τι έγινε, ώσπου την έπνιξαν οι χαρακτηριστικοί ήχοι της διακοπής της γραμμής. Ξαφνικά φοβήθηκε…

Νόμισε πως έκανε λάθος. Έβαλε τα γυαλιά της και τσέκαρε στο παλιό, κόκκινο σημειωματάριο το νούμερο της αδερφής της. Δεν εμπιστευόταν τις „μοντέρνες τεχνολογίες” και τα είχε όλα γραμμένα εκεί, στο σπίτι, στο πανέμορφο τετράδιο που της είχε χαρίσει κάποτε η αδερφή της. Η Χριστίνα αγαπούσε τα όμορφα πράγματα, ήξερε πως και η Μαρία τα λάτρευε, αλλά θεωρούσε σπατάλη τα περιττά. Έτσι, της χάριζε μικροδωράκια: μια τσάντα, ένα ωραίο στυλό, ένα μαντηλάκι. Μικρές χαρές. Αντίθετα, η Μαρία ήταν της υπερβολής στα δώρα: κάτι μεγάλο, βαρύ, ακριβό να φανεί το μέγεθος της αγάπης της!

Ξαναπήρε το νούμερο αυτή τη φορά χειροκίνητα. Ο ίδιος νεανικός και ξένος ήχος.

Συγγνώμη, σας είπα ήδη ότι αυτό είναι το νούμερό μου, η κοπέλα ακουγόταν πια αγχωμένη. Σταματήστε να με καλείτε, είμαι στο μάθημα.

Περιμένετε! η Μαρία ανησύχησε πως θα της κλείσει ξανά το τηλέφωνο. Πότε μπορώ να σας ξανακαλέσω; Είναι πολύ σημαντικό!

Σε μισή ώρα, στο διάλειμμά μου.

Η Μαρία άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και βυθίστηκε στις σκέψεις της.

Γιατί ν άλλαξε νούμερο η αδερφή της; Γιατί δεν το είπε; Ο καβγάς τους ήταν, ναι, σοβαρός, αλλά όχι να γίνει άφαντη!

Η Μαρία φούντωσε.

Πάντα απρόκοπη, Χριστίνα γκρίνιαζε στον εαυτό της, καθαρίζοντας για εκατοστή φορά τον πάγκο της κουζίνας και κοιτώντας το ρολόι.

Δεν άντεχε να μένει αδρανής και αμίλητη. Από μικρή ήταν δραστήρια, σβέλτη, οξύθυμη και δίκαιη και αυτό είχε πάντα συνέπειες με τους δικούς της. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν σωστή και νόμιζε πως αυτό αρκεί.

Η Χριστίνα ήταν το αντίθετο. Ήρεμη, στοργική, αργοκίνητη. Μέχρι να τελειώσει το πρωινό, να όλο κι όλο προλάβει το σχολείο… Η Μαρία ετοίμαζε σχολικά, έστρωνε τα μαλλιά αμφοτέρων, δίπλωνε τις κορδέλες, κι η άλλη μόλις που άνοιγε τα μάτια. Σταματούσε με την οδοντόβουρτσα στο μπάνιο, ζωγράφιζε στο θολό καθρέφτη.

Χριστίνα, τι κάνεις;

Σκέφτομαι…

Άσε τις χαζομάρες! Θα αργήσουμε! εκνευριζόταν η Μαρία. Σκέφτεται λέει!

Κι αν πρέπει;

Όχι! Άλλοι να σκέφτονται! Εσύ βούρτσισε τα δόντια και τρέχα για πρωινό!

Έτσι πάντα. Η Χριστίνα πίσω, η Μαρία τα είχε κάνει όλα ήδη και γύριζε να την κατσαδιάσει:

Πόσο αργή πια! Σαν να μην έχεις ζωή! Άλλος στη θέση σου θα είχε κάνει θαύματα!

Η Χριστίνα, όμως, δε θύμωνε με τη Μαρία. Την καταλάβαινε. Της χαμογελούσε:

Μαράκι, δε χρειάζεται να είμαστε όλοι σβέλτοι. Εσύ είσαι καμάρι μας! Εγώ, λίγο λίγο…

Πάντα έτσι! Μέχρι να „λίγο λίγο”, θα χάσεις τη ζωή! Σύνελθε!

Δεν θύμωνε η Χριστίνα, υπέμενε. Περίμενε πότε θα ωριμάσει η αδερφή της. Ήλπιζε πως θα ρθει μια μέρα που η αγάπη θα τις ενώσει.

Πώς ημερεύει το ηφαίστειο; Μόνο με θάλασσα. Κάπως έτσι είναι η αγάπη: καίει βαθιά, αλλά ήσυχα θεριεύει μέσα σου και σβήνει το θυμό. Κι όπου πριν ηφαιστειακές στάχτες, να τώρα νησάκι με ελιές, βοτσαλωτή ακρογιαλιά, γαλάζια θάλασσα ομορφιά!

Μόνο που για τη Μαρία αυτό το μοντέλο αγάπης ήταν περίπλοκο. Η δική της ήταν σαν φωτιά έκαιγε όποιον πλησίαζε πολύ.

Είχε ήδη τέσσερις γάμους. Οι τρεις οι πρώτοι δεν κράτησαν πάνω από χρόνο.

Δεν ταιριάξαμε! έλεγε πάντα το ίδιο.

Ο τέταρτος διήρκεσε τρία χρόνια. Αλλά κι από αυτόν έφυγε, με μια μικρή κόρη και τίποτα να διαφαίνεται στον ορίζοντα εκτός απ το παράπονο κι απογοήτευση για τον θεσμό οικογένειας.

Τι άντρες κυκλοφορούν σήμερα! Δεν τους νοιάζει τίποτα! Ούτε σπίτι, ούτε παιδιά, η γυναίκα πράγμα, άψυχη! φώναζε στη Χριστίνα, στην κουζίνα του σπιτιού της. Εσύ με τον Κώστα πώς αντέχεις;

Ο άντρας της Χριστίνας, ο Κώστας, έβαλε τις κούπες στο τραπέζι, πήρε στην αγκαλιά την ανιψιά του:

Μιλάτε! Θα βάλω εγώ τη μικρή για ύπνο.

Η μικρή Ελενίτσα νύσταζε, αλλά η μαμά της, απορροφημένη όπως ήταν, την είχε ξεχάσει.

Τι να πω εγώ; Νιώθω πάλι μόνη! παραπονέθηκε η Μαρία, καταπίνοντας γρήγορα τα μπισκότα.

Χρυσή μου, μήπως πρέπει να γίνεις λίγο πιο τρυφερή; Όλο πολεμάς! Και η ζωή περνάει. Η Ελενίτσα θα μεγαλώσει, θα φύγει. Και τότε;

Πω, Χριστίνα! Πόσο τα βλέπεις απλά!

Γιατί;

Κανέναν δεν μπορείς να εμπιστευτείς! Όλοι λένε ψέματα!

Και εγώ;

Και εσύ! Μου λες πως αγαπάς τον Κώστα, αλλά δεν θες να του κάνεις παιδιά! Άρα δε νιώθεις τίποτα!

Τι; η Χριστίνα σοβάρεψε.

Την αγάπη σας δεν την πιστεύω! Είναι κενή! Αν η γυναίκα δεν θέλει παιδί του άντρα της, δεν τον αγαπάει! Ούτε λεπτό!

Η Χριστίνα δεν απάντησε αμέσως. Πήγε στη κουζίνα, έλεγξε το βραστήρα, σκούπισε δάκρυα και είπε ήρεμα:

Δεν είναι πάντα θέμα θέλησης, αλλά δυνατοτήτων. Θέλω, Μαράκι. Πάρα πολύ! Αλλά δεν μπορώ… Μάλλον δεν θα γίνω ποτέ μαμά

Η Μαρία πετάχτηκε, την αγκάλιασε:

Ποιος το είπε; Οι γιατροί; Μην τους ακούς! Θα βρω τους καλύτερους! Θα γίνεις! Θα δεις!

Λέξεις δεν έφταναν κι επιμονή δεν βοήθησε. Δεν είναι όλα στο χέρι μας

Τελικά έγινε μητέρα, αλλά όχι όπως είχε ονειρευτεί. Δικά της παιδιά δεν ήρθαν. Μα αν τολμούσε κανείς να πει ότι ο θετός της γιος ή κόρη, μακρινά παιδιά συγγενών του Κώστα, δεν ήταν δικά, θα τον πλάκωνε στα γαλλικά! Ακόμα και με τη Μαρία γι αυτό τσακώθηκαν και απομακρύνθηκαν.

Δεν χρειάζεσαι ξένα παιδιά, Χριστίνα! Δικά σου θα έρθουν!

Είμαι σχεδόν σαράντα, Μαρία! Αν δεν έγινε, δεν θα γίνει Αυτά είναι παιδιά! Να πάνε πού; Σε ίδρυμα;

Τι σε νοιάζει; Ο Κώστας έχει μια ολόκληρη φαμίλια! Ας τα πάρουν άλλοι!

Εγώ τα θέλω! Το καταλαβαίνεις; Εγώ!

Πω, Χριστίνα! Πού τα έβγαλες αυτά;

Τι;

Πεισματάρα και αφελής! Είναι μεγάλος κόπος αυτό!

Φτάνει, Μαρία. Φτάνει. Πήγαινε σπίτι σου. Η κόρη σου σε περιμένει.

Η Ελενίτσα είναι σε κατασκήνωση. Σε μια βδομάδα γυρίζει. Με τέτοιες εκπλήξεις, ούτε να φανείς μπροστά μου μη τολμήσεις! Και μην ζητήσεις βοήθεια, αφού δεν ακούς τίποτα!

Γιατί τόση πίκρα μέσα σου, Μαράκι; ψιθύρισε η Χριστίνα στην πλάτη της Μαρία που κατέβαινε τις σκάλες θυμωμένη.

Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Η Μαρία πραγματικά θύμωσε. Έκοψε κάθε επαφή, δεν πήγε ποτέ ούτε πήρε τηλέφωνο. Ούτε και στην κόρη της άφηνε να μιλά στην θεία. Βέβαια, η Ελενίτσα δεν άκουγε. Την αγαπούσε τη Χριστίνα, δέχτηκε τα θετά ξαδέλφια χωρίς αντιρρήσεις, και πήγαινε μυστικά σπίτι της ευτυχώς ζούσαν κοντά.

Ύστερα, ήρθε στον Κώστα πρόταση για δουλειά σε άλλη πόλη. Οικογενειακά, το συζήτησαν και δέχτηκαν. Έφυγαν, αφήνοντας στην Ελενίτσα διεύθυνση και οδηγία: ό,τι και να συμβεί, να απευθυνθεί σε εκείνους άμεσα, χωρίς να περιμένει τη μάνα της.

Δεν ξέρεις ποτέ τι φέρνει η ζωή, Ελενίτσα! την αγκάλιασε η θεία Χριστίνα στον σταθμό. Θυμήσου πως έχεις οικογένεια! Είμαστε εδώ για σένα πάντα! Και να προσέχεις τη μαμά σου! Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι μαζί της Εμείς μόνο έχουμε μείνει να νοιαζόμαστε γι αυτήν…

Η Ελενίτσα το κράτησε. Όσο δύσκολο κι αν ήταν, προσπάθησε να σταθεί στη μητέρα της. Όμως μετά έγινε αδύνατο…

Γιατί η Ελενίτσα μεγάλωσε κι ετοιμαζόταν για γάμο. Η Μαρία δεν ενέκρινε την επιλογή της.

Ποιος είναι αυτός ο λίγδας; Τέτοιον βρήκες; είπε βλέποντας τον ντροπαλό, λεπτό, με τα γυαλιά γαμπρό να στέκεται δίπλα στην κόρη της. Δεν μπορούσες καλύτερο;

Η Ελενίτσα δεν απάντησε. Έπιασε από το χέρι τον Φώτη και έφυγαν μαζί, αδιαφορώντας για την οργή της Μαρίας.

Ο Φώτης, που κάθε άλλο παρά λίγδας ήταν, είχε καλό επάγγελμα, ήταν προγραμματιστής και, σκεπτόμενος, πρότεινε στην Ελενίτσα να πάνε να μείνουν στην πόλη της θείας στη Χριστίνα.

Εκεί, Ελένη, έχουμε περισσότερες προοπτικές. Θα πουλήσουμε το διαμερισμά μου εδώ και θα αγοράσουμε κάτι εκεί. Τίποτα δε μας κρατά πια εδώ

Ναι έκλαιγε η Ελενίτσα, θυμούμενη το βλέμμα της μητέρας της. Η Χριστίνα θα καταλάβει. Είναι καλή.

Το μόνο που με νοιάζει είναι να είσαι ευτυχισμένη.

Ο Φώτης την αγαπούσε τόσο που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει όλα μόνο και μόνο για να μη δει ξανά δάκρυ στη μύτη της. Δεν είχε πια οικογένεια, όλη του η ζωή ήταν η Ελενίτσα, αυτή η κοπέλα με τη ροδαλή μύτη και το χαμόγελο. Το όνειρό της ένα: να κάνουν σπίτι, οικογένεια, δυο παιδιά, πολλά χρόνια χαρούμενοι μαζί.

Έτσι κι έγινε.

Η Χριστίνα, μαθαίνοντας το νέο επεισόδιο, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη Μαρία, αλλά μάταια.

Σε σένα ήρθαν; Τέλεια! Μήπως να μη με ξαναπάρεις; Δεν θέλω καμία επαφή! έκλαιγε η Μαρία στο τηλέφωνο.

Μαρία, αρκετά! θύμωσε επιτέλους η ήσυχη Χριστίνα. Να γκρεμίζεις βρίσκεις εύκολο, να χτίζεις; Έδιωξες το ίδιο σου το παιδί από το σπίτι! Και ευτυχώς είχε πού να πάει. Κι αν δεν ήμουν εγώ; Τι μάνα είσαι; Δεν ήθελες τον Φώτη; Δεν θα ζήσεις εσύ μαζί του, η Ελένη θα ζει! Η δική σου δουλειά είναι να είσαι δίπλα της! Η ζωή φτιάχνεται, δεν διατάζεται. Με ποιο δικαίωμα διώχνεις το παιδί; Να πάει σε ξένους; Γιατί εσύ, μάνα, δεν μπορείς να το δεχτείς;

Εσύ πήγε να αρπάξει πάλι την κουβέντα η Μαρία, μα η Χριστίνα δεν την άφησε.

Τελείωσε, Μαρία! Όταν βάλεις μυαλό, τηλεφώνησέ μας. Όμως μόνο με τους δικούς μας όρους. Φτάνει με τις φωνές και τις έξαλλες αντιδράσεις σου! Σκέψου! Όταν είσαι έτοιμη, θα σε περιμένουμε!

Η Μαρία πείσμωσε. Πόνεσε που κανείς πια δεν τη σεβόταν, τους έκοψε όλους από μέσα της. Πίστευε πως Θα τρέξουν να με βρουν! και θα έδειχνε τότε αν συγχωρεί…

Πέταξε στα σκουπίδια την πρόσκληση στο γάμο της Ελένης και του Φώτη, δεν σήκωνε τα τηλέφωνα στις απόπειρες της Χριστίνας. Ούτε και άνοιξε τον φάκελο με τις φωτογραφίες του γάμου, που τις είχε στείλει η αδερφή της. Τον πέταξε κι αυτόν. Σκληρόκαρδη, επέμεινε στην πίκρα.

Πέρασε ο καιρός. Οι συγγενείς δεν άλλαξαν γνώμη. Η ζωή κυλούσε. Η Χριστίνα μεγάλωνε παιδιά, βοηθούσε ανιψιά, κι ο Φώτης με τον Κώστα έκτιζαν το σπίτι της νέας οικογένειας.

Τελικά ο Φώτης αποδείχτηκε πολυτάλαντος. Δεν έμοιαζε πια αδύναμος η γυναίκα του τον φρόντιζε και τον αγαπούσε. Ο Κώστας δεν σταματούσε να τον παινεύει:

Μπράβο σου, Φώτη! Πού τα μαθαίνεις;

Βιβλία κι ίντερνετ, θείε Κώστα! Αν θέλει κανείς, όλα μαθαίνονται.

Όταν ετοιμάστηκε το νέο σπίτι, η Ελένη περίμενε το δεύτερο παιδί τους. Στην ερώτηση της θείας αν πρέπει να καλέσουν τη μαμά της στα εγκαίνια, απάντησε με βαριά ανάσα:

Την πήρα τηλέφωνο πολλές φορές, θεία Χριστίνα. Είτε δεν το σηκώνει είτε το κλείνει αμέσως. Δεν θέλει να ακούσει λέξη.

Μην κλαις! τη στήριζε η Χριστίνα. Δεν κάνει να στεναχωριέσαι!

Δεν θα κλάψω πια μουρμούριζε η Ελένη, γεμάτη λύπη που η μαμά της ήταν μακριά.

Η Μαρία ούτε που το σκεφτόταν να μαλακώσει. Σκεφτόταν: Θα καταλάβουν κάποτε, θα ρθουν κι ύστερα θα σκεφτώ, ήθελε να τιμωρεί κι όχι να δώσει αγάπη.

Ώσπου κάποιο βράδυ Πρωτοχρονιάς, μόνη στο σπίτι, δεν άντεξε άλλο. Πήρε ξανά το νούμερο της αδερφής.

Η απάντηση, όμως, ήταν ξένη φωνή.

Μόλις πέρασε το μισάωρο αναμονής, ξαναπήρε το παλιό νούμερο.

Σας ακούω.

Όχι, εγώ σας ακούω! η Μαρία ξαναβρήκε το ύφος της διευθύντριας. Πώς βρέθηκε στα χέρια σας αυτό το νούμερο;

Λογικό είναι. Αγόρασα καινούριο τηλέφωνο και πήρα την κάρτα αυτής της γραμμής. Όταν δεν χρησιμοποιείται για καιρό, την ξαναδίνουν σε άλλον.

Κοροϊδία! Και η αδερφή μου πού είναι;

Τι να σας πω; η φωνή σκλήρυνε και η Μαρία κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλάξει τακτική.

Πολύ παράξενο όλο αυτό. Μπορώ να σας ζητήσω μία χάρη;

Το κενό στη γραμμή κράτησε, αλλά τελικά η φιλοξενούσα απάντησε:

Θα το σκεφτώ. Πείτε.

Θα μπορούσατε να ρωτήσετε στην πόλη σας; Θα σας δώσω τα στοιχεία της αδερφής μου, να πάτε να της πείτε πως την ψάχνω; Όλα τα έξοδα δικά μου.

Σιωπή. Η Μαρία νόμισε πως της ξανάκλεισε το τηλέφωνο, αλλά τελικά άκουσε χαμηλά:

Εντάξει. Δώστε μου τη διεύθυνση.

Έδωσε τα στοιχεία και περίμενε. Η απάντηση διαφορετική από ό,τι φανταζόταν.

Η αδερφή σας έχει φύγει από τη ζωή εδώ και ενάμιση χρόνο. Πάλεψε δυο χρόνια με την ασθένειά της, αλλά το σώμα της δεν άντεξε. Ο άντρας της σας περιμένει, αν θέλετε να περάσετε. Αλλά και κάτι ακόμη

Τι; η φωνή της Μαρίας κενή, ραγισμένη.

Η κόρη σας. Σας περιμένει κι εκείνη. Και τα εγγόνια σας. Έχετε δύο. Η Ελένη σας έστειλε κάτι. Λόγια από τη θεία σας, που ήθελε να σας τα πει η ίδια, αλλά αποφάσισε πως έτσι είναι καλύτερα. Δεν θέλετε να την ακούσετε…

Πείτε τα!

Μαρία, μην κάνεις την τρελή. Όλα τα δικά σου είναι εδώ. Μεγάλωσε επιτέλους. Σε αγαπούν όλοι ακόμη.

Η φωνή σώπασε. Η Μαρία ξέσπασε σε λυγμούς, καταλαβαίνοντας ότι είχε χάσει σχεδόν τα πάντα.

Αυτό ήταν;

Ναι.

Ευχαριστώ…

Δεν έκανε τίποτα.

Η φωνή μαλάκωσε.

Ελάτε. Έχετε υπέροχη οικογένεια και πανέμορφα εγγόνια.

Κι ο ήχος διακοπής ξανάχτυπησε στο αυτί της. Η Μαρία ξέσπασε. Δεν είχε ξανανιώσει τέτοιο πόνο. Δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα πια, ούτε ήθελε να την ξεχάσει αυτή τη θλίψη. Ήταν το δικό της τίμημα για μια ζωή που νόμιζε ότι δικαιούται χωρίς αγάπη.

Έκλαψε όλη νύχτα. Ύστερα μάζεψε το κουράγιο της και κάλεσε το νούμερο της κόρης, που ήξερε απ έξω.

Ελενίτσα

Μαμά! Γεια σου! Σε περιμένουμε!

Κόρη μου, εγώ

Μη λες τίποτα! Έλα! Θα σε περιμένουμε!

Το ύφος της κόρης της φάνηκε περίεργο στη Μαρία. Μόνο όταν ετοίμαζε βαλίτσα κατάλαβε γιατί. Στη φωνή της Ελένης ήταν όλα: η αποφασιστικότητα, η καλοσύνη της Χριστίνας, κι ακόμα αυτό που τόσο έλειπε όλα αυτά τα χρόνια απ τη Μαρία.

Αγάπη Χωρίς όρια, χωρίς μνησικακία ή πίκρα. Απλά αγάπη. Αυτή που τόσο καλά ήξερε η Χριστίνα και που τώρα πλέον καλούνταν να μάθει η Μαρία.

Κι άλλωστε, αν και δεν είχε πια καμιά βεβαιότητα, ελπίζει, πολύ: πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρει.

Oceń artykuł
Καβγάς