«Θα φας τελευταία, όταν όλοι οι άλλοι έχουν τελειώσει.»
Αυτό μου το είπε η κόρη μου από την άλλη άκρη της τραπεζαρίας μου, ενώ ο άντρας της γελούσε καθισμένος στην καρέκλα του μακαρίτη μου άντρα. Θεώρησαν πως γέρασα, πως δεν αντέχω τίποτα πια. Δεν ήξεραν πως το σπίτι, τα λεφτά και όλα τα στοιχεία ήταν ήδη στα χέρια μου.
…
Η σάλα βυθίστηκε στη σιωπή όταν η κόρη μου, η Δανάη, έδειξε την καρέκλα δίπλα στην κουζίνα και ξανάπε: «Εσύ τρως τελευταία.» Το αρνί έμεινε καυτό μέσα στις παλάμες μου, μοσχοβολισμένο με δεντρολίβανο κάτω απ το φως του φωτιστικού. Για τρία δευτερόλεπτα το μόνο που άκουγες ήταν το παλιό ρολόι να μετράει τον χρόνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Η Δανάη χαμογέλασε όπως χαμογελούν οι άνθρωποι όταν έχουν εξασκηθεί να είναι σκληροί μπροστά στον καθρέφτη. Ο άντρας της, ο Ανδρέας, ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του άντρα μου γυρίζοντας ένα ποτήρι κρασί που ούτε είχε πληρώσει. Η μητέρα του, η κυρία Ασπασία, σκέπασε το στόμα της, αλλά όχι από έκπληξη· πνιγόταν στα γέλια.
«Μαμά,» λέει η Δανάη με γλυκύτητα όση μπορεί να χωρέσει σε μια ψεύτικη φωνή, «μην το κάνεις δύσκολο. Δεν χωράμε όλοι.»
Υπήρχαν δώδεκα καρέκλες.
Καθόμασταν μόνο επτά.
Χάζεψα την άδεια καρέκλα δίπλα στον εγγονό μου, τον Νικόλα. Μόνο οκτώ χρονών, χλωμός, καρφωμένος στο πιάτο του λες και ήθελε να εξαφανιστεί.
«Μάλιστα,» είπα μόλις.
Ο Ανδρέας σήκωσε το ποτήρι. «Έτσι είναι το οικογενειακό μας τυπικό, Μαρία-Ελένη πρώτα οι φιλοξενούμενοι.»
«Είμαι η μάνα σου,» του απάντησα.
Η Δανάη δεν κουνήθηκε καθόλου. «Σήμερα είσαι το υπηρετικό προσωπικό.»
Το είπε έτσι. Λες κι ήταν κάτι πιο απλό από το ψωμί που κόβαμε.
Είχα αρχίσει να μαγειρεύω απ τα χαράματα. Το αρνί, οι πατάτες, τα καρότα, η μηλόπιτα με κανέλα όλα. Ξέπλυνα τα ασημένια σερβίτσια της μάνας μου. Άνοιξα αυτό το σπίτι που στα χαρτιά παρέμενε δικό μου, αν και η Δανάη διαλαλούσε δεξιά κι αριστερά πως «πλέον ανήκει στη δικιά της οικογένεια».
Η κυρία Ασπασία άφησε ένα πονηρό αναστεναγμό. «Υπάρχουν γυναίκες που δεν ξέρουν να κάνουν στην άκρη με αξιοπρέπεια.»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε ειρωνικά. «Ιδίως όσες συνήθισαν να κάνουν κουμάντο.»
Γύρισα προς τη Δανάη. Για μια στιγμή, είδα πάλι εκείνο το κοριτσάκι που κοιμόταν σφιχταγκαλιά με το δάχτυλό μου. Μα δεν ήταν πια εκεί. Τη θέση της πήρε μια γυναίκα με μαργαριταρένια σκουλαρίκια, που κάποτε της είχα χαρίσει εγώ.
«Δανάη,» της είπα ήρεμα, «είσαι σίγουρη γι αυτό που κάνεις;»
Σήκωσε το κεφάλι. «Απόλυτα.»
Το αρνί έκαιγε τα χέρια μου, το φακό. Χαμογέλασα. Και αυτό τους φόβισε πιο πολύ απ το αν φώναζα.
«Δεν θα σας κρατήσω άλλο.»
Γύρισα, μπήκα στην κουζίνα με το αρνί στην αγκαλιά και άκουσα τον Ανδρέα να λέει: «Δραματική, όπως πάντα.»
Κι όμως, δεν δάκρυσα. Έβαλα το αρνί στην ασημένια πιατέλα, τακτοποίησα, πήρα τη τσάντα μου και έβγαλα τον μαύρο φάκελο που είχα κρύψει απ το πρωί στο συρτάρι.
Εκεί είχα τα εκκαθαριστικά, φωτογραφίες, υπογραμμένα έγγραφα και το γράμμα του δικηγόρου μου.
Η Δανάη πίστεψε πως γύρισα στην κουζίνα για να υπακούσω. Όμως ήταν πολύ αργά για να καταλάβει.
Όταν ξαναμπήκα στη σάλα με το παλτό ριγμένο και το αρνί κάτω απ τη μασχάλη, όλοι γελούσαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
«Πού πας δηλαδή;» φώναξε η Δανάη.
«Φεύγω,» απάντησα.
Ο Ανδρέας πετάχτηκε όρθιος κι η καρέκλα έτριξε στο πάτωμα. «Με το φαγητό;»
«Με το δικό μου φαγητό. Στο δικό μου σπίτι. Φτιαγμένο με τα δικά μου ευρώ.»
Η κυρία Ασπασία σήκωσε τη μύτη. «Τι αγένεια»
Τη χάζεψα στο ψεύτικο γούνινο παλτό της πληρωμένο τρεις δόσεις με τη δική μου πιστωτική κάρτα, πριν η Δανάη το καλύψει πίσω από «οικογενειακή ανάγκη».
«Αγένεια είναι να κλέβεις από μια χήρα και να το ονομάζεις παράδοση.»
Το πρόσωπο της Δανάης σφίχτηκε. «Εκτίθεσαι μόνη σου.»
«Όχι,» είπα. «Απλώς δεν αφήνομαι να με εκμεταλλευτείτε.»
Ο Νικόλας σήκωσε το βλέμμα δακρυσμένος. «Γιαγιά»
Αυτό με μάλακωσε λίγο μέσα μου.
«Θα σου τηλεφωνήσω αύριο, αστέρι μου.»
Η Δανάη παρενέβη κοφτά: «Μην το μπλέκεις κι αυτόν.»
Ο Ανδρέας ήρθε κοντά, ψιθυρίζοντας. «Άφησε το αρνί, Μαρία-Ελένη. Δεν θες να το κάνεις πόλεμο αυτό.»
Γέλασα μικρά.
Κι αυτό τους τάραξε πιο πολύ απ όλα.
«Ανδρέα, ούτε έναν τραπεζικό λογαριασμό δεν μπορείς να κλείσεις για τα μισά του μήνα.»
Το χαμόγελο του σβήστηκε.
Η Δανάη τσάκισε τη χαρτοπετσέτα.
Εκεί ήτανε. Ο φόβος, πίσω απ το μακιγιάζ.
Έξι μήνες μετακινούσαν λεφτά από τον οικογενειακό λογαριασμό που είχα ανοίξει στην Αθήνα για τα κοινά έξοδα. Πιο πριν πίστεψα απλώς ότι η Δανάη είχε ζόρια. Ύστερα είδα καταθέσεις σε ψεύτικη εταιρεία επενδύσεων του Ανδρέα. Ύστερα αγορές σε πολυκαταστήματα της Κηφισιάς. Μετά πλαστές υπογραφές σε τιμολόγια για ανακαινίσεις που δεν έγιναν ποτέ.
Νόμιζαν πως δεν καταλάβαινα πια τίποτα. Πως γέρασα. Πως δεν ξέρω να χρησιμοποιώ ebanking.
Ξεχάσανε πως δούλεψα τριάντα δύο χρόνια ως ελεγκτής λογιστικών ατασθαλιών στο κέντρο της Αθήνας.
Τα είδα όλα.
Κι περίμενα.
Όχι από αδυναμία.
Αλλά γιατί μόνοι τους θα έπεφταν όταν νόμιζαν πως είναι άτρωτοι.
«Κάθισε, μαμά,» είπε η Δανάη χαμηλά. «Μπορούμε να τα βρούμε μετά το δείπνο.»
«Μου είπες θα φάω τελευταία.»
«Ήταν παρεξήγηση»
«Παρεξήγηση;» ξαναείπα. «Όχι. Ήταν ό,τι πραγματικά σκεφτόσουν.»
Η κυρία Ασπασία σηκώθηκε, τάχα προσβεβλημένη. «Δεν επιτρέπω να με προσβάλλουν στο σπίτι του γιου μου.»
Κοίταξα τη σάλα στη γειτονιά μας. Οι φρέσκο-βαμμένοι τοίχοι. Τα ξύλινα πατώματα που ο Μάρκος γυάλισε με τα χέρια του. Το φωτιστικό που πήρα όταν πήρα την πρώτη προαγωγή.
«Του γιου σου το σπίτι;»
Ο Ανδρέας έμεινε στήλη άλατος.
Η Δανάη τίποτα.
Έβγαλα τον μαύρο φάκελο και άφησα ένα χαρτί στο τραπέζι.
«Το συμβόλαιο είναι ακόμα στο όνομά μου. Το καταπίστευμα δεν μεταφέρθηκε ποτέ. Και η σύνταξη που παίρνει η Δανάη απ την κληρονομιά του Μάρκου»
Χτύπησα το χαρτί με το δάχτυλο.
«Πάγωσε σήμερα το πρωί.»
Η Δανάη πετάχτηκε, αγριεμένη. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!»
«Το έκανα ήδη.»
Ο Ανδρέας προσπάθησε να αρπάξει το χαρτί, αλλά το τράβηξα προς το μέρος μου.
«Προσοχή,» του λέω. «Υπάρχουν αντίγραφα στον συμβολαιογράφο.»
Κοίταξαν μεταξύ τους. Τότε κατάλαβα. Δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Ήταν κάτι πιο βαθύ. Δεν ήθελαν απλώς να με διώξουν από το τραπέζι είχε σημασία τι είχαν κάνει όσο καθόμουν ακόμη εκεί.
Τους έδωσα μία τελευταία ευκαιρία.
«Πέστε μου τώρα,» είπα, «τι ακριβώς θέλατε να μου βάλετε να υπογράψω απόψε;»
Σιγή.
Η κυρία Ασπασία μουρμούρισε: «Ανδρέα»
Χαμογέλασα.
«Σε μένα πέσατε λάθος. Στον λάθος άνθρωπο.»
Κι έφυγα με το ταψί.
Πίσω μου ακούγονταν φωνές.
Δεν πήγα μακριά. Τρεις δρόμους παρακάτω, στο Κέντρο Κοινότητας του Αγίου Νικολάου, στην Αθήνα, εκείνο το βράδυ δεν είχαν θέρμανση και οι ηλικιωμένοι τρώγανε σούπα κάτω από δωρισμένες κουβέρτες. Ο πάτερ Χρήστος άνοιξε την πόρτα.
«Κυρία Μαρία-Ελένη;»
Σήκωσα το ταψί.
«Έφερα το δείπνο.»
Σε λίγα λεπτά, το αρνί σερβιριζόταν σε χάρτινα πιάτα. Άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα μού έδιναν ευχαριστίες και ευλογίες με δάκρυα. Κάθισα μαζί τους. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ήμουν αυτή που σερβίριζε όλους ήμουν μέρος της παρέας.
Το κινητό μου δεν σταμάτησε να χτυπά.
Η Δανάη κάλεσε δεκαεπτά φορές.
Ο Ανδρέας έστειλε απειλές.
Η κυρία Ασπασία μου άφησε ηχητικό να κλαίει, πως της «κατέστρεψα τα Χριστούγεννα».
Στις 20:12 πήρε ο δικηγόρος μου.
«Το προσπάθησαν,» είπε.
«Τι πάλι;»
«Έστειλαν ψεύτικο πληρεξούσιο πως τάχα το υπέγραψες απόψε. Έδωσαν τα πάντα στη Δανάη.»
Πήρα βαθιά ανάσα.
«Χρησιμοποίησαν την υπογραφή απ τον παλιό ιατρικό σου φάκελο;»
«Ναι.»
Σχεδόν γέλασα.
«Απάτη, πλαστογραφία, οικονομική εκμετάλλευση,» είπε. «Ξεκινάμε;»
Σκέφτηκα τον Νικόλα.
«Ξεκινήστε.»
Την άλλη μέρα, δύο αστυνομικοί βρέθηκαν στο σπίτι, ενώ ο Ανδρέας προσπαθούσε να βγάλει πράγματα απ το γκαράζ. Η Δανάη έκλαιγε σαν να ήταν αθώα. Η κυρία Ασπασία έκανε πως έχανε τις αισθήσεις της.
Ο Ανδρέας φώναζε ως που του έδειξαν τις αποδείξεις: μεταφορές, ψεύτικες υπογραφές, κάμερες ασφαλείας.
«Μας ηχογραφούσες;» ψιθύρισε η Δανάη.
«Προστατευόμουν,» της είπα.
Ο Ανδρέας φώναξε: «Μας την έστησες!»
«Όχι,» απάντησα. «Εσείς την πατήσατε μόνοι σας.»
Η υπόθεση προχώρησε γρήγορα. Τα λεφτά βγήκαν στην επιφάνεια. Οι λογαριασμοί πάγωσαν. Το σπίτι μπήκε σε δικαστική διαχείριση.
Η Δανάη ήρθε μια φορά μόνη, χωρίς κοσμήματα.
«Μαμά ο Ανδρέας φταίει,» είπε με κλάματα.
Ήθελα να την πιστέψω.
Όμως ο Νικόλας βγήκε πίσω απ την πόρτα που περίμενε.
Η Δανάη δεν κοίταξε πρώτα εκείνον. Στάθηκε στον δικηγόρο.
Τότε κατάλαβα.
«Γράφε του γιου σου,» της είπα. «Οι επισκέψεις πια θα είναι επιτηρούμενες από το δικαστήριο.»
Έμεινε αποσβολωμένη.
Κι εγώ έκλεισα την πόρτα.
Έξι μήνες μετά, το πρωινό φως έμπαινε γλυκά στην κουζίνα μου στο Παγκράτι. Ο Νικόλας διακοσμούσε κουλουράκια με υπερβολικά γλάσο μπλε. Πούλησα το μεγάλο σπίτι. Πήρα ένα πιο ήσυχο, δίπλα στο πάρκο. Άφησα αμετακίνητο κληροδότημα για εκείνον.
Η Δανάη σε υποχρεωτική θεραπεία και κοινωνική εργασία.
Ο Ανδρέας περίμενε καταδίκη.
Η κυρία Ασπασία σε ένα μικρό σπίτι, φιλοξενούμενη.
Κάθε Κυριακή, μαγείρευα.
Τρώγαμε όλοι μαζί.
Και μερικές φορές ο Νικόλας έλεγε:
«Γιαγιά, εσύ πρώτη.»
Κι εγώ χαμογελούσα.
Όχι επειδή νίκησα.
Αλλά γιατί, επιτέλους, σταμάτησα να ζητάω άδεια για να κάτσω στο τραπέζι που πάντα μου ανήκε.





