Всех соберу у себя
Мария Андреу сия отложила планшέτ και πήρε το τηλέφωνο:
Γιαγιά, τι κάνεις; Πώς νιώθεις σήμερα; Όλα καλά; Ο παππούς πως είναι; Αφού τηγανίζει πατάτες, όλα καλά θα πάνε. Τελείωσα τη δουλειά μου για σήμερα, θα πάρω τον Δημήτρη από το τάεκβοντό, θα περάσουμε από το σούπερ μάρκετ κι όπου να ναι γυρνάμε σπίτι.
Μετά πήρε ένα άλλο τηλέφωνο:
Γιάννη, γεια σου, εγώ γυρίζω σπίτι. Εσείς με την Ηλέκτρα θα αργήσετε πολύ; Ήδη ερχεστε; Ωραία, ο παππούς ήδη τηγανίζει πατάτες, θα φάμε μαζί όλοι απόψε.
Σηκώθηκε, μάζεψε τα απαραίτητα στην τσάντα της. Φώναξε στους συναδέλφους:
Τα λέμε, καλό βράδυ σε όλους!
Καλό βράδυ, Μαρία, να περάσεις όμορφα!
Πρόλαβε να αλλάξει γρήγορα παπούτσια κάτω από το γραφείο, να ρίξει ένα ανοιξιάτικο παλτό στους ώμους και, καθώς έβγαινε, έριξε με τη συνήθεια μια ματιά στο σκοτεινό παράθυρο. Ήταν ένα ήπιο, ζεστό φθινοπωρινό απόγευμα. Τα φώτα σπίθιζαν φιλόξενα, ο κόσμος βιαζόταν να γυρίσει στα σπίτια του. Είδε το είδωλό της στο τζάμι και χαμογέλασε ποιος να το έλεγε, ποτέ δεν πίστευε πως θα ζει κι εκείνη μια απλή, φυσιολογική ζωή. Ότι θα έχει οικογένεια, ότι κι εκείνη, όπως οι άλλοι, θα σπεύδει γλυκά το βράδυ εκεί που την περιμένουν με λαχτάρα. Παλιά ήταν σίγουρη πως ποτέ δεν θα της τύχαινε αυτό.
Ναι, η δικιά της οικογένεια ήταν ιδιαίτερη, αλλά όλοι τους ήταν ευτυχισμένοι και αγαπιούνταν βαθιά.
Τη Μαρία η μάνα της την εγκατέλειψε από τη γέννα την άφησε και εξαφανίστηκε από το μαιευτήριο. Στο χαρτί από το ορφανοτροφείο έγραφε: μητέρα άγνωστη, πατέρας ανύπαρκτος, ονόματα από υπαλλήλους του δήμου. Το επίθετο «Ανδρέου» της το 'δωσαν επειδή γεννήθηκε την άνοιξη. Γιατί της έδωσαν το όνομα «Μαρία»; Ούτε που ήξερε κανείς. Από μικρή έκανε παρέα κυρίως με αγόρια. Ο καλύτερός της φίλος, ο Γιάννης, ένα χρόνο μεγαλύτερος. Κι εκείνος «Ανδρέου» για τον ίδιο λόγο. Η Μαρία ήταν πάντα άριστη μαθήτρια, υπάκουη, εργατική και πολύ δοτική είχε μεγάλη ανάγκη να την πάρει κάποια οικογένεια. Τις οικογενειακές χαρές τις ήξερε μόνο από τις ελληνικές ταινίες. Μήπως όμως ήταν εκείνη αστεία και ατσούμπαλη, ή απλά άτυχη; Όταν υιοθέτησαν τον Γιάννη, έκλαιγε όλη νύχτα όχι από ζήλια, μα επειδή έχασε τον μοναδικό της φίλο. Εκείνος πίσω από τα χοντρά του γυαλιά:
Μαρία, θες να μην πάω; Τρελός είσαι, του είπε. Ο καθένας τον δρόμο του.
Θα σε βρω, σου το υπόσχομαι!
Άντε μην κουράζεις, Γιάννη, δεν πειράζει!
Η Μαρία τελείωσε το σχολείο, μπήκε στο τεχνικό λύκειο οικοδομικών, έζησε σε φοιτητική εστία. Μόλις πήρε το δίπλωμα, της δόθηκε από τον Δήμο μια μικρή γκαρσονιέρα ορφανή ήτανε. Η πολυκατοικία όμως στα σύνορα του Πειραιά, αλλά δεν πείραξε! Δούλεψε ως σχεδιάστρια σε τεχνικό γραφείο. Η ενήλικη ζωή της ξεκινούσε στρωτά. Φίλες έκανε πολλές εκεί, οικογένεια όμως ακόμη δεν ήθελε, έτσι το χε αποφασίσει. Μια μεγάλη λαχτάρα πάντα είχε στη ψυχή της: ένα σπίτι γεμάτο, σύζυγο αγαπημένο και δυο-τρία παιδιά να τρέχουν, να γελούν, να φωνάζουν, «μαμά, μπαμπά». Κάτι που γι αυτήν ήταν ζεστά, σχεδόν ονειρικά λόγια. Να ανοίγει την πόρτα και ν ακούει: «Μαμά, ήρθε ο μπαμπάς!» λες κι ήτανε σε παραμύθι.
Μια φορά που γυρνούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας, βγήκε ένας νεαρός τρέχοντας, σχεδόν την ανέτρεψε με μια τσάντα στο χέρι. Μπήκε μέσα κι η Μαρία βρήκε μια γιαγιά πεσμένη στις σκάλες:
Η σύνταξη μου πήρε τη τσάντα Σπρώξε με, κορίτσι μου. Τα γυαλιά μου, που είναι, δεν βλέπω!
Η Μαρία βγήκε έξω μα ο νεαρός εξαφανίστηκε. Έβοηθησε την γιαγιά, ευτυχώς δεν χτύπησε σοβαρά.
Πώς γίνεται αυτό, παιδί μου, γιατί; φώναζε η γιαγιά. Τη γύρισε μέχρι το σπίτι, εκεί την περίμενε άρρωστος ο παππούς, κατάκοιτος. Από τότε η Μαρία άρχισε να τους επισκέπτεται, τους έφερνε ψώνια, μιας κι έχασαν τη σύνταξη. Δήλωσαν στην αστυνομία, αλλά ο κλέφτης χαμένος. Βρήκαν έπειτα την τσάντα με τα χαρτιά έξω απ το σπίτι τουλάχιστον αυτό!
Όλο και πιο συχνά περνούσε η Μαρία στη γιαγιά Κατερίνα. Κάλεσαν γιατρούς για τον παππού Σταύρο, κάπως συνήλθε ο άνθρωπος. Άρχισαν πάλι να χαίρονται οι γέροι. Τη φωνάζανε εγγονή, τη φώναζαν στο σπίτι τους δικοί τους άνθρωποι δεν έχουν.
Μια μέρα, γνωρίζει στο λεωφορείο έναν νεαρό. Την κοιτά και χαμογελά:
Κοπελιά, κάπου σε ξέρω. Μήπως έχουμε ξανασυναντηθεί;
Γέλασε η Μαρία:
Μάλλον όχι.
Βιαστικά, της έλεγε τα πάντα. Πως τον λέγανε Νίκο, πως ζούσε με τη μάνα του, πως είχε μια απλή δουλειά. Της φάνηκε οικείος. Ο Νίκος άρχισε να τη συνοδεύει μετά τη δουλειά. Κάποια στιγμή ήρθε και σπίτι της. Τον φίλεψε με τσάι και τοστ. Χωρίς να καταλάβει, του διηγήθηκε το παρελθόν απ το ορφανοτροφείο της. Ο Νίκος την κοίταζε σα να ήθελε να μιλήσει μα δίσταζε. Ίσως τη λυπόταν. Κι ενώ ένιωθε πράγματι έλξη, κάτι μέσα της τη σταμάταγε. Την επόμενη φορά συνέβη το απρόσμενο. Τη στιγμή που έβαζε το βραστήρα, την αγκάλιασε απότομα.
Νίκο, καλύτερα να μην βιαστούμε, είπε εκείνη.
Εκείνος, όμως, να την πιέζει.
Στα νεύρα της φώναξε:
Σε αναγνώρισα, είπαν για σένα, το ξερα πως είσαι αυτή από το ορφανοτροφείο!
Κι αν τολμήσεις να μιλήσεις ποιος θα σε πιστέψει! Και χειρότερα σ εσένα θα συμβεί!
Η Μαρία δεν τον δήλωσε στην αστυνομία. Φοβήθηκε το θόρυβο. Ένα μήνα μετά, την μετέφεραν εκτάκτως με ΕΚΑΒ απ το γραφείο. Εξωμήτρια κύηση, ρήξη. Της είπαν μπορεί να μη γίνει ποτέ μητέρα.
Η γιαγιά Κατερίνα στάθηκε δίπλα της. Τη νανούριζε με μαγείρευε, την έβαζε να πίνει ζεστά για να παίρνει δύναμη. Η Μαρία βγήκε απ το νοσοκομείο χαμένη. Πώς να ζήσεις πια; Γύρισε προς το μοναστήρι του προφήτη Ηλία στα Υμηττά. Αργοφθινοπώρια χρυσογάλανοι τρούλοι, μύριζε λιβάνι, οι καμπάνες υψώναν τη φωνή τους. Οι εργάτες μάζευαν τα λουλούδια στους κήπους.
Ξαφνικά άκουσε μια γνώριμη φωνή:
Ανδρέου, Μαρία;
Γυρνά βλέπει έναν εργάτη να της χαμογελά:
Μαρία, σε έψαχνα!
Γιάννη, εσύ;
Τον αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα.
Έλα να πάμε στο αρχονταρίκι, έχει ωραίο φαΐ σήμερα, ψωμί, πίτα και τσάι, της είπε.
Η Μαρία θυμάται αχνά πως εκεί στο τραπέζι τα είπαν όλα. Εκείνη του εκμυστηρεύτηκε τα πάντα, κι εκείνος της ιστορία του: υιοθετήθηκε, τον πατριό τον είχε βίαιο, έφυγε, τραυματίστηκε, τριγυρνούσε και τώρα στο μοναστήρι βρήκε καταφύγιο.
Στο δρόμο προς το σπίτι της, σκεφτόταν πόσο ευλογημένη στάθηκε από τη συνάντηση αυτή. Μερικές μέρες έμεινε εκεί, δεν ήθελε καν να γυρίσει σπίτι. Εκεί, με τον Γιάννη, τα αποφάσισαν όλα. Η γιαγιά Κατερίνα κι ο παππούς Σταύρος της είχαν προτείνει να της γράψουν το διαμέρισμα. Μα αυτή και ο Γιάννης σκέφτηκαν κάτι καλύτερο.
Γιαγιά Κατερίνα κι ο παππούς Σταύρος χάρηκαν διπλά: θα μείνει κάποιος μαζί τους. Τέτοια χαρά για δυο μοναχικούς, αρρώστους γέρους!
Πέντε χρόνια τώρα, η Μαρία και ο Γιάννης Ανδρέου είναι παντρεμένοι. Μετακόμισαν στα προάστια, σε ένα μεγάλο διαμέρισμα για όλους. Η γιαγιά κι ο παππούς ζουν ευτυχισμένοι μαζί τους πια νιώθουν ξανά αρχηγοί οικογένειας. Κι ύστερα από δύο χρόνια πραγματοποιήθηκε το μεγάλο όνειρο της Μαρίας: υιοθέτησαν δύο παιδιά, τον Δημητράκη και την Ηλέκτρα, απ το ίδιο ορφανοτροφείο στο οποίο είχαν μεγαλώσει εκείνοι.
Γιάννη, θυμάσαι που όλο ρωτούσαμε αν θα μας πάρει ποτέ κάποιος, αν ποτέ θα χουμε δικό μας σπίτι; κοίτα τώρα τα μάτια τους, και πάμε να ορκιστούμε πως θα γίνουμε οι γονείς που ονειρεύομασταν μικροί.
Και τώρα:
Μαμά, ο μπαμπάς που είναι; Γιαγιά, έλα να δεις, τι χτίσαμε με τον παππού!
Η Μαρία προσπαθεί να μην θυμάται τα παλιά, τα δύσκολα. Μονάχα μια φορά, η γιαγιά Κατερίνα της ψιθύρισε ότι ο κακός τους πιάστηκε, ξανά, σε άλλη παράβαση. Τον βάλανε στη φυλακή και θα μείνει πολλά χρόνια.
Κατά πως λένε, ο δίκαιος Θεός θα ανταποδώσει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Και σε τούτη τη ζωή, και στην αιώνια.





