Θέλω να ζήσω, Ανδρέα!

Θέλω να ζήσω, Ανδρέα!
Γεώργιε Παναγιώτου, Γεώργιε Παναγιώτου, τι συμβαίνει;

Η νοσοκόμα, η Ειρήνη κορίτσι δυναμικό και καλή ψυχή έπιασε τον χειρουργό από το μανίκι. Δεν τα κατάφερε, όμως, εκείνος λύγισε με πλάτη στον τοίχο, έγειρε το κεφάλι στη γωνία και δεν μίλησε.

Η Ειρήνη, με ένα σκίρτημα περηφάνειας για όλο το προσωπικό, σκέφτηκε πώς οι γιατροί δίνουν κυριολεκτικά τον εαυτό τους στους ασθενείς, δουλεύουν ως τον λιποθυμικό ίδρωτα! Αλλά κανείς δεν το εκτιμάει αυτό. Ο ασθενής που μόλις χειρούργησε ο Γεώργιος Παναγιώτου, δεν το δει αυτό ποτέ.

Γεώργιε Παναγιώτου, πείτε μου… να φωνάξω κάποιον…;

Δεν χρειάζεται, σήκωσε το κεφάλι από τον τοίχο, παραπάτησε σχεδόν πηγαίνοντας προς το ιατρείο, Στην πόρτα γύρισε και είπε στην Ειρήνη: Όλα καλά, μην ανησυχείς.

Ο Γεώργιος άφησε το σώμα του να πέσει στον δερμάτινο καναπέ, ξάπλωσε. Ήταν άραγε όλα καλά; Δεν ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαιναν τέτοια ζαλάδα. Κούραση; Μάλλον αυτό.

Θυμήθηκε όταν κάποτε είχε κανονικά Σαββατοκύριακα. Πραγματικά ελεύθερα, να ξεφεύγει από τη φασαρία του νοσοκομείου: μια βόλτα με τη σύζυγο, εκδρομή στη θάλασσα με τα παιδιά κι ας ήταν η Αθήνα με τα μποτιλιαρίσματα της Κυριακής.

Τώρα όμως… Όλοι οι γιατροί δουλεύουν σε τρεις κλινικές ταυτόχρονα, τι να προλάβεις; Ήταν κι ο δεύτερος του γάμος. Η Μαρία του νεότερη, με παιδιά στο Γυμνάσιο, όλα έξοδα… Και να, ήθελε να αλλάξει και το αμάξι.

Αλλά στην πραγματικότητα, το σημαντικό ήταν η αξία του ως γιατρού. Ήθελε να είναι ο καλύτερος, να κερδίζει τον σεβασμό και τα κατάφερνε, είκοσι χρόνια τώρα. Οι ασθενείς τον ζητούσαν, οι συνάδελφοι τον σέβονταν, προσκλήσεις για συνέδρια, αμοιβή καλή.

Πάνο, καλεί κολλητό αναισθησιολόγο Η Σταυρούλα σου είναι σήμερα εφημερία;

Ναι, ρε Γιώργο, εκεί είναι.

Και στο τέλος της βάρδιας ο Γεώργιος είχε ήδη μπει στον μαγνητικό τομογράφο με τη Σταυρούλα, ακούγοντας τους ενοχλητικούς ήχους, που ούτε τα ακουστικά δεν κάλυπταν.

Ξάφνου τον πλημμύρισε ο τρόμος λες κι ήθελε να φωνάξει, „βγάλτε με από την κλούβα αυτή!” Τι να σκεφτεί για να ξεχαστεί; Τι καλό υπήρχε στη μνήμη του;

Η σκέψη πήγε πίσω, χρόνια πίσω. Δεύτερος γάμος… Ήταν πλέον χειρουργός, πατέρας, μα γνώρισε τη Μαρία δασκάλα της κόρης του. Τίποτα χαρούμενο, δουλειά-σπίτι-δουλειά. Ο πρώτος γάμος χειρότερος, άσχημο διαζύγιο, ούτε που ήθελε να το θυμάται.

Τα φοιτητικά χρόνια, εκεί, ναι! Ειδικά τα πρώτα.

Θυμήθηκε τον εαυτό του, τον φίλο του τον Βίκτωρα και τον Ανδρέα τρεις φοιτητές ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όλοι ξένοι στην πόλη. Έμεναν σε ένα μικρό διαμέρισμα.

Ο Ανδρέας, μόνιμα με γυαλιά, παιδί της επαρχίας, ήσυχος, λιγάκι αφελής, αλλά με τέτοια αύρα που ήθελες απλώς να είσαι κοντά του, ν ακούς τον μαλακό του λόγο, να βλέπεις τα καθάρια γαλανά μάτια του πίσω από τα γυαλιά.

Είχε απίστευτη μνήμη, θυμόταν όλο το βιβλίο λέξη προς λέξη, απαντούσε πάντοτε σε όλα.

Ο Βίκτωρας το ακριβώς αντίθετο. Δυναμικός, χωρατατζής από χωριό κάπου έξω από τα Τρίκαλα, όλο κίνηση και αστεία. Μιλούσε δυνατά, έδινε κουράγιο σε όλους, γνωρίστηκε με όλο τον όροφο, και περισσότερο ασχολούταν να γνωρίζει κόσμο παρά να διαβάζει.

Κι ο Γεώργιος αγχωμένος με τα μαθήματα, θαρρούσε πως δεν θα τα καταφέρει. Θαύμαζε τον Ανδρέα για τις γνώσεις, τον Βίκτωρα για το μπρίο του. Στο τέλος, μόνο ο τέταρτος συγκάτοικος δεν τα κατάφερε, κι αυτοί οι τρεις έμειναν αχώριστοι.

Στην αρχή, σπίτι τους βρήκε η μάνα του Ανδρέα ήρθε απ τη Λαμία, μαγείρεψε για μήνα, τους έδωσε συμβουλές για τη συμβίωση.

Να χετε την ευχή μου, αγόρια! Να στε εντάξει μεταξύ σας, είπε η κυρία Κωνσταντούλα πριν φύγει. Η κουζίνα τους γέμισε ταπεράκια.

Απίστευτη η μάνα σου, ρε Ανδρέα! Τι κάνει;

Δουλεύει σε μαγαζί με εικόνες, απάντησε.

Πού; Σε μαγαζί με τι;

Σε εκκλησία, πουλάει κεριά και εικόνες, εξήγησε.

Άρα… θρήσκα;

Φυσικά. Κι εγώ πιστεύω, είπε απλά.

Οι άλλοι αντάλλαξαν ματιές στον παράξενο.

Δικές σου οι εικόνες στο περβάζι;

Η μάνα μου τις έφερε για εμένα, είπε, απάντησε, κατεβάζοντας τα μάτια.

Ο Βίκτωρας, πάντα ειλικρινής:

Δεν θα έπρεπε να είσαι σε ιατρική αν πιστεύεις σε… θαύματα; Η επιστήμη αλλιώς δουλεύει.

Ο γιατρός το σώμα, ο Θεός την ψυχή, είπε ο Ανδρέας ήρεμα, κι οι άλλοι δεν το δούλεψαν παραπάνω.

Μεγάλο θέμα δεν ξαναάνοιξαν. Τον έβλεπαν να σταυροκοπιέται, διακριτικά, δεν το έπαιζε λες και ήταν θέμα. Πάντα ήρεμος, έσβηνε τις εντάσεις με λίγα λόγια κι αμέσως πήγαινε να καθαρίσει το πάτωμα μόνος του.

Αξίζει να μαλώνουμε για μικροπράγματα; έλεγε με χαμόγελο.

Ούτε τον κούραζαν τα απλά, ούτε τον ενοχλούσαν οι δουλειές. Και οι άλλοι τον ακολουθούσαν.

Ποιος ξέρει αν ήταν ο Θεός μαζί του ή αν ήταν τυχερός κι ικανός. Ό,τι έβαζε, το πρώτα ανατομίας και η λατινική, τα πάθαινε νεράκι. Στο τέλος, κανείς δεν αμφέβαλε, ο Ανδρέας συγκρατούσε τη φιλία.

Κι ας ερωτεύθηκε πρώτος. Τον έβαλαν στο σύλλογο φοιτητών, γνώρισε τη Γαλήνη: μικρή, στιβαρή, κουλ και καλή καρδιά. Στο δεύτερο έτος, ζευγάρι.

Αντίθετα ο Βίκτωρας, με τα χωριάτικα αστεία του, έδειχνε να πιάνει μόνο τα δύσκολα. Ήδη στον δεύτερο χειμώνα εργαζόταν στο ΕΚΑΒ, νοσοκομείο, έκαναν τον σοβαρό πρακτικό και μάθαινε συνέχεια. Ήταν θαυμαστός έμπαινε βαθιά στη δουλειά, ρωτούσε, βοηθούσε, όλοι στον Άγιο Σάββα τον ξέρανε ως ακμαίο βοηθό.

Ο Γεώργιος ήταν μετρημένος, διάβαζε, ήθελε να γίνει καλός γιατρός. Τίποτε εξαιρετικό, αλλά αγαπούσε το επάγγελμα.

***

Ο τομογράφος τον άφησε ελεύθερο. Ο Γεώργιος κοίταξε έξω, γέμισε τα πνευμόνια αέρα. Από πού του ήρθε ξαφνικά αυτή η κλειστοφοβία;

Η Σταυρούλα μπήκε να του βγάλει το εξοπλισμό.

Τι έχουμε, ρε, Σταυρούλα; Το κοιτάξατε;

Περίμενε λίγο, να γράψει ο γιατρός την αξιολόγηση και σου λέω. Θα σε πάρω, έλα αργότερα. Κοίταζε περίεργα. Κούραση φαινόταν στα μάτια, όχι τίποτα άλλο.

Θα περάσω αύριο. Σπίτι θέλω να πάω.

Τελικά, δεν προλάβει να φύγει, η Σταυρούλα τον πήρε τηλέφωνο κι έφερε τα αποτελέσματα ίδια.

Γιώργο… τα ξέρεις. Μην το αργήσεις. Πήγαινε το στον Αναστάση Δημαρέλο να δει.

Ο Γεώργιος κοίταξε την περιγραφή, έβαλε το δισκάκι στον υπολογιστή, έστριβε τις εικόνες του εγκεφάλου του βλέποντας έναν αιχμηρό σκιά. Σαν να εξέταζε ασθενή, όχι τον εαυτό του. Δεν το εκλάμβανε καν σαν προσωπικό. Δεν χωρούσε να γίνει αυτός ασθενής.

***

Ο Δημαρέλος, ο κορυφαίος νευροχειρουργός τους.

Να στο γλυκάνω θα ήθελα, αλλά ξέρεις όσο κανείς άλλος πού βαδίζουμε. Βλέπεις…

Βλέπω. Είναι τα χειρότερα;

Όχι γιατρός. Αλλά κράτα γερά. Τίποτα σίγουρο εδώ, έτσι; Ξέρεις… όλα στα χέρια χειρουργού και του Θεού είναι.

Δεν το πιστεύω. Δεν… ε, ετοιμαζόμουν για το συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, θα έπαιρνα οικογένεια, διακοπές… Τώρα… Τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση μου;

Θα πήγαινα στην κλινική του Σιμωνίδη. Αυτά που κάνουν δεν υπάρχουν αλλού. Μόνο, έχει χρόνια αναμονή… Ποιος ξέρει πώς θα μπεις… Το κύκλωμα σου κάπως θα βοηθήσει. Προσπάθησέ το…

Ο Γεώργιος δούλεψε, χειρουργούσε, έκανε διαγνώσεις. Ο πόνος δεν τον ενοχλούσε, μόνο ένα αίσθημα κόπωσης και ζαλάδα αυτά, όμως, τα διαχειρίστηκε με τη φαρμακευτική τέχνη του.

Άρχισε να ψάχνει γνωστούς στον Σιμωνίδη, μπας και έβρισκε θέση μάταια, όμως, ο συγχρονισμός ήταν τρομερός.

Έπρεπε να μιλήσει στη Μαρία, η οποία ήταν έτοιμη να κανονίσει ταξίδι στη Θεσσαλονίκη.

Μαράκι, πρέπει να πάω μόνος.

Πώς μόνος; Κι εμείς; Τι έγινε;

Δεν πάω για συνέδριο αυτή τη φορά. Έχω… όγκο στον εγκέφαλο, κάρφωσε τις λέξεις, πρώτη φορά το ξεστόμισε, και ο ίδιος ταρακουνήθηκε.

Η Μαρία, μέσα στο σοκ της, άφησε τα ρούχα που έδινε προίκα από το στεγνωτήριο, τον κοίταξε με οδύνη.

Παναγία μου, Γιώργο… δεν γίνεται να μη σε ακολουθήσω.

Όχι ακόμα. Θα περιμένω θέση εκεί, ίσως περάσει πολύς καιρός.

Είναι τόσο σοβαρά; κάθισε κοντά, πες μου…

Ο Γεώργιος, σαν παιδί, άρχισε να της ξετυλίγει τις σκέψεις, το τι πέρασε όλον αυτό τον καιρό. Την αφήνει να τον ακούσει, ένιωσε ανακούφιση πως μπορεί τέλος να μιλήσει σε κάποια που τον αγαπάει αληθινά. Με την πρώτη του γυναίκα, ποτέ δεν θα μπορούσε να ανοίξει την ψυχή του.

***

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αρνούνται τη μετάγγιση αίματος επικαλούμενοι τη Βίβλο. Εδώ έχουμε εκκλησία που απαγορεύει μεταμοσχεύσεις, που αρνείται εξωσωματική, που θεωρεί αμαρτία την παρένθετη μητρότητα παραλογισμός ή όχι, η Εκκλησία και η ιατρική δεν πάνε μαζί!

Δεν είναι έτσι, φώναξε κάποιος.

Ποιος;

Εγώ, λέει ο Ανδρέας κι ανεβαίνει στην έδρα.

Ο καθηγητής αγριεύει, πετά τα επιχειρήματα του ο Ανδρέας ψύχραιμος, απαντάει τα πάντα αξιοπρεπώς.

Η Εκκλησία σκέφτεται την ψυχή. Υπάρχει θέση για τα πάντα: υιοθεσία αν δεν έρθουν παιδιά, αποδοχή του άλλου, αγάπη και ελπίδα. Η επιστήμη θεραπεύει το σώμα, ο Θεός την ψυχή, λέει. Και άθελα του παρασύρει ολόκληρη την αίθουσα.

Και μετά τα πράγματα δεν ήταν εύκολα στο πανεπιστήμιο για τον Ανδρέα. Τον καλούσαν στον πρύτανη, γύριζε στεναχωρημένος, μίλαγε μόνο στη Γαλήνη του. Κανείς άλλος δεν έμαθε τι γινόταν.

Στο πέμπτο έτος… δεν γύρισε ποτέ. Έμεινε μόνο ένα γράμμα: „Θα ακολουθήσω άλλο δρόμο, να κρατήσετε τη φιλία μας”, έγραφε.

Ο Γεώργιος κι ο Βίκτωρας έμειναν άφωνοι. Ένας τέτοιος άνθρωπος να παρατήσει την ιατρική;! Μίλησαν με τη Γαλήνη τείχος. Πήγαν στη μάνα του στη Λαμία. Εκείνη, πάντα φιλόξενη, τους φιλοξένησε με ταπεράκια και χαρά: „Στον δρόμο του Θεού ο Ανδρέας μου.”

Γύρισαν φορτωμένοι, χωρίς να μπορούν να το καταλάβουν.

Για όνομα του Θεού! Να παρατήσεις τέτοια θέση; χτυπούσε το γόνατο ο Βίκτωρας.

Βλέπεις; Κι εμείς τον θυμόμαστε. Ε, καλά έκανε λοιπόν, μα τι να πεις…

***

Γιατί να αφήσεις ταξίδι; Πήγαινε σε φίλο πριν φύγεις, έλεγε ο Δημαρέλος.

Θα πάω στην Ήπειρο. Είναι ένας παλιός φίλος, παπάς πια, λέει ο Γεώργιος. Λιγότερο φοβόταν να ταξιδέψει με τρένο παρά να οδηγήσει.

Έφυγε λοιπόν για ένα μικρό χωριό κοντά στην Άρτα όνομα στους τουριστικούς χάρτες για τα μοναστήρια του. Εκκλησίες παντού, λες και η κάθε γειτονιά έχει κι από μία.

Πήγε στο μεγάλο μοναστήρι. Του είπαν, „ο παππάς στην λειτουργία.” Στάθηκε, τριγύρισε. Δίπλα, νεκροταφείο κι από πίσω ποτάμι. Κάτω, πηγάδι με γιαγιάδες να σκαρφαλώνουν τον λόφο. Τρεις φορές έπρεπε να κατέβεις και να ανέβεις λέει, για να πάρεις αγιασμό.

Γιατί να το κάνω; ρώτησε μια κοπέλα.

Γιατί ήρθατε, και θα σας βοηθήσει, απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

Πήρε ένα μπουκάλι, το έκανε τρεις φορές. Ήπιε νερό γλυκό, κρύο, ανάλαφρο.

Κάπου εκεί βγήκε ο παππάς, ο Ανδρέας. Έβαλε τα μάτια του πάνω στον Γεώργιο, κι ήταν ο ίδιος εκείνος Ανδρέας. Αγκαλιάστηκαν, οι ενορίτες τους κοίταξαν περίεργα.

Τι χαρά μεγάλη, Γιώργο… η Γαλήνη θα χαρεί πολύ.

Η Γαλήνη; Εσύ;

Ναι, γιατρός στα τοπικά, πεντάδα τα παιδιά μας. Μόνο ο μικρός στον δημοτικό.

Να τα μας! Κι εγώ τρία. Από το πρώτο γάμο η Λυδία, τα άλλα δύο με τη Μαρία. Εσύ όμως… πώς άντεξες;

Εδώ. Βρήκαμε γαλήνη με τη Γαλήνη. Μας είχαν καλέσει και αλλού, εδώ μείναμε.

Πήγαν σπίτι αργότερα, μεγάλος μονόροφος με αυλή γεμάτη βασιλικούς, εικόνες παντού, λάδι στα καντήλια, αλλά… λάπτοπ, τηλεόραση, άπλα και φως.

Η Γαλήνη τον αγκάλιασε με χαρά, σαν χαμένος αδελφός. Έφαγε, μίλησε λίγο, μετά κοιμήθηκε στην αυλή, στο αιώρα. Δεν ήθελε να φύγει. Ταξίδι προγραμματισμένο, αλλά είχε λίγες μέρες ακόμα.

***

Ξέρεις, μιλάς ακόμα με τον Βίκτωρα;

Στην αρχή πολλά, μετά λιγότερο, μετά τίποτα. Ο γιος μου προσπάθησε μέσω Facebook αλλά… η ζωή αλλού.

Με κρίνεις;

Μόνο ο Θεός. Εσύ νιώθεις, ξέρεις. Πες μου, Γιώργο… τι σε καίει;

Κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο…

Ο Ανδρέας αναστέναξε.

Καταλαβαίνω. Αύριο, θα ετοιμαστείς για Θεία Κοινωνία. Κουράγιο και θα δούμε…

Σαν να με θάβεις ρε Ανδρέα.

Μη λες χαζά. Κανείς δεν σε βοηθά αν δεν παλέψεις. Εγώ ένας δρόμος είμαι, τα υπόλοιπα εσύ.

Τη νύχτα, το μεγάλο του βάρος σερνόταν σαν ένοχη μνήμη. Στον Ανδρέα έπρεπε να εξομολογηθεί.

Στη λειτουργία την επόμενη όσα κουβαλούσε του βγήκαν. Η αλήθεια πίκρα, για λάθη με την οικογένεια, για ζήλιες με τον Βίκτωρα. Η άνοδος της καριέρας, η αλαζονεία, μια αγάπη γεμάτη ίντριγκα, μια δεύτερη σύζυγος που τελικά του στάθηκε. Χάρισμα, σφάλματα, απιστίες μικροπράγματα όλα τα εξομολογήθηκε με πίκρα.

Μπορείς; ρωτάει τον Ανδρέα.

Τον λόγο τον έχει ο Θεός, δεν είμαι εγώ άξιος. Εσύ να το πιστέψεις, κατάλαβες; και του χάιδεψε με κατανόηση τον ώμο. Τα μάτια τους συναντήθηκαν, γεμάτα ευγνωμοσύνη.

Αν ήμουν εσύ, θα ψαχνα τον Βίκτωρα. Ζητά συγγνώμη, να τα βρεις.

Τώρα που; Πρέπει σε λίγες μέρες να φύγω Θεσσαλονίκη…

Είναι στην Πάτρα ο Βίκτωρας, έργα κάνει σε ογκολογική. Μπορείς να πας εκεί;

Μα… Δεν ξέρω… Για χειρουργική θέλω τα καλύτερα μηχανήματα.

Ψάξ’ τον. Τέτοιες συναντήσεις είναι για να κλείνουν οι κύκλοι.

Θα το δω… Προσευχήσου για μένα, σε παρακαλώ.

Πριν φύγει, ο Γεώργιος ανέβηκε άλλες τόσες φορές το λοφάκι στο μοναστήρι. Έπινε από το πηγάδι, προσευχόταν. Οι γιαγιάδες τον σταύρωναν και σταύρωναν και τον εαυτό τους. „Ο Θεός βοηθός,” ψιθύριζαν.

Και πραγματικά, ας ήταν το νερό ή ας ήταν η συνάντηση αυτή, ο Γεώργιος το πίστεψε: υπάρχει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία. Με ό,τι έχεις, προχώρα.

Oceń artykuł
Θέλω να ζήσω, Ανδρέα!