Να σου πω, φιλενάδα, τι έπαθε η Ελένη αλήθεια, πάγωσα όταν τα άκουσα. Λοιπόν, η Ελένη έφτιαχνε τουρσί πιπεριές στην κουζίνα της, όταν γύρισε σπίτι ο άντρας της, ο Μάνος. «Γύρισα!» φώναξε, μπαίνει μέσα και μένει άναυδος. «Τι είναι όλα αυτά;», τη ρωτάει, κάπως επιτακτικά.
«Τι να είναι; Τουρσί φτιάχνω, αφού εσύ μου το ζήτησες!», του λέει εκείνη με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, γιατί ήθελε να τον ευχαριστήσει. «Μα για κοίτα εδώ!», κάνει ο Μάνος και δείχνει γενικά όλη την κουζίνα, που ήταν γεμάτη μπωλ, κατσαρόλες, βαζάκια, πιπέρια, σκόρδα διάσπαρτα παντού, χάλια λογικό, σου λέει, τέτοια διαδικασία. Αλλά για αυτόν, χαμός.
Η Ελένη τον κοιτά περίεργα, δεν καταλάβαινε, ούτε μπορούσε να ψυχανεμιστεί τι είχε στο μυαλό του.
Ένα μήνα πριν απ αυτό, είχαν μαλώσει άσχημα. Είχαν συγκατοικήσει μόλις τέσσερις μήνες, πρώτος γάμος για εκείνον, δεύτερος για εκείνη. Η Ελένη με μια μεγάλη κόρη που ήδη δούλευε, ο Μάνος έναν γιο δέκα ετών από προηγούμενο γάμο που τον έβλεπε σπάνια, μιας και ο μικρός ήταν στην Πάτρα με τη μάνα του.
Ενώ στην αρχή όλα κυλούσαν όμορφα η Ελένη άφησε το ενοίκιο και το σπίτι της στην Καλλιθέα και μετακόμισε στο Παγκράτι, στην όμορφη φωλίτσα του Μάνου λες «ωραία, τώρα θα έχουμε αγκαλιές, φαγάκι, ηρεμία». Τα πρώτα βράδια πετούσε από τη χαρά της, τον καλομάθαινε, έκανε τα πάντα με χαρά, μαγείρευε πράγματα από το πρωί ως το βράδυ, και γινόταν άθλος αυτό, πίστεψέ με.
Μετά όμως, σε τέσσερις μήνες ούτε που κατάλαβε πώς άρχισε να γκρινιάζει ο Μάνος. Κάθε μέρα, και από κάτι: «Το φλυτζάνι δεν πλύθηκε αμέσως», «το κρεβάτι έχει τσακίσει», «δεν σφουγγάρισες καλά». Μα της έβαζε συνέχεια ταμπέλες.
Η Ελένη δούλευε κανονικά σε δημόσια υπηρεσία γύριζε νωρίτερα απ αυτόν και πρόσεχε το σπίτι. Πάντα φαγητό ζεστό, καθαριότητα, και πότε τους έφταιξε ένα, πότε το άλλο. Αυτός το έριχνε και στους φίλους του: «Πάω στον αδελφό μου να μαζέψουμε μπριζόλες να κάνω κάτι ευχάριστο», της έλεγε. Και η Ελένη, μόνη να κλείνει πιπεριές, όπως εκείνη την ημέρα, που απροειδοποίητα γύρισε σπίτι και είδε την κουζίνα άνω κάτω.
«Ελένη, πάλι τα έκανες μούσκεμα», λέει. «Εντάξει, σε λίγο τελειώνω, θα τα φτιάξω όλα», προσπαθεί να τον χαλαρώσει. «Αυτά λες και μετά όλα μένουν σαν βομβαρδισμένο τοπίο». Της την έδινε η γκρίνια του.
«Σου μαγείρεψα, δεν θέλεις να φας;»
«Να φάω πάλι μακαρόνια με μπιφτέκια, τρίτη μέρα;»
«Ό,τι μπορώ κάνω! Τόσες φορές έτρεχα στα μανάβικα σήμερα, πονούσε η μέση μου από τις σακούλες!»
Εκεί άρχισε αναπόφευκτα ο καυγάς. Ανεβαίνει η ένταση, ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες:
Σου έχω φτιάξει χώρο, ζεστασιά, ηρεμία, τι ακριβώς σου λείπει;
Τα έχω βαρεθεί όλα. Και τα φαγητά σου και ό,τι προσπαθείς, είχε φτάσει στα όριά του.
Τότε η Ελένη δεν άντεξε μάζεψε δυο βαλίτσες εκείνη τη νύχτα και έφυγε όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Δεν της είπε ούτε «συγγνώμη». Έμεινε στην Άννα, τη φίλη της, και μετά νοίκιασε ένα στούντιο στα Ιλίσια, δέκα μέτρα απ τη δουλειά της πλήρωσε κι ένα κάρο ευρώ, μεσίτη, μεταφορές, όλα. Δεν γύρισε πίσω ούτε για μια στιγμή στην αρχή.
Σου λέω, φίλη μου, δύσκολο. Πόνεσε κι ας μην είπε τίποτα σε κανένα, ούτε στην κόρη της.
Πέρασε μια βδομάδα. Ο Μάνος; Απολύτως τίποτα. Ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα μήνυμα. Μόνο το ίδιο βράδυ, ένα sms:
«Και τώρα τι να κάνω με το τουρσί;»
«Κάν το ό,τι θες, μου είναι αδιάφορο πια!», του απάντησε εκείνη μέσα στα νεύρα της.
Αλλά κι εκείνη στεναχωρήθηκε. Πήγε χαμένο το μεράκι της, τα έξοδά της, τα ψώνια έφτασε μια σπιθαμή από το να είναι έτοιμο, κι όλα πήγαν κατά διαόλου. Δεν το θελε να τελειώσει έτσι, αλλά, τι να κάνεις.
Κάποτε, όταν ηρέμησε, πίστεψε για μια στιγμή πως ίσως αυτός θα την ψάξει, θα έρθει να της ζητήσει συγγνώμη, να τα βρουν. Αλλά τίποτα.
Μετά έπρεπε να περάσει μια βδομάδα για να πάει να πάρει ό,τι είχε αφήσει πίσω. Του στέλνει, λοιπόν:
«Θα περάσω να μαζέψω τα τελευταία μου πράγματα. Θα είσαι σπίτι;»
«Θα είμαι», της απαντάει.
Μπαίνει σπίτι τον βλέπει, κάτω από το βάρος της σιωπής. Εκείνος προσπαθεί με γλυκόλογα, λέει «σ αγαπώ, δεν θέλω να χωρίσουμε, μου λείπεις», κι άλλα τέτοια τετριμμένα. Αλλά μέσα της τίποτα. Τη λέξη του την είχε χάσει.
Άμα αγαπούσε στ αλήθεια, της λέει, δε θα καθόταν ήσυχος τόσο καιρό. Μάζεψε τα τελευταία πράγματά της: το σαμπουάν της, το μπουφάν της που το αγαπούσε (της το είχε πάρει η αδερφή της για τη γιορτή), την αγαπημένη της κούπα από την κόρη της, το τσάι της μικροπράγματα που έδιναν μαγεία στην καθημερινότητα.
Εκείνος δεν άντεξε «Μη φύγεις, χωρίς εσένα είμαι χαμένος!»
Κι εγώ μαζί σου χάνω τον εαυτό μου! Τελείωσε, Μάνο, ως εδώ ήταν.
Λήγει η ιστορία, φίλη μου. Στο ασανσέρ, στο ταξί, δάκρυσε λίγο, σ το λέω, γιατί ήταν φθινόπωρο κι έξω, φθινόπωρο κι εκεί μέσα της. Αλλά μετά, το σκέφτηκε αλλιώς. Σε λίγες μέρες είχε τα γενέθλιά της. «Θα πάνε όλα καλά», μουρμούρισε στον εαυτό της και χαμογέλασε. Και ξέρεις θα πάνε.





