Η Φανταστική Μου Φίλη

Φανταστική φίλη

Γύρω από τη Μαριλένα μαζεύτηκαν για τρίτη συνεχόμενη μέρα σωροί μαθητών. Το κορίτσι είχε αποκτήσει φήμη σε όλο το σχολείο πως ήταν πραγματική σύμβουλος και είχε το χάρισμα της πρόβλεψης. Όλοι ήθελαν να πάρουν λίγο απ τη σοφία της. Την παραμόνευαν έξω από την τουαλέτα, κάθονταν δίπλα της στο κυλικείο, της πήγαιναν σοκολάτες, τετράδια με ασκήσεις κι άλλα διάφορα δώρα, που όμως εκείνη πάντα αρνούνταν ευγενικά.

Μου αρέσει ο Δημήτρης απ το Ε2. Λες να κάνουμε οικογένεια; ρώτησε με όνειρο στα μάτια η συμμαθήτριά μου, η Σταυρούλα.

Δεν το προτείνω. Ο Δημήτρης αυτός, παρόλο που φαίνεται καλό παιδί, σκαλίζει τη μύτη του και τρώει τα νύχια του. Φαγητό ποτέ δεν θα σας λείψει φυσικά, αλλά σταματάει εκεί το καλό! Μια ζωή μέσα στη σκαλίτσα και στη βαρεμάρα. είπε η Μαριλένα, ρουφώντας τσάι με κριτσίνι.

Μπλιαχ! Καθόλου ωραίο! Και ο Κωστής; Αυτός παίζει κιθάρα και παίρνει δέκατα, είπε πάλι η Σταυρούλα με ονειροπόλο χαμόγελο.

Ο Κωστής είναι σκληρός με τις γάτες. Δένει κονσέρβες στην ουρά τους και τις κυνηγάει στις γειτονιές. Σκληρόκαρδος θα γίνει και αργότερα θα το τσούζει.

Και πώς το ξέρεις αυτό;

Έχεις δει ποτέ νηφάλιους κιθαρίστες; Και γενικά, είναι νωρίς για εσένα· ζήσε πρώτα για σένα τα αγόρια δεν θα χαθούν! Καλύτερα φτιάξε τα μαθηματικά σου και μην τρως τα νύχια σου, θα γεμίσεις παράσιτα.

Δεν έχω φίλους. Όλοι με λένε χοντρό και δε με καλούν πουθενά, είπε ο Πάνος απ το Δ3 και απώθησε τη Σταυρούλα ώστε να γλιστρήσει στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

Την Τετάρτη ξεκινάει εγγραφή για πάλη. Δήλωσε συμμετοχή στον γυμναστήριο. Δε θα αδυνατίσεις αμέσως, αλλά κανείς δε θα σε κοροϊδεύει πια. Κι εσύ, άσε τις αγένειες στην γυναίκα που θα παντρευτείς μελλοντικά.

Η Μαριλένα σηκώθηκε και πήγε να αφήσει το δίσκο της στο ξέπλυμα.

Μαριλένα, λες να πάω φέτος για δίπλωμα οδήγησης ή του χρόνου καλύτερα; ρώτησε τυχαία η καθηγήτρια γεωγραφίας, η κυρία Ειρήνη, την ώρα που ξέπλενε τα χέρια της.

Κυρία Ειρήνη, για να κάνετε δίπλωμα χρειάζεστε αυτοκίνητο, αλλά εσείς έχετε το παλιό Fiat του πατέρα σας. Καταλαβαίνετε τη διαφορά;

Ε, ναι περίπου

Η Μαριλένα έριξε τα μάτια στον ουρανό και συνέχισε πλένοντας τα χέρια της:

Πουλήστε το, πάρτε με τα λεφτά ένα ποδήλατο και σορτσάκια, σε δυο μήνες θα σας πάνε στη δουλειά άλλοι. Κι αν μπορούσατε, καλύτερα βάλτε μπροστά για στεγαστικό τώρα τα επιτόκια είναι βούτυρο, κι είναι κάπως περίεργο να ζείτε με τους γονείς σας στα 35. Εγώ έτσι το κόβω.

Υπό το βλέμμα της καθηγήτριας ξεκίνησε για το μάθημα οικιακής οικονομίας στην τάξη της.

Σε σαράντα λεπτά, όσο οι άλλες κοπέλες μάθαιναν να μετρούν με τον χάρακα και να περνούν κλωστή στη βελόνα, η Μαριλένα έμπαλωσε παντελόνι από το σπίτι, στένεψε μια φούστα και έπλεξε ένα ζευγάρι καλτσάκια για τη δασκάλα, γιατί, όπως της είπε, οι έγκυες πρέπει να κρατούν τα πόδια ζεστά. Η δασκάλα της οικιακής, συγκινημένη, έφυγε στα ξαφνικά για το φαρμακείο να πάρει τεστ εγκυμοσύνης. Την άλλη μέρα όλη η τάξη έτρωγε σοκολατίνα που έφερε ως ευχαριστήριο στη Μαριλένα.

Στο σπίτι ήταν επίσης ασυνήθιστη. Μάλωσε τη μητέρα της επειδή αγόρασε κιμά απ το σούπερ μάρκετ και έφτιαξε μόνη της σπιτικά πιτάκια. Το βράδυ αντί να δει YouTube, διάβαζε Οι Τρεις Σωματοφύλακες κι έψιθυριζε πού και πού σε κάποιον αόρατο. Ο πατέρας της κοίταζε διακριτικά από την οθόνη, κι η Μαριλένα του έκανε παρατήρηση πως καμπουργιάζει και καλό θα ήταν να βγάλει το χαλί έξω να το τινάξει αντί να κάθεται σε περίεργα sites.

Οι φήμες στο σχολείο φούντωναν και οι δάσκαλοι απαίτησαν την παρέμβαση της σχολικής ψυχολόγου. Οργανώθηκε συνάντηση με όλους τους καθηγητές και τη διευθύντρια παρούσα εντός σχολικής ώρας.

Μαριλένα μου, σε πειράζει κανείς στο σχολείο; ξεκίνησε ο ψυχολόγος με μόδα στα γένια και γυαλιά.

Με πειράζει το γεγονός πως στο σχολείο ήρθαν μερικά εκατομμύρια ευρώ, κι εμείς πήραμε στο γυμναστήριο μόνο ένα παλιό μπάγκο κι ένα σχοινί, απάντησε σοβαρά η Μαριλένα, παίζοντας με τις κοτσίδες της.

Όλοι γύρισαν στη διευθύντρια που, αθόρυβα, το έβαλε στα πόδια.

Δεν κάνεις παρέα με κανέναν;

Η φιλία είναι αφηρημένη έννοια, απάντησε βαριεστημένη η Μαριλένα. Σήμερα παίζεις κυνηγητό στο διάλειμμα και αύριο η κολλητή σου πλένει πιάτα στο σπίτι σου όσο εσύ ψάχνεις φοροαπαλλαγές.

Κάτσε, ποια πιάτα και ποια φοροαπαλλαγή; Ποιος στα είπε;

Η φίλη μου.

Να τη φέρεις εδώ λοιπόν!

Είναι ήδη εδώ, απάντησε ήρεμα η Μαριλένα, αφήνοντας τους πάντες με το στόμα ανοιχτό.

Δεν τη βλέπουμε όμως. Πώς τη λένε;

Ραΐσα Παυλίδου.

Και πόσων ετών είναι;

Εβδομήντα.

Τι άλλο σου λέει;

Ότι τα δόντια πρέπει να τα πλένεις απ τα ούλα, πως ο σκύλος στην πολυκατοικία μας δεν είναι κακός αλλά πεινασμένος και τρομαγμένος, ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τους συγγενείς μας. Και ότι εσάς, τα τελευταία πέντε χρόνια, σας βάζουν λάθος τον ΕΝΦΙΑ. Να πάτε στο Κτηματολόγιο να διορθώσετε, γιατί σας τα υπολόγιζαν με βάση την αντικειμενική αξία.

Ο ψυχολόγος σημείωσε τα πάντα, με ιδιαίτερη έμφαση στο τελευταίο.

Κάλεσαν τους γονείς επί τόπου.

Μισό λεπτό! ακούστηκε ο πατέρας της, ενθουσιασμένος στο τηλέφωνο. Έτσι έλεγαν τη μάνα μου! Πέθανε πριν δέκα χρόνια.

Το γραφείο πλημμύρισε με αναστεναγμούς και ψιθύρους.

Ναι, δέκα χρόνια, και ακόμα δεν περνάει κανείς από εκεί. Όλα έγιναν χωράφι, η περίφραξη έγειρε, μουρμούρισε παράπονα η Μαριλένα.

Ήθελα να πάω, αλλά πάντα κάτι με σταματά δικαιολογήθηκε ο πατέρας σιγανά.

Η συνεδρία τελείωσε έτσι…

Την επόμενη μέρα όλη η οικογένεια πήγε στο νεκροταφείο. Η Μαριλένα δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη γιαγιά της, μόνο διηγήσεις είχε ακούσει απ τον πατέρα της. Πήραν ώρα να τη βρουν, καθώς το νεκροταφείο είχε γεμίσει μάρμαρο εκεί που κάποτε ήταν πευκοδάσος.

Η Μαριλένα άφησε ένα μπουκέτο με κίτρινες τουλίπες σε μια κομμένη πλαστική μπουκάλα. Ο πατέρας ίσιωσε την περίφραξη, η μητέρα ξερίζωσε τα αγριόχορτα.

Μπαμπά, η γιαγιά είπε πως είσαι καλός, απλά έχεις χαθεί στη δουλειά και στο ίντερνετ και δεν βρίσκεις χρόνο ούτε για μένα.

Ο πατέρας κοκκίνισε, έκανε ένα νεύμα κατανόησης.

Πες της ότι θα αλλάξει αυτό, απάντησε χαϊδεύοντας το κεφάλι της Μαριλένας και τη ξεθωριασμένη φωτογραφία της γιαγιάς.

Τώρα ηρεμεί και δε θα ξανάρθει σε μένα, όσο και αν θα μου λείψει, γιατί ήταν πολύ καλή, εύθυμη και πανέξυπνη.

Έτσι ήταν. Η γιαγιά σου έβλεπε τους ανθρώπους όπως ήταν πραγματικά. Κάτι άλλο σου είπε;

Ναι, να μην κάνεις εκείνη τη γελοία διατροφή με τα αγγούρια. Αν θες να αδυνατίσεις, πήγαινε στο γυμναστήριο. Επίσης, δεν ήταν σοφό να ανοίξεις λογαριασμό σε ξένο νόμισμα, έπρεπε να σκεφτείς καλύτερα τις κινήσεις σου. Και, όσο για το φτηνό μπετόν που παράγγειλες για το υπόστεγοΟ πατέρας έσκυψε και χαμογέλασε δειλά, σαν παιδί που μόλις άκουσε κάτι που δεν επιτρέπεται να ξέρει κανείς. Η μητέρα έβγαλε μια μικρή φωτογραφία της Μαριλένας και τη στερέωσε δίπλα σ εκείνη της γιαγιάς, για καλή τύχη. Ο ήλιος έχυνε γλυκό φως πάνω στα μάρμαρα, τα πουλιά τραγούδησαν ξανά ανάμεσα στα αραιά πεύκα κι ο αέρας μύριζε χώμα και ζεστασιά.

Περπατώντας προς την έξοδο, η Μαριλένα χαμογελούσε ήσυχα. Στο αυτί της ψιθύρισε μια φωνή που μόνο εκείνη άκουγε:

Έκανες καλή δουλειά, μικρή μου. Πήγαινε τώρα να ζήσεις κι αν χρειαστείς κάτι, να θυμάσαι: πάντα κάπου θα σε περιμένω, με λίγες τουλίπες και μια συμβουλή για τα δύσκολα.

Η Μαριλένα έπιασε σφιχτά το χέρι του πατέρα της, έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή κι ένιωσε, για πρώτη φορά, ότι είχε πολλούς φίλους κάποιους εδώ, κι άλλους που ζουν σε ιστορίες, σε γέλια και σε αγαπημένες αναμνήσεις. Καθώς έβγαιναν από το νεκροταφείο, πίσω τους φύσηξε ένα ανοιξιάτικο αεράκι, που μύριζε μαμά, γιαγιά και κουλουράκια κανέλας.

Και μπροστά, ο κόσμος φάνταζε λίγο πιο φωτεινός, λίγο πιο φιλικός και μυστήριος, γεμάτος ιστορίες που περίμεναν τη σειρά τους, μόνο ν ακουστεί η σωστή φανταστική φωνή την κατάλληλη στιγμή.

Oceń artykuł
Η Φανταστική Μου Φίλη