ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΩΣ
Η διευθύντρια της παθολογικής κλινικής τραβούσε τη ματιά όλων: οι άνδρες την κοιτούσαν γεμάτοι θαυμασμό, οι γυναίκες με ειλικρινή ζήλια. Ο λευκός ιατρικός της μανδύας τής πήγαινε πολύ, τονίζοντας τη χωρίστρα μαύρων της μαλλιών που μαζεύονταν συνήθως σε ρολό πίσω με ένα κομψό κλιπ. Το άμυνα καπέλο της φαινόταν να της προσθέτει πόντους ύψους, ενώ το απαλό περπάτημά της, παρά τα τακούνια, γινόταν σχεδόν αθόρυβο και ευγενικό. Παρ όλο που φαινόταν γύρω στα σαράντα πέντε, κανένας στο νοσοκομείο δε γνώριζε πραγματικά την ηλικία της. Τη Δανάη Μαρκάτου, αυστηρή και αλύγιστη, τη σέβονταν και τη φοβούνταν ελαφρώς και το προσωπικό και οι ασθενείς.
Άνδρες ασθενείς και συνάδελφοι δοκίμασαν να την προσεγγίσουν, να της κάνουν κομπλιμέντα, να την καλέσουν για καφέ ή να της προσφέρουν κουτιά με λουκούμια και μπουκέτα γαρδένιες, αλλά ο αυστηρός της βλέμμα τους σταματούσε πριν κάνουν το παραμικρό βήμα. Στη μονάδα διακινούνταν διάφορες φήμες: κάποιοι έλεγαν πως είχε αγαπήσει πολύ και είχε πληγωθεί, ότι ο άνδρας της χάθηκε είτε σε ένα ατύχημα στη θάλασσα είτε σε κάποιο ασαφές γεγονός. Μια τραγική ιστορία έχανε και παιδί… Κανένας δεν ήξερε τι αλήθευε και τι ήταν αποκυήματα κακίας.
Το μόνο κοινό μυστικό στο νοσοκομείο ήταν ότι η Δανάη ζούσε μόνη της. Δε δεχόταν κανέναν πραγματικά κοντά της, δεν συνδεόταν με κανέναν, αν και δεν τη χαρακτηρίζεις ούτε σκληρή ούτε κακιά.
Κάποτε, νέα και παθιασμένη, είχε αγαπήσει πρωτόγνωρα τον συμφοιτητή της, τον όμορφο Ηλία Μαρκάτο. Χωρίς αυτόν δεν άντεχε. Εκείνος, ωστόσο, ένιωθε ότι η έντονη και αφοσιωμένη αγάπη της τον βάραινε, γι αυτό προτίμησε άλλη γυναίκα κι εξαφανίστηκε απ τη ζωή της. Από τότε η καρδιά της έμεινε κλειστή. Ίσως ακόμη να θυμάται τον Ηλία ή να είχε κουραστεί από προδοσίες.
Στάθηκε καλοστημένη μπροστά στο γραφείο της νοσηλεύτριας.
Βέρα, δώσε μου τον φάκελο του Τολίδη απ το πέμπτο δωμάτιο. Θα ετοιμάσω το εξιτήριο για αύριο, είπε και γύρισε στο γραφείο της με τον φάκελο σφιγμένο στο στήθος.
«Λοιπόν, ο άνδρας έγινε καλά. Τώρα μόνο από τη θέλησή του και τη δύναμη του σώματός του εξαρτάται πόσο σύντομα θα τον ξαναδούμε», σκεφτόταν γράφοντας τα στοιχεία εξιτηρίου, εξετάσεις, φαρμακευτικές αγωγές
Απέμεναν μισή ώρα μέχρι το τέλος της βάρδιας. Έκλεισε το γραφείο της, το κλείδωσε και τότε πρόσεξε μια γυναίκα στο τέλος του διαδρόμου που μιλούσε χαμηλόφωνα στο κινητό, κοιτάζοντας απ το παράθυρο.
Δεν έχει πεθάνει. Ζωντανός και παραζωντανός! Μην τσαντίζεσαι. Του το είπα Ε, δεν είχα επιλογή Νομίζεις, δεν υποψιάστηκε; Τα λέμε το βράδυ, είπε η γυναίκα, έκλεισε το τηλέφωνο και κατευθύνθηκε ήσυχα προς τις σκάλες.
Η Δανάη μπήκε στο πέμπτο δωμάτιο. Τα κρεβάτια ήταν άδεια, θα σχολίαζε συνήθως ότι το κάπνισμα βλάπτει, αλλά αντίκρισε την πλάτη του ασθενή που κοιτούσε το παράθυρο κι έμεινε σιωπηλή.
Κύριε Ιωάννη, αύριο άρχισε να λέει, όμως όταν εκείνος γύρισε το κεφάλι γεμάτος πόνο, κόμπιασε.
Τι συμβαίνει; ρώτησε τρυφερά και κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι.
Να μη μπορώ να φύγω; Δεν έχω πού να πάω ψέλλισε.
Πιασμένη η θέση του. Η γυναίκα του άλλον έφερε κιόλας. Έτσι είπε: «Τετέλεσται. Σε άλλον ανήκω πια και θα μείνω πιστή σ αυτόν». Κι εσένα, συγγνώμη, σε πέταξε σαν σκουπίδι, πετάχτηκε ο ασπρομάλλης ασθενής της γωνίας.
Αλήθεια; ρώτησε ήσυχα η Δανάη. Τώρα κατάλαβε περί τίνος μιλούσε η γυναίκα στο διάδρομο: Περίμενε να πεθάνει ο άνδρας της, δεν άντεξε και τον άφησε όσο ακόμα ζούσε.
Ο Ιωάννης Τολίδης, ψηλός, γεροδεμένος, πάνω από πενήντα με γκρίζα μαλλιά και λυπημένα μάτια, κοιτούσε το παράθυρο με τα δάχτυλα σφιγμένα.
Η Δανάη κοίταξε έξω. Φτάναμε στα τέλη Απριλίου. Οι μπουμπούκια στις λεύκες του νοσοκομειακού κήπου ήταν έτοιμα να ανοίξουν στη δροσερή αθηναϊκή ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. Από το γκρίζο ουρανό έμοιαζε ότι μπορεί να πέσει ψιλό χιόνι.
Εντελώς μόνος; Φίλοι; Παιδιά; τον ρώτησε στοργικά.
Αυτοί έχουν τη ζωή τους. Μια-δυο μέρες, ναι, παραπάνω ντρέπομαι. Ήξερα ότι ήταν με άλλον, νόμιζα πως θα της περάσει
Κύριε Ιωάννη, λίγες μέρες παραπάνω δεν αλλάζουν τίποτα, κι έχουμε λίστα αναμονής. βιάστηκε η Δανάη, αλλά μετά στάθηκε σκεπτόμενη. Ξέρετε τι; Έχω σπίτι στο χωριό, ογδόντα χιλιόμετρα από την Αθήνα, εύκολη η διαδρομή. Το σπίτι είναι γερό, αλλά θα χρειαστεί κάποιες επισκευές. Χρόνια είναι άδειο. Αύριο θα σας φέρω τα κλειδιά και θα σας εξηγήσω πώς να πάτε και έφυγε αποφασισμένη χωρίς να του αφήσει περιθώριο να αρνηθεί.
Απίστευτο! είπε γεμάτος θαυμασμό ο συγκάτοικος του δωματίου. Αυστηρή, μα τελικά πόσο ανθρώπινη! Μη διανοηθείς να πεις όχι, Ιωάννη. Η άπιστη γάτα σου δεν αξίζει ούτε τα νύχια της.
Άνθισε και μαράθηκε η αγγελική, ο Μάης έφερε επιτέλους ζέστη και ήλιο. Ένα Κυριακάτικο πρωινό, η Δανάη μπήκε με το Honda της στον δρόμο προς το χωριό για να δει τον προστατευόμενό της.
Το σπίτι είχε μεταμορφωθεί. Τα παντζούρια βάφτηκαν ζωηρό γαλάζιο, η σκεπή μπαλωμένη, μια νέα σκάλα στη θέση της παλιάς. Στο κατώφλι περίμενε ο Ιωάννης, με ένα χαμόγελο ζεστό, φόραγε t-shirt και παντελόνι τζιν, ξυπόλυτος. Δεν θύμιζε τον καταβεβλημένο ασθενή, τα μάτια του γυάλιζαν, οι ώμοι του ήταν στητοί και το δέρμα του γεμάτο υγεία.
Καλημέρα, ήρθα να σας δω. Σας φέρθηκε καλά το χωριό; του είπε, στηριγμένη στην πόρτα του αυτοκινήτου.
Ποιος να με πειράξει! Τρεις γριούλες χαίρονται που έχει ακόμα ζωή το χωριό. Οι παραθεριστές ασχολούνται με τα δικά τους, απάντησε φανερά χαρούμενος.
Ο αέρας του χωριού σας έκανε καλό. Κι η δουλειά; είπε η Δανάη, με αμηχανία, αφού εκείνος δεν της πρότεινε να μπει μέσα.
Τι δουλειά, παιχνιδάκι… άπλωσε τα χέρια του. Πειθαρχία στον στρατό, τι άλλο; Δούλεψα λίγο φύλακας. Καλή σύνταξη παίρνω, δεν έχω παράπονο.
Για δείξε μου πώς τα κατάφερες εδώ είπε η Δανάη, τελικά κλείνοντας την πόρτα και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια.
Χαζός είμαι, είπε και χτύπησε το μέτωπό του. Από την ταραχή μου, μείνε με το στόμα ανοιχτό! της άνοιξε διάπλατα την ξύλινη πόρτα.
Στο εσωτερικό τα πατώματα γυάλιζαν με πλεκτά χειροποίητα χαλιά. Το φως του ήλιου περνούσε από τη δαντελένια κουρτίνα κι έκανε περίτεχνα σχέδια στο πάτωμα. Στα παράθυρα δυο γεράνια σε πήλινα γλαστράκια. Το παλιό ρολόι τικ τακ αγκαλιάζοντας την ησυχία.
Μου τα έδωσε η κυρά Βαλεντίνα από την άκρη του χωριού για να μη νιώθω μόνος, της είπε βλέποντας το βλέμμα της στα γεράνια.
Ποια μυρωδιά είναι αυτή; ρώτησε η Δανάη.
Έφτιαξα σούπα με λαχανικά στον ξυλόφουρνο και πατάτες. Θα φάτε; πετάχτηκε κι εκείνη πρώτη φορά χαμογέλασε μπροστά του.
Ένιωσε μια γλυκιά χαλάρωση το σπίτι αγκάλιαζε σαν άρωμα παιδικής ηλικίας, σαν μνήμες απ τη γιαγιά της… Δεν είχε γυρίσει απ όταν πέθανε η μητέρα της ούτε να το πουλήσει μπορούσε, γιατί το σπίτι είχε όλα τα καλοκαίρια της, τότε που φόρτωναν το αμάξι με βαζάκια τουρσί, μαρμελάδες και φεύγανε στην πόλη και τα θυμόντουσαν τον χειμώνα. Η μητέρα της… Πόσο μακρινό πια.
Λοιπόν, πόσο καιρό μπορώ να μείνω εδώ; τόλμησε ο Ιωάννης.
Όσο θέλετε, Ιωάννη. Δεν πατάω εδώ δεκαετία. Αν θέλετε, να σας ξαναδώ πού και πού, αν δεν έχετε πρόβλημα. Εσείς νιώθω όπως ήταν με τη μαμά: ζεστασιά και σπιτική αύρα. Ούτε θέλω ούτε μπορώ να φροντίζω το σπίτι και τη γη είπε ντροπαλά, σκύβοντας το βλέμμα· εκείνος όμως σιώπησε με διακριτικότητα.
Σας έφερα προϊόντα! το ξέχασα είπε και έτρεξε στο αυτοκίνητο.
Ο Ιωάννης ένιωσε πως τη βλέπει πρώτη φορά χωρίς άσπρη μπλούζα και σκουφάκι το καλοκαιρινό φόρεμά της, ανάλαφρο, της πήγαινε. Κάποιες τούφες ξέφυγαν από το χαρακτηριστικό κότσο κι έδειχνε πιο φιλική, σχεδόν νεανική.
Το ίδιο βράδυ στο σπίτι κυριαρχούσε ένα άρωμα διακριτικό απ το άρωμα της Δανάης, που έμεινε στην ατμόσφαιρα ακόμα κι όταν εκείνη έφυγε αργά προς το δειλινό. Ό,τι κι αν έπιανε στα χέρια του ο Ιωάννης, είχε το αποτύπωμα εκείνης. Ήταν μια νέα αίσθηση που τον ανησυχούσε και ταυτόχρονα τον πείραζε τρυφερά, σαν ξύπνημα ύστερα από μεγάλο ύπνο. Σχεδόν ευχαρίστησε την πρώην γυναίκα του για την ανατροπή στη ζωή του.
Η Δανάη ξαναπήγε δύο μήνες αργότερα με ψώνια και μία καινούρια καλάμι εκείνος στο μεταξύ σήκωσε το φράκτη, και με περηφάνια της είπε πως του ζήτησαν βοήθεια και οι μοναχικές γυναίκες του χωριού, πληρώνοντας τον σε φρέσκο γάλα, γιαούρτι, αυγά.
Το σπίτι έμοιαζε να καμαρώνει πια και το ίδιο, μην αφήνοντας καμία αμφιβολία πια πως έχει ξανά νοικοκύρη.
Το χειμώνα θα σας κεράσω τουρσί δικό μου! είπε χαρούμενος, κι εκείνη παρατήρησε πως είχε αλλάξει εντελώς, νέος, δυνατός και τραβούσε πια το βλέμμα της.
Ο ήλιος χαμήλωνε και έβαφε τα πάντα πορτοκαλί απαλά. Ξαφνικά ο Ιωάννης έτρεξε έξω.
Η Δανάη προχώρησε αργά στο σπίτι και ύστερα είδε πως αργεί. Πέρασε στην αυλή και είδε τον Ιωάννη καθισμένο στη γη, ξαπλωμένο στον φράχτη.
Ιωάννη! έτρεξε, γονάτισε, έλεγξε σφυγμό, έτρεξε στο αμάξι για φαρμακείο, ξέχασε το ποτήρι νερού, γύρισε πίσω, έδωσε χάπι υπογλώσσιο, τον βοήθησε να πιει νερό.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά τον βοηθούσε να ξαπλώσει μέσα.
Φαίνεται με πείραξε ο ήλιος, μου ήθελα να σας δώσω αγγούρια για τον δρόμο… Μείνε… είπε για πρώτη φορά με δισταγμό.
Η Δανάη στεκόταν μπροστά στο κρεβάτι του, σκεπτόμενη τι να απαντήσει. Εκείνος έγειρε το κεφάλι στη μέση της και αναστέναξε.
Η ευτυχία είναι περίεργο πράγμα. Τη γυρεύεις, την περιμένεις, νομίζεις χάθηκε, μα κάποτε γίνεται και βρίσκεις τον δρόμο της μέσα από ανθρώπους απ όπου δεν το περιμένεις. Συνηθίζεις να ζεις μόνος σου, να μη σε πληγώνουν, να μην κινδυνεύεις από απώλεια. Κι όμως κάποια μέρα οι δρόμοι σου διασταυρώνονται με του άλλου και συνεχίζετε μαζί.
Και η αγάπη; Κι αυτή πολλές φορές αλλάζει πρόσωπο. Στα νιάτα παθιασμένη, καμιά φορά εγωιστική· μεγαλώνοντας γίνεται τρυφερή, γλυκιά και ήρεμη, σαν το τελευταίο ζεστό φως του ηλιοβασιλέματος.
Κανένας δεν ξέρει τι του φέρνει το αύριο, αλλά όσο η καρδιά είναι ανοιχτή, στο τέλος, όποιος τολμά να δώσει, βρίσκει το φως που του αξίζει.





