Η συνταξιούχος κυρία Λίλια (ή όπως την αποκαλούσαν όλοι, Λίλα) Δημητρίου, αναστέναξε βαριά και με κόπο γύρισε πλευρό. Οι αρθρώσεις την πονούσαν, τα πόδια της ήταν πρησμένα. Είχε κουραστεί να πηγαίνει σε νοσοκομεία, είχε κουραστεί από τις θεραπείες.

Συνταξιούχα κυρία Άννα (ή όπως τη φώναζαν όλοι, Αννούλα) Δημητρίου, αναστέναξε βαριά και με δυσκολία γύρισε πλευρό. Της πονούσαν τα γόνατα, τα πόδια της ήταν πολύ πρησμένα. Είχε κουραστεί να τρέχει στους γιατρούς, κουράστηκε κι από τις θεραπείες.

Ζούσε μόνη της, ποτέ δεν παντρεύτηκε. Έχει έναν γιο από τον πρώτο της έρωτα, πολλά χρόνια πριν. Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Με κόπο σηκώθηκε και την άνοιξε.

Στην είσοδο στεκόταν ο γιος της με τη νύφη της. Δίπλα τους, ο τετράχρονος εγγονός της, Μανώλης, κρατούσε σφιχτά ένα μικρό αυτοκινητάκι στα χεράκια του. Και μαζί τους ήταν και ένας τεράστιος σκύλος.

Μαμά, για λίγο θα σας αφήσουμε. Πρέπει να φύγουμε για λίγο. Ο Μανώλης και ο Κεφτές θα μείνουν μαζί σου. Σε πέντε μέρες θα γυρίσουμε και θα τους πάρουμε, είπε ο γιος της, ο Γιώργος.

Μα… Είμαι άρρωστη, δεν περπατάω καλά, εγώ… μόνο αυτό κατάφερε να ψελλίσει η Αννούλα Δημητρίου, κρατώντας το πλαίσιο της πόρτας.

Δεν θα σε ενοχλούσαμε, αλήθεια. Αλλά πού να παίρνουμε μαζί μας το παιδί και τον σκύλο οκτώ ώρες δρόμο στην άλλη πόλη; Η μαμά μου… Δεν είναι πια μαζί μας, είπε μέσα στα δάκρυα η νύφη της, η Χριστίνα.

Ο μικρός ξέσπασε σε κλάμα, ο σκύλος στέναξε λυπημένα. Η Αννούλα ένιωσε πως έπρεπε να βρει δύναμη να κάνει κάτι.

Η αρρώστια την είχε χτυπήσει έξι μήνες πριν. Είχε μόλις κλείσει τα 60. Όπου κι αν κοιτούσε γύρω της, γέροντες με μπαστούνια, με το που σταματάει η υγεία.

Ήξερε ακόμη πως η συμπεθέρα της, η Ειρήνη Κυριακίδου, ήταν άρρωστη βαριά. Ο πεθερός της νύφης, Παναγιώτης Παπαδόπουλος, είχε πεθάνει χρόνια πριν. Και τώρα κι η συμπεθέρα της είχε „φύγει” ξαφνικά από αρρώστια. Και μάλιστα ήταν νεότερη από εκείνη.

Ο Γιώργος και η Χριστίνα είχαν ήδη φύγει. Έτσι, η Αννούλα, παλεύοντας με τον πόνο στους ώμους και τα πόδια, κοίταζε τον μικρό της εγγονό και τον σκύλο.

Ο μικρός αγκάλιαζε με αγάπη τον τεράστιο σκύλο που τον έγλειφε τρυφερά.

Μανώλη… Δε δαγκώνει αυτός; Γιατί φαίνεται τόσο φοβερός; Δεν μπορούσατε να πάρετε έναν κανίς ή κάτι πιο μικρό; Πώς τη λένε αυτή τη φυλή; ρώτησε η γιαγιά.

Γιαγιά, είναι αγγλικό μπουλντόγκ. Ονομάζεται Κεφτές! Θα δεις, είναι πάρα πολύ καλός, απάντησε χαμογελώντας το παιδί και συνέχισε να χαϊδεύει τον Κεφτέ.

Αλλά… Πρέπει να τον βγάζουμε βόλτα, σωστά; η φωνή της γέμισε αγωνία.

Η ίδια δεν είχε ποτέ σκύλο. Μόνο γάτες, που ούτε κι αυτές είχαν μείνει πια κοντά της. Δεν είχε ιδέα από σκυλιά!

Ένιωθε θλίψη για τη νεκρή συμπεθέρα, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί πώς θα ανταποκριθεί μόνη της με πόνους, ένα δραστήριο παιδί και έναν τεράστιο σκύλο.

Πρέπει! Και να τον ταΐζεις. Θέλει κρέας και ρυζόγαλο και… Περπάτημα! Πάμε έξω, γιαγιά! Ήρθε η ώρα! φώναξε ο Μανώλης καθώς φόραγε τα μποτάκια του.

Η Αννούλα δεν θυμάται καν τι φόρεσε, όταν βγήκαν έξω. Ο Μανώλης της έδωσε το λουρί του σκύλου και της έπιασε το χέρι. Έτσι βγήκαν.

Είχε μια βδομάδα να βγει. Τώρα όμως περπατά, με πόνο και δάκρυα στα μάτια. „Τι να κάνω Θεέ μου;”, προσευχήθηκε μέσα της. Κανείς άλλος να βοηθήσει, μόνο αυτή! Το εγγόνι και το σκυλί.

Ο Κεφτές περπατούσε ήρεμα. Ούτε μια φορά δε τράβηξε το λουρί, αδιάφορος για τα άλλα σκυλιά που περνούσαν.

Η Αννούλα ένιωσε σεβασμό για τον σκύλο. Ίσιωσε τη μέση της με περηφάνια καθώς περνούσαν μπροστά από τις γειτόνισσες που κουτσομπόλευαν στο παγκάκι.

Τι έγινε, έχεις επισκέπτες; Δεν έλεγες ότι αρρώστησες; Πώς θα βγάλεις πέρα με παιδί και τέτοιον σκύλο; Δεν θα τα καταφέρεις, θα καταρρεύσεις! Παιδάκι, γιατί ήρθες στη γιαγιά σου; Μια χαρά είναι! Και σκύλο ακόμη κουβάλησες. Καθόλου ντροπή στους γονείς σου!

Έδωσαν στη χτυπημένη γιαγιά το παιδί και το σκυλί και οι ίδιοι σίγουρα πάνε διακοπές!, φώναξε όλη η γειτονιά η κυρία Ζηνοβία από τον πέμπτο.

Η Αννούλα κατάλαβε πως ο Μανώλης σφίχτηκε και ακόμη και ο Κεφτές κούνησε το κεφάλι παραπονεμένα.

Φτάνει τα κουτσομπολιά! Εμένα του Μανωλάκι μου τον έφεραν γιατί το ζήτησα! Δεν είμαι βαριά άρρωστη, και ο σκύλος είναι πρωταθλητής! Αν έχετε κάποιο πρόβλημα, μη μιλάτε μπροστά στο παιδί! Ο γιος μου και η νύφη μου πήγαν να αποχαιρετήσουν τη μητέρα της, που „έφυγε”, κι όχι διακοπές!, πέταξε με θάρρος η Αννούλα και προχώρησε μπροστά, ξεχνώντας ότι με κόπο κρατιόταν στα πόδια.

Μη δίνεις σημασία, Μανώλη! Η γιαγιά πάντα σε θέλει εδώ! τον αγκάλιασε μέσα στο ασανσέρ.

Γιαγιά… Εσύ δεν θα πας στον ουρανό σαν τη γιαγιά Ειρήνη; Η μαμά κι ο μπαμπάς μου είπαν ότι θα ζει εκεί. Και κι ο παππούλης εκεί, κι εκείνη. Εγώ εσένα μόνο έχω Δεν θα πας μακριά, έτσι; Μην με αφήσεις, γιαγιά, σʼ αγαπώ πολύ! είπε κλαίγοντας ο Μανώλης, κολλημένος στα πόδια της.

Έλα τώρα! Μικρέ μου! Μη κλαις! Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Θα πάμε μαζί στο σχολείο, και στο πανεπιστήμιο! Και θα σε περιμένω όταν γυρίσεις από το στρατό! Πάντα η γιαγιά θα είναι εδώ, δίπλα σου! τον χάιδευε καθώς του υποσχόταν.

Ξεπερνώντας τον πόνο της, μαγείρεψε βραδινό. Πήγε και στο σουπερμάρκετ κάτω. Το βράδυ ξαναβγήκαν για βόλτα με τον Κεφτέ, που την ακολουθούσε πάντα ήρεμα δίπλα της.

Όταν ο μικρός και ο σκύλος κοιμήθηκαν, ήπιε τα φάρμακά της. Όλα πονούσαν, σα να είχε σκάψει λάκκο ολόκληρο βράδυ. Ήξερε όμως πως δεν έχει άλλη στήριξη παρά μόνο τον εαυτό της. Και συνέχεια σκεφτόταν τα λόγια του Μανώλη, το κλάμα του. Την αγωνία μην μείνει μόνος του.

Θεέ μου, βοήθησέ με! Άσε λίγο τον πόνο να μετριάσει. Όχι για μένα, για το εγγόνι μου το ζητάω! ψιθύρισε η Αννούλα.

Την επόμενη μέρα έπαιζαν μαζί με τα αυτοκινητάκια και η ηλικιωμένη γυναίκα συνειδητοποίησε πως μπουσουλούσε στο πάτωμα με τον Μανώλη, κάτι που είχε να κάνει χρόνια. Έφτιαξαν μαζί και ρυζόγαλο, μετά έκαναν μπάνιο στον Κεφτέ που κυλιόταν στις ανοιξιάτικες λακκούβες.

Ξαφνικά η Αννούλα φίλησε το σκυλί.

Και γιατί τον έβλεπα φοβιστικό; Είναι γλυκύτατος και πανέξυπνος! Θαύμα-σκύλος! σχολίασε η ίδια, σκουπίζοντάς τον.

Μανώλη, γιατί τον φωνάζετε Κεφτέ; ρώτησε το εγγόνι της.

Ο μικρός έβαλε τα γέλια.

Γιαγιά, τρελαίνεται για κεφτέδες! Στην ουσία έχει όνομα με Τ, πολύ σοβαρό, αλλά Κεφτές τού ταιριάζει καλύτερα! της είπε γελώντας.

Οι μέρες περνούν σαν νερό! Διαβάσαν παραμύθια, ο Μανώλης έδειξε στη γιαγιά πώς να βλέπουν ιστορίες στο τάμπλετ.

Έμαθαν γράμματα, ο μικρός δοκίμασε να τα βάλει σε λέξεις. Ο Κεφτές αγαπούσε να λιάζεται στην πολυθρόνα και να ζητά παγωτό ή μεζεδάκια φέτα.

Μαμά! Πώς τα καταφέρνεις; Συγχώρα μας, δεν είχαμε άλλη λύση! Θα αργήσουμε λίγες μέρες ακόμα! Δεν ξέρω πώς τα βγάζεις πέρα με τον Μανώλη και τον Κεφτέ! ανησυχούσε ο Γιώργος στο τηλέφωνο.

Μια χαρά τα βγάζω! Τι λες τώρα, είμαι γιαγιά! Μη βιάζεστε να γυρίσετε. Στήριξε τη Χριστίνα, έχει ανάγκη τη φροντίδα. Και για την υγεία μη με νοιάζεστε. Δουλειές υπάρχουν πάντα, μα όλα γίνονται! απάντησε με αισιοδοξία η Αννούλα.

Όταν ο Γιώργος με τη Χριστίνα γύριζαν, φαντάζονταν σκηνές δυσοίωνες: μια γιαγιά τσακισμένη, ο μικρός και ο σκύλος. Πώς πέρασαν όλες αυτές οι μέρες;

Γιώργο! Μήπως… Είναι η μαμά σου εκείνη που τρέχει; έκανε η Χριστίνα.

Αυτή είναι! Μα τι κάνει η μάνα μου! παρατήρησε έκπληκτος ο Γιώργος.

Στην αυλή, η Αννούλα έτρεχε αδέξια πίσω από μια μπάλα, ενώ μέχρι πρότινος δυσκολευόταν να περπατήσει. Ο μικρός και ο Κεφτές έτρεχαν από πίσω της γελώντας.

Όταν ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, ο Μανώλης άρπαξε σφιχτά τη γιαγιά του και έβαλε τα κλάματα.

Μανώλη! Η γιαγιά σε δυο βδομάδες θα 'ρθει να σε δει! Θ’ πάμε για σουβλάκια και παγωτό, θα ανέβουμε στις κούνιες! Περίμενέ με! είπε η Αννούλα κρατώντας στην αγκαλιά της το παιδί, που λίγες μέρες πριν δεν μπορούσε ούτε το βραστήρα να σηκώσει!

Μαμά, θα σου βγει η μέση! διαμαρτυρήθηκε ο Γιώργος.

Έλα μωρέ, ξέρω τι κάνω! Να με περιμένεις, Μανώλη! Όλα θα πάνε καλά! Αντίο Κεφτέ! Θα σε δω σύντομα για τσάρκα! γέλασε η Αννούλα πλατιά.

Είναι η γειτόνισσά μου και μου το διηγήθηκε η ίδια. Ναι, περπατούσε με δυσκολία, ήταν πολύ άρρωστη. Και μετά, ξαφνικά, άρχισε να κινείται. Όλο το τετράγωνο ακόμη εκπλήσσεται!

Με γιατρεύσαν ο Μανώλης και ο Κεφτές. Πόνοι υπάρχουν, αλλά δεν έχει σημασία. Μην κάθεστε! Αν μείνετε στο κρεβάτι, δεν θα σηκωθείτε ποτέ! Μην λυπάστε τον εαυτό σας, αλλιώς θα καταρρεύσετε χειρότερα.

Τα φάρμακα δεν κάνουν πάντα θαύματα. Η αγάπη όμως, τα κάνει! Σκέφτηκα πώς θα ζούσαν το παιδί και ο σκύλος χωρίς εμένα; Αν τα παρατούσα; Έτσι σηκώθηκα! Και κίνησα ξανά! Γιατί με χρειάζονται!

Έχω λόγο να ζω! Όσο κι αν πονάτε, σηκωθείτε! Πηγαίνετε! Για τα μικρά χεράκια των εγγονών σας που σας εμπιστεύονται. Δεν υπάρχει τίποτα μαγικότερο!

Για τα παιδιά και τους συντρόφους σας. Για τους σκύλους και τις γάτες σας, που σας αγαπούν και εκείνα!

Προσευχηθείτε στο Θεό, μαζέψτε θάρρος. Κανείς δε ξέρει τις δυνάμεις που κρύβει! Όταν τα πράγματα ζορίσουν, ενεργοποιούνται οι κρυμμένοι πόροι μας!

Απολαύστε τη ζωή και χαρείτε κάθε μέρα! συμβουλεύει η Αννούλα Δημητρίου όποιον ακούει!

Φίλοι, αν σας αρέσουν τέτοιες ιστορίες, αφήστε σχόλιο και like μας δίνει έμπνευση να γράφουμε κι άλλα!

Oceń artykuł
Η συνταξιούχος κυρία Λίλια (ή όπως την αποκαλούσαν όλοι, Λίλα) Δημητρίου, αναστέναξε βαριά και με κόπο γύρισε πλευρό. Οι αρθρώσεις την πονούσαν, τα πόδια της ήταν πρησμένα. Είχε κουραστεί να πηγαίνει σε νοσοκομεία, είχε κουραστεί από τις θεραπείες.