Κυρία Αρετή, σας παρακαλώ, πραγματικά δεν μπορώ αυτή τη στιγμή, δεν αισθάνομαι καθόλου καλά, ψιθύρισα με κόπο, μη αντέχοντας ούτε το φως που ξεχύθηκε στο δωμάτιο μαζί της.
Δεν μπορείς; η φωνή της έσπασε τη σιγή σαν τεντωμένο σύρμα. Και ποιος μπορεί, δηλαδή; Εγώ στα νιάτα μου με σαράντα πυρετό στο εργοστάσιο δούλευα, κανείς δε με λυπήθηκε. Και κοίτα να δεις, επιβίωσα.
Προσπάθησα να σηκωθώ λίγο πάνω στο μαξιλάρι, όμως η ζάλη με χτύπησε ξανά. Άφησα το σώμα να πέσει, νιώθοντας τον ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπο. Το θερμόμετρο το πρωί έδειξε 38,7. Πονούσαν τα κόκαλά μου, ο λαιμός με έκοβε· ακόμη και το νερό με έκαιγε.
Έχω καλέσει γιατρό, μουρμούρισα τελικά. Πρέπει να μείνω στο κρεβάτι τουλάχιστον σήμερα.
Γιατρό! η κυρία Αρετή τίναξε τα χέρια πάνω, προχώρησε στο παράθυρο να το ανοίξει διάπλατα. Καλομάθατε έτσι. Κοίτα τον εαυτό σου, μια νέα, υγιής γυναίκα, και ξαπλωμένη σαν αρχόντισσα. Στη δική μου ηλικία είχα δύο παιδιά, σπίτι, δουλειά, και εσύ ούτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να φροντίσεις.
Δεν απάντησα· δεν υπήρχε δύναμη για καβγάδες, ούτε νόημα. Πόσες φορές μέσα στα τρία χρόνια που μέναμε σ’ αυτό το διαμέρισμα είχα προσπαθήσει να εξηγήσω, να ζητήσω, να ακούσω κατανόηση μάταια. Η κυρία Αρετή θεωρούσε πως ήταν όχι μόνο η κυρά του σπιτιού, αλλά και της κοινής μου ζωής με τη Σταματία.
Τα πιάτα είναι άπλυτα, το είδα, συνέχισε την επιθεώρηση, μπήκε στην κουζίνα. Το πάτωμα ακαθάριστο, λογικά από την προηγούμενη βδομάδα. Τι θα πει ο Μάριος όταν γυρίσει; Του αρέσει να ζει μέσα στη βρωμιά;
Θα τα καθαρίσω όταν μπορέσω, προσπάθησα να καταπιώ, νιώθοντας την κάψα στον λαιμό. Αύριο, σίγουρα.
Αύριο πάντα. Και σήμερα δηλαδή θα ξαπλώσεις, σωστά; Εγώ ποτέ δεν χαλάρωσα έτσι, ούτε άρρωστη. Σε τρεις βάρδιες δούλευα αν χρειαζόταν, η κουζίνα μου πάντα καθαρή, ο άντρας μου το φαγητό ζεστό. Κι εσείς οι νεότεροι μόνο κοιτάτε τον εαυτό σας, άρρωστη μια μέρα και όλοι τριγύρω να σ’ εξυπηρετούν!
Έκλεισα τα μάτια, προσπαθώντας να αγνοήσω τη φωνή, μα δεν σταματούσε να διαπερνά το μυαλό, όπως ο πυρετός το κορμί. Θυμήθηκα πως το βράδυ μόλις και κατάφερα να συρθώ στο κρεβάτι απ την εξάντληση στη δουλειά· ήθελα μόνο να φάω κάτι, αλλά ούτε να ζεστάνω το φαγητό δεν είχα δύναμη. Απλώς σωριάστηκα και παρασύρθηκα σ έναν δύσκολο, άρρωστο ύπνο.
Ο Μάριος πού είναι; ρώτησε ξανά.
Στη δουλειά, θα επιστρέψει το βράδυ.
Εννοείται. Ο γιος μου δουλεύει, φέρνει τα ευρώ στο σπίτι, αλλά εσύ εδώ αραχτή. Καλοπερνάς, τι να πω.
Εγώ επίσης δουλεύω, απάντησα σιγά. Όλα μαζί τα πληρώνουμε με τον Μάριο.
Όλα; έκανε ειρωνικά. Ενοίκιο για το διαμέρισμά μου δεν πληρώνετε πάντως. Ζείτε εδώ τσάμπα. Οπότε μη μου λες «μαζί». Αν δεν ήμουν εγώ, ακόμα σε γκαρσονιέρα θα ήσασταν.
Έμεινα σιωπηλός. Το μεγάλο χαρτί της· πάντοτε το χρησιμοποιούσε όποτε βρισκόταν ευκαιρία. Η αλήθεια είναι πως το διαμέρισμα ανήκε σε εκείνη μετά τον γάμο, ο Μάριος πρότεινε να μείνουμε «λίγο» μαζί της, μέχρι να ορθοποδήσουμε. Δεν φαντάστηκα ποτέ πως αυτό το «λίγο» θα κρατήσει χρόνια, ούτε πως κάθε μέρα θα νιώθω ξένος στην ίδια μου τη θαλπωρή.
Θα πεταχτώ εγώ στο μίνι μάρκετ, μια και δε μπορείς εσύ. Αλλά πρόσεξε, θέλω μέχρι το βράδυ να έχεις συγυρίσει εδώ. Να μη γυρίσει ο Μάριος και βρει το χάλι αυτό. Και να αερίσεις να φύγει αυτή η βαριά ατμόσφαιρα.
Μόλις έκλεισε πίσω της η πόρτα, επιτέλους άφησα τον εαυτό μου να κλάψει. Ήσυχα, αβοήθητα, με το πρόσωπο στα μαξιλάρια. Όχι απ’ τον πονεμένο λαιμό ή τον πυρετό· από το ότι δεν είχα το δικαίωμα ούτε άρρωστος να είμαι ήσυχος. Η κούραση του κορμιού συνοδευόταν από το βάρος των προσβολών.
Ο γιατρός ήρθε δυο ώρες αργότερα. Μια ηλικιωμένη παθολόγος από το τοπικό ΙΚΑ με εξέτασε και γέμισε μια βεβαίωση.
Έχετε γρίπη, κύριέ μου, είπε συμπληρώνοντας χαρτί. Σοβαρή ίωση, υψηλός πυρετός, πονόλαιμος. Απαιτείται ξεκούραση, υγρά, ηρεμία. Καμία κούραση. Ο οργανισμός χρειάζεται δύναμη για να ξεπεράσει τον ιό.
Ευχαριστώ, κατάφερα να πω.
Μένεις μόνος;
Με τη γυναίκα μου, και η πεθερά μπαίνει-βγαίνει.
Να σε φροντίζουν, μη διστάζεις να ζητήσεις βοήθεια. Δεν είναι ντροπή να είσαι άρρωστος. Το σώμα έχει ανάγκη ξεκούραση. Αν πιεστείς, θα έχεις επιπλοκές.
Φεύγοντας ο γιατρός, πάλεψα με τον ύπνο το κεφάλι μου πονούσε, οι σκέψεις μπλεκόντουσαν. Σκεφτόμουν πώς να εξηγήσω στη Σταματία για τη βεβαίωση της αναρρωτικής. Ήξερα, ο Μάριος θα στεναχωρηθεί όχι για μένα, αλλά για το ότι η μητέρα του πάλι θα παραπονιέται. Συνήθιζε να μη θέλει να τη στενοχωρεί, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μη με στηρίζει.
Το βράδυ επέστρεψε ο Μάριος, κουρασμένος αλλά ευδιάθετος. Με φίλησε στο μέτωπο, αμέσως ανησύχησε.
Καις, έχεις ακόμα πυρετό;
Το πρωί είχα σχεδόν τριανταεννέα. Ήρθε γιατρός, μου έδωσε αναρρωτική.
Για πόσο;
Μια βδομάδα.
Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, σιωπηλός.
Η μαμά ήρθε;
Ήρθε.
Και;
Τα ίδια με πάντα. Πως καλοπερνάω, πως πρέπει να συγυρίζω, πως δεν έχω δικαίωμα καν να είμαι άρρωστος.
Ο Μάριος αναστέναξε, τα μάτια χαμηλωμένα.
Ξέρεις πώς είναι, είπε. Έχει άλλο τρόπο σκέψης η γενιά της.
Μάριε, πραγματικά δεν υποκρίνομαι, γύρισα να τον κοιτάξω, βλέποντας τα μάτια του να μαλακώνουν. Πονάω, δεν μπορώ να μιλήσω. Και δεν αντέχω άλλο να με θεωρούν ανίκανο και κακομαθημένο.
Καταλαβαίνω. Απλώς λίγη υπομονή. Μην το παίρνεις προσωπικά. Θα φύγει η μαμά σε λίγο και όλα θα ισιώσουν.
Και αν ξανάρθει; Πάλι τα ίδια;
Σταμάτα, τώρα ξεκουράσου. Θα σου ζεστάνω σούπα, να φτιάξω τσάι. Ξάπλωσε ήσυχα.
Πήγε στην κουζίνα κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Ήξερα πως με αγαπούσε, ήξερα ότι του ήταν δύσκολο. Μα αυτό δεν με βοηθούσε. Κάθε φορά που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα του, επέλεγε να μη διαλέξει καθόλου. Να το αγνοήσει.
Τις επόμενες δύο μέρες παρέμεινα σε ημιδιάσει ο πυρετός παρέμενε, το κορμί πονούσε, το μυαλό ήταν ομιχλώδες. Ο Μάριος έφευγε νωρίς, επέστρεφε αργά. Άφηνε νερό, φάρμακα, τσάι, αλλά τον περισσότερο καιρό ήμουν μόνος.
Την τρίτη μέρα, ενώ μόλις είχα πάρει χάπια, ακούστηκε το κουδούνι. Δεν κατάλαβα καν ότι δεν ήταν όνειρο. Ξαναχτύπησε δυνατά, επίμονα.
Με κόπο σηκώθηκα, κρατήθηκα στους τοίχους μέχρι την πόρτα. Μπροστά μου ήταν η κυρία Ευανθία, η γιαγιά από τον τέταρτο. Λίγο παχουλή, ζεστό πρόσωπο, πάντα με πλεχτή κασκόλ.
Παλληκάρι μου, είδε αμέσως το χάλι μου. Χάλια είσαι, έ; Ήρθα να ζητήσω σπίρτα, τελείωσαν, αλλά βλέπω δε σε απασχολεί αυτό τώρα.
Υπάρχουν σπίρτα, στηρίχτηκα στο πλαίσιο, τα πόδια μου έτρεμαν. Θα τα φέρω.
Κάτσε, καλέ, κάτσε, με έπιασε ευγενικά από τον αγκώνα. Έλα, να σε πάω στο κρεβάτι. Με σκιάζει λίγο να σε βλέπω να τραντάζεσαι έτσι.
Με οδήγησε μέσα στο δωμάτιο, τακτοποίησε τα μαξιλάρια.
Μόνος;
Η Σταματία στη δουλειά.
Κανένας να βοηθήσει;
Δεν μπόρεσα να απαντήσω. Η κυρία Ευανθία πήγε στην κουζίνα, σε λίγο επέστρεψε με φλιτζάνι καυτό τσάι.
Πιες, έχει και μαρμελάδα κεράσι μέσα, βρήκα στο ντουλάπι σου. Για τον πυρετό είναι ό,τι πρέπει.
Ευχαριστώ, τύλιξα το χερούλι, άφησα τη ζεστασιά να με μαλακώσει.
Ήρθε και κάθισε πλάι μου.
Πεσμένος από μέρες;
Τρίτη μέρα.
Γιατρός;
Ήρθε. Είπε να μείνω στο κρεβάτι.
Σωστά είπε. Ο οργανισμός τότε αναρρώνει. Και μένεις εδώ μόνος; Δεν υπάρχει κανένας να σου κάνει ένα τσάι;
Ο Μάριος προσπαθεί. Φεύγει όμως νωρίς.
Προσπαθεί, τα αγόρια είναι έτσι. Με τον τρόπο τους. Μόνο που καμιά φορά δεν είναι αυτό που πραγματικά χρειάζεται μια γυναίκα.
Δεν απάντησα· με βόλευε μόνο και μόνο πως ήταν εκεί· δεν με κατέκρινε, απλώς ήταν παρούσα.
Η κυρία Αρετή πέρασε;
Ένιωσα ένα σφίξιμο.
Πέρασε.
Βοήθησε;
Θεωρεί πως προσποιούμαι.
Η κυρία Ευανθία αναστέναξε, έγνεψε αρνητικά.
Την ξέρω από χρόνια. Δυνατός άνθρωπος, αλήθεια. Σκληρός όμως. Έμαθε να παλεύει σε όλα μόνη και να μην αφήνεται. Νιώθει πως έτσι πρέπει να κάνουν όλοι. Αλλά αυτό, παλληκάρι μου, είναι λάθος. Ο καθένας δικαιούται να είναι αδύναμος πού και πού. Να ζητήσει βοήθεια.
Εκείνη λέει πως κανείς στη δική της εποχή δεν λύγιζε.
Σωστά το λέει μόνο που ποιο το νόημα; Να καυχιέσαι που ήταν η ζωή δύσκολη; Κι εγώ δούλεψα, τρία παιδιά μεγάλωσα, έγιναν όλα. Ποτέ μου όμως δεν ήθελα να περνάνε τα επόμενα χειρότερα. Το ανάποδο, να βελτιώνονται οι ζωές τους ήθελα.
Κόντευα να κλάψω ξανά απ τα λόγια της. Γιατί κάποιος μου έλεγε επιτέλους πως δεν έφταιγα.
Δύσκολα, ψιθύρισα. Προσπαθώ, σου ορκίζομαι, δουλεύω, φέρω λεφτά, καθαρίζω, όταν μπορώ. Αλλά πάντα κάτι λείπει, ποτέ δεν είναι αρκετό.
Θέλω να το ακούσεις καθαρά: Δεν οφείλεις να λογοδοτείς σε κανέναν για το πώς νιώθεις. Ούτε στην κυρία Αρετή, ούτε σε άλλο. Η ζωή, η υγεία, τα συναισθήματά σου, σου ανήκουν. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου λέει πότε και πώς θα αρρωστήσεις.
Ναι, αλλά μένουμε σπίτι της
Και; Αυτό δεν της δίνει το δικαίωμα να σε μειώνει. Ένα σπίτι είναι απλώς τοίχοι. Η οικογένεια είναι κατι άλλο. Η διαμάχη νύφης και πεθεράς έπαιζε πάντα. Αυτό δε σημαίνει πως εσύ πρέπει να υπομένεις τα πάντα.
Τι να κάνω; τα χέρια μου άνοιξαν μόνα τους. Αν αρχίσω να αντιμιλώ, χειροτερεύει. Ο Μάριος θα πει να μην το τραβήξω. Η κυρία Αρετή θα σταματήσει να μας μιλάει.
Μην αντιμιλάς, κούνησε το κεφάλι. Δε βγαίνει τίποτα. Από μέσα σου να βάλεις όριο. Σαν γυάλινος τοίχος ανάμεσά σας. Ό,τι κι αν λέει, να μην φτάνει στην ψυχή σου. Ακούς, κουνάς το κεφάλι αλλά μέσα σου να ξέρεις πως δεν σε αφορά. Είναι δικό της, όχι δικό σου.
Και πώς;
Έτσι. Όταν ξεκινάει τα λόγια, φαντάσου πως υπάρχει τζαμαρία στη μέση. Αυτή φωνάζει, αλλά εσύ δεν ακούς. Το βλέπεις σαν ταινία· δεν σε πληγώνει. Η οργή της, η πίκρα της, το βάρος της, προσπαθεί να το φορτώσει σε εσένα, αλλά εσύ δεν έχεις υποχρέωση να το σηκώσεις.
Ακούγοντας τα λόγια, κατάλαβα: απλό στην πράξη, δύσκολο στην καρδιά.
Και ο Μάριος; ρώτησα σιγά. Πάντα μου λέει να κάνω υπομονή, να μη δίνω σημασία. Νιώθω όμως πικρία που δε με στηρίζει.
Οι άντρες έτσι είναι. Κυρίως αυτοί που έχουν μεγάλη εξάρτηση από τη μάνα. Τους είναι πιο εύκολο να ζητούν από τη γυναίκα να υποχωρεί, παρά να βάλουν όρια στη μαμά. Μόλις σταματήσεις να περιμένεις προστασία από άλλους και αρχίσεις να υπερασπίζεσαι εσύ τον εαυτό σου, θα αλλάξει κι εκείνος. Θα δει μια άλλη γυναίκα. Κι ίσως αλλάξει.
Το πιστεύετε;
Το ξέρω. Η σχέση με την πεθερά θέλει χρόνια εκπαίδευσης. Το πρώτο είναι η σχέση με τον εαυτό μας να ξέρεις πως σου αξίζει ο σεβασμός. Όχι γιατί προσφέρεις, αλλά γιατί υπάρχεις.
Σηκώθηκε, με σκέπασε.
Λοιπόν, καλό μου παιδί, ξεκουράσου να συνέλθεις. Και να θυμάσαι: όριο η προστασία σου από ό,τι πληγώνει.
Μόλις έφυγε, έμεινα πολλή ώρα σκεπτικός.
Το βράδυ, μόλις ήρθε ο Μάριος, ζήτησα να του μιλήσω.
Πρέπει να συζητήσουμε, είπα ήρεμα.
Κάτι συνέβη;
Θέλω μόνο να ξέρεις: δεν θα ανεχτώ πια να μου μιλάει έτσι η μητέρα σου. Ούτε τσακώνεσαι ζητάω, ούτε εξηγήσεις· απλώς δεν θα ακούω προσβολές.
Έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
Δηλαδή;
Δηλαδή την επόμενη φορά που θα με κρίνει ή θα με μειώσει, θα φύγω απ το δωμάτιο, ή θα της ζητήσω να φύγει. Δεν έχω ανάγκη απολογίες ή εξηγήσεις. Δεν το αντέχω.
Μα είναι η μαμά μου
Το ξέρω. Δεν θέλω να διαλέξεις πλευρά. Αλλά και η δική μου ηρεμία είναι σημαντική. Έχω το δικαίωμα να φροντίζω την υγεία και την αξία μου.
Ο Μάριος έπιασε το πρόσωπό του με τα χέρια.
Και το σπίτι; Αν την πικράνουμε, μπορεί να μας ζητήσει να φύγουμε.
Τότε θα φύγουμε. Θα νοικιάσουμε κάπου οικονομικά, μπορεί να είναι δύσκολα, αλλά τουλάχιστον θα ζούμε χωρίς αυτό το βάρος.
Πάλι ούτε ναι ούτε όχι. Είπα να μη στηριχτώ παραπάνω. Κατάλαβα πως ό,τι χρειαστεί, να το λύσω μόνος μου.
Την επόμενη μέρα η θερμοκρασία έπεσε. Μπορούσα να περπατήσω στο σπίτι, να φάω με λίγη όρεξη, η αδυναμία υπήρχε αλλά το χειρότερο έφυγε. Είπα να βγω αύριο λίγο έξω, έτσι προέτρεπε κι ο γιατρός.
Αλλά το Σάββατο ήρθαν τα πάνω κάτω. Ο Μάριος έφυγε με τους φίλους, και στις δέκα χτύπησε η πόρτα.
Ανάρρωσες; μπήκε χωρίς να περιμένει πρόσκληση η κυρία Αρετή. Τέλος ο ύπνος, τώρα δουλειές.
Καλημέρα σας, κυρία Αρετή, έκανα στην άκρη.
Ήρθα ήδη, λοιπόν. Λοιπόν, έχω πατάτες στο χωράφι, πρέπει να τις κατεβάσουμε στο υπόγειο. Ο Μάριος υπόσχεται βοήθεια, αλλά όλο απασχολημένος. Θα έρθεις μαζί μου, δυο μας τελειώνουμε γρήγορα.
Έμεινα άφωνος.
Σήμερα;
Φυσικά. Πάει ο καιρός, τι να περιμένουμε; Έτοιμος σε μία ώρα.
Κυρία Αρετή, μόλις άρχισα να περπατάω ξανά. Ο γιατρός είπε να μην κουραστώ για άλλη βδομάδα.
Να μην κουραστείς, σήκωσε φρύδι. Εκεί καταλήγουμε πάντα. Κάτσε, σήκω από το κρεβάτι, αρκετά! Ήρθε η ώρα για δουλειά.
Αδυνατώ να έρθω στο χωράφι, ένιωσα το στομάχι μου κόμπο. Δεν μπορώ ακόμη.
Δεν μπορείς! Εγώ με την αρτηριακή πίεση και το ισχίο, μόνη μου να τα κουβαλήσω; Αλλά δεν κλαίγομαι.
Σκέφτηκα τα λόγια της κυρίας Ευανθίας. Όριο. Να μη με πληγώνουν τα λόγια. Πήρα ανάσα.
Κυρία Αρετή, δεν έρχομαι, είπα χαμηλόφωνα αλλά σταθερά.
Έμεινε ακίνητη.
Σοβαρά μιλάς;
Μιλάω σοβαρά. Είμαι ακόμη αδύναμος, και θέλω να αναρρώσω σωστά.
Μου αντιμιλάς, λοιπόν; Σε σπίτι που εγώ σου δίνω;
Σας είμαι ευγνώμων που μένουμε εδώ, ίδρωσε το μέτωπό μου με τη φωνή της, αλλά δεν μπορώ να θυσιάσω την υγεία μου, όση ευγνωμοσύνη κι αν νιώθω.
Τάχα μου! πλησίασε. Ο Μάριος σε κακόμαθε. Από την αρχή έπρεπε να ήμουν πιο αυστηρή.
Κυρία Αρετή, δικό σας το σπίτι, μα η υγεία μου είναι δική μου. Δεν το διαπραγματεύομαι, ούτε για εσάς.
Δηλαδή με αμφισβητείς;
Δεν σας αμφισβητώ. Λέω πως δεν μπορώ να δουλέψω ακόμα. Αν θέλετε βοήθεια, ζητήστε από τον Μάριο. Ή προσλάβετε κάποιον, να πληρώσω κι εγώ αν θέλετε. Αλλά εγώ δεν έρχομαι.
Σιωπή. Με κοίταξε καλά σαν να με είδε πρώτη φορά. Περίμενα φωνές, μα πήγε προς τη πόρτα.
Θα δούμε τι θα πει ο Μάριος.
Η πόρτα έκλεισε, τα γόνατά μου έτρεμαν. Το είπα. Για πρώτη φορά τρία χρόνια, αρνήθηκα. Και τίποτα φοβερό δε συνέβη. Εξαφανίστηκε, θυμωμένη, αλλά έφυγε.
Ο Μάριος γύρισε και φαινόταν να ξέρει. Η κυρία Αρετή προφανώς τηλεφώνησε.
Τι συνέβη; ζήτησε.
Δεν ήμουν αγενής, του εξήγησα ήρεμα. Αρνήθηκα να έρθω στο χωράφι. Είμαι ακόμα αδύναμος.
Ζήτησε βοήθεια.
Μα δεν με ζήτησε, διέταξε. Κι όταν αρνήθηκα, άρχισε τις προσβολές.
Απλώς στενοχωρήθηκε.
Μάριε, άλλη φορά δεν θα ξαναμείνω αμίλητος. Δεν θα απολογηθώ επειδή είμαι άρρωστος. Δεν θα θυσιάσω πια τον εαυτό μου μόνο και μόνο να ηρεμεί η μητέρα σου.
Μα είναι μητέρα μου, άρχισε πάλι. Δεν κάνει να της φερόμαστε έτσι.
Πρέπει, γιατί τίποτε δεν αλλάζει αλλιώς. Κάθε φορά με ταπεινώνει, με λέει αχρηστό. Κι εσύ κάνεις πως δεν βλέπεις. Ζητάς υπομονή. Ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό.
Και τι θέλεις να κάνω; Να μείνω με τη μητέρα μου τσακωμένος για λόγια;
Όχι για λόγια· για τον πόνο. Και εσύ που είσαι ο άντρας μου, πρέπει να με στηρίζεις κι όχι να μου ζητάς υπομονή για χάρη της ησυχίας.
Μα μένουμε σπίτι της, είπε πιο έντονα. Δεν γίνεται να τη δυσαρεστούμε.
Άρα η αξιοπρέπειά μου αξίζει λιγότερο από το ενοίκιο; ρώτησα. Αυτό εννοείς;
Δεν το είπα έτσι!
Αυτό είπες. Θες να υπομένω τα πάντα για ένα σπίτι. Κι εγώ φέρνω ευρώ εδώ μέσα, δεν είμαι βάρος. Κι αν το να μείνουμε αλλού με προστατεύει, εγώ το θέλω.
Έμεινε σιωπηλός. Είδα το πηγούνι του να σφίγγεται. Ήταν θυμωμένος όχι με τη μάνα του, αλλά με μένα που τόλμησα να σπάσω την παράδοση.
Πρέπει να σκεφτώ, είπε, έφυγε στο άλλο δωμάτιο.
Το βράδυ περάσαμε σιωπηλοί. Εκείνος στον υπολογιστή, εγώ στον καναπέ να κοιτάζω το ταβάνι. Φοβόμουν πως ίσως το σπίτι μας να μην τα βγάλει πέρα. Ότι ο Μάριος θα διαλέξει την ασφάλεια και τη μητέρα του, όχι εμένα. Μα δεν με τρόμαζε όσο παλιά. Πιο τρομακτικό ήταν να νιώθω καθημερινά ανάξιος σε μια σχέση όπου δεν με προστάτευαν.
Το άλλο πρωί βγήκα έξω να περπατήσω λίγο. Ήλιος φθινοπωρινός, άρωμα από υγρασία και φύλλα. Ήθελα να δω αν το σώμα μου άντεχε.
Στην πολυκατοικία ξαναβρήκα την κυρία Ευανθία.
Πώς είσαι; ρώτησε.
Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ.
Και με την πεθερά, τι έγινε;
Αρνήθηκα να πάω στο χωράφι. Της φάνηκε βαρύ.
Μπράβο σου. Επιτέλους έβαλες όριο.
Τώρα ο Μάριος τα έχει βάλει μαζί μου. Λέει πως χειροτερεύω την κατάσταση.
Αστους, δεν τους αρέσουν οι αλλαγές οι άντρες. Είσαι σωστός όμως. Κάποια στιγμή θα καταλάβει.
Αν δεν καταλάβει;
Τότε θα αποφασίσεις αν θες έναν άντρα που βάζει πάνω απ όλα τη μητέρα και όχι τη γυναίκα του. Αυτό λέγεται 'μεσάζων άντρας’. Είναι στη μέση, αλλά τελικά προστατεύει κανέναν. Ούτε τη μητέρα, ούτε τη σύζυγο.
Έγνεψα. Το είχα διαβάσει, το είχα ζήσει.
Τον αγαπώ, μου ψιθύρισα.
Η αγάπη θέλει και σεβασμό. Αν αυτός λείπει, η αγάπη είναι συνήθεια.
Γύρισα σπίτι σκεφτικός. Το απόγευμα ο Μάριος φάνηκε σιωπηλός, διαφορετικός. Φάγαμε χωρίς κουβέντα, αλλά ξαφνικά άφησε το πιρούνι.
Η μαμά με πήρε ξανά σήμερα. Μου είπε πως πρέπει να σε „στρώσω” πριν γίνει αργά και είμαι πολύ ήπιος μαζί σου.
Σιωπή.
Πρώτη φορά σκέφτηκα ότι κάνει λάθος. Ότι δεν είναι σωστό να σου μιλάει έτσι. Και πως ποτέ δεν έπρεπε να το αφήσω.
Το αναπάντεχο βάρος έφυγε καθώς τον άκουγα. Ειλικρινής πόνος στα μάτια του.
Συγγνώμη, είπε. Συγγνώμη που δε σε υποστήριξα. Ήταν πιο εύκολο να αγνοώ αυτά που σου έλεγε, παρά να τα αντιμετωπίσω. Αλλά ο πόνος υπήρχε, κι έπρεπε να σε προστατέψω.
Δάκρυσα· τόσα χρόνια καρτερούσα αυτή τη φράση. Μου έπιασε το χέρι.
Σε αγαπάω, είπε. Είσαι η οικογένειά μου, όχι το διαμέρισμα. Αν πρέπει να φύγουμε, θα φύγουμε. Η πραγματική μας ασφάλεια είσαι εσύ, όχι τα τούβλα και οι τοίχοι.
Την άλλη μέρα η κυρία Αρετή ήρθε ξανά. Ο Μάριος της άνοιξε, την πήγε στην κουζίνα.
Μαμά, δε θα επιτρέψω άλλο να μιλάς στη γυναίκα μου έτσι. Αν δε μπορείς να τη σέβεσαι, καλύτερα να μην έρχεσαι καθόλου.
Είσαι αχάριστος! βρόντηξε. Να αδειάσετε το σπίτι…
Στο τέλος της βδομάδας ο Μάριος έψαχνε ήδη σπίτια. Εγώ επέστρεψα στη δουλειά, κάπως αδύναμος ακόμα. Η κυρία Αρετή δεν τηλεφώνησε.
Το Σάββατο το κουδούνι ήχησε πάλι. Πίσω από την πόρτα μια άλλη γυναίκα: κουρασμένη, θλιμμένη.
Μπορώ να μπω; ρώτησε σιγανά.
Έκατσε στην κουζίνα, κοιτώντας έξω.
Έκανα λάθη όταν μιλούσα όλα αυτά τα χρόνια, ξεκίνησε. Η ζωή μου ήταν πάντα δύσκολη. Μεγάλωσα τον Μάριο μόνη, πάντα γεμάτη ευθύνες. Συνήθισα στη σκληρότητα, πίστευα πως έτσι πρέπει να ζουν όλοι. Όμως ο Μάριος μου είπε ότι έκανα λάθος, ότι πόνεσα τη γυναίκα του. Και είχε δίκιο.
Για πρώτη φορά την άκουσα να ζητά συγγνώμη.
Θέλω να το προσπαθήσω ξανά, αν με αφήσεις. Να μάθω να μη μπλέκομαι, να σέβομαι τα όρια, είπε.
Συζητήσαμε με τον Μάριο· αποφασίσαμε να της δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία με όρους. Κάθε προσβολή, κάθε έλεγχο, ξαναφεύγαμε άμεσα.
Από τότε προσπάθησε. Όχι πάντα πετυχημένα, αλλά προσπαθούσε. Όταν ξέφευγε, της το έλεγα ήρεμα κι εκείνη σταματούσε δύσκολα, αλλά σταματούσε.
H κυρία Ευανθία, όταν τη συνάντησα, μου χαμογέλασε πλατιά.
Ε, πως τα πας; με ρώτησε.
Καλά, απάντησα. Το όριο πιάνει. Και ο Μάριος προσπαθεί κι αυτός.
Μπράβο, παλληκάρι μου. Έτσι, σιγά-σιγά τα βάζουν όλα στη θέση τους.
Σκέφτηκα τότε πως αυτή η αρρώστια ήταν όχι τιμωρία, αλλά στροφή. Έμαθα να σέβομαι τον εαυτό μου να μιλώ, να λέω όχι, να μη ζητώ συγγνώμη που απλώς υπάρχω. Και ο Μάριος κατάφερε να βρει τη δύναμη να βάλει όρια εκείνος.
Βράδυ, γύρισα σπίτι. Ο Μάριος μου είχε ετοιμάσει φαγητό Πώς πέρασες; ρώτησε χαμογελαστός.
Πολύ καλά, απάντησα.
Αυτό ήταν αλήθεια. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που το ένιωθα αληθινά μέσα μου. Παρά τα δύσκολα, τώρα πια είχε αλλάξει κάτι ουσιώδες μέσα μας.
Έχουμε δρόμο ακόμα. Ούτε η κυρία Αρετή έγινε ξαφνικά άλλη γυναίκα, ούτε εγώ αποτίναξα όλους τους φόβους. Αλλά για πρώτη φορά έχουμε ελπίδα. Να χτίσουμε μια σχέση με σεβασμό, προστασία και αξιοπρέπεια. Να μπορούμε να πούμε όχι. Να ζούμε πραγματικά ως οικογένεια όχι από ανάγκη ή φόβο, αλλά από επιλογή.
Η πόρτα άνοιξε, ο Μάριος με αγκάλιασε.
Σε ευχαριστώ που μου έδωσες αυτή τη δεύτερη ευκαιρία, είπε.
Και σε μένα, ψιθύρισα. Από την αρχή, αυτή τη φορά, όπως πρέπει.
Κοίταξα το σπίτι γύρω. Ήμερο φως, μυρωδιά φρεσκομαγειρεμένου φαγητού και η ηρεμία γύρω που τόσο είχα στερηθεί. Ήξερα πως τώρα μπορώ πραγματικά να αναπνεύσω ελεύθερος.





