Πέρυσε η πεθερά μας, η κυρία Ελένη Παπαδοπούλου, στο σπίτι μας. Νωρίς το πρωί, μπήκε με φωνές στο υπνοδωμάτιο μας: «Σήκω, Μαρία, είδες τι γίνεται στην κουζίνα σου;» Πήδηξα από το κρεβάτι, ακόμα με τη νυχτία, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Τρέχω στο διάδρομο, τυλίγομαι με ένα παλιό μαξιλαροθύλακο, μυρίζω μήπως καίει κάτι; Ή μήπως έμεινε ανοιχτό το γκάζι; Στο μυαλό μου έβλεπα ολόκληρο θρίλερ: τοίχοι που καιγόντουσαν, κατσαρόλες που εκρήγνυνταν, ή κάποιο άλλο δυσάρεστο περιστατικό. Μπαίνω στην κουζίνα και τι βλέπω κατσαρίδες. Ένα ολόκληρο στέλεχος από αυτές τις καφέ τερατάκια τρέχει γύρω από το τραπέζι, τις πιατέλες, τα υπολείμματα του βραδινού, που μετά τη δουλειά βαριόμουν να μαζέψω. Η πεθερά στέκεται, χέρια στα πλευρά, και με κοιτάζει με μάτια που λένε πως εγώ τα έφερα εσκεμμένα αυτά τα έντομα για να την σοκάρω.
«Μαρία, εδώ πάντα έτσι είναι;» άρχισε, η φωνή της τρέμουλα από θυμό, «Πώς γίνεται να ζεις έτσι; Έχεις παιδιά, άντρα, και στην κουζίνα κατσαρίδες, σαν σε κάποιο αχούρι!» Στέκομαι σαν κεραυνός με χτύπησε και δεν ξέρω τι να πω. Ναι, δεν έκανα τα πιάτα χθες, γιατί μετά τη δουλειά μόλις κουτσαίνα. Τα παιδιά κλαίγαν, ο άντρας μου, ο Νίκος, μουρμούριζε κάτι για το ποδόσφαιρο, κι εγώ ονειρευόμουν μόνο να πέσω στο κρεβάτι. Ποιος θα φανταζόταν πως αυτές οι αχρείαστες κατσαρίδες θα αποφάσιζαν να κάνουν παρέλαση ακριβώς αυτή τη νύχτα; Και το κύριο από πού ήρθαν; Δεν μένουμε σε καμιά ερείπωση, έχουμε διαμέρισμα, όλα είναι σε τάξη. Λοιπόν, σχεδόν σε τάξη.
Η κυρία Παπαδοπούλου, φυσικά, δεν ησυχάζει. «Στην εποχή μου,» λέει, «δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα! Εγώ μετά το βραδινό τα έσφουγγα όλα, τα καθάριζα, ούτε ένα ψίχουλο δεν άφηνα. Κι εσύ τι; Σήμερα οι νέοι είναι τεμπέληδες, μόνο στα κινητά ξέρουν να κάθονται!» Κουνούμαι, καταπίνω τον εαυτό μου, γιατί τι να πω; Δεν είναι απλώς πεθερά είναι στρατηγός με φούστα, η τάξη στην κουζίνα είναι θέμα τιμής. Κι εγώ, προφανώς, την απογοήτευσα. Άρχισα νευρικά να καθαρίζω: πήρα το σφουγγαράκι, σκότωσα τις κατσαρίδες, έπλυνα το τραπέζι, τις πιατέλες, ό,τι βρήκα μπροστά μου. Η πεθερά στέκεται πάνω από τον ώμο μου, σχολιάζει: «Εδώ δεν πέρασες! Τι είναι αυτή η κηλίδα; Ποτέ δεν πλένεις τις πλάκες;» Με δυσκολία κρατιέμαι να μη φωνάξω. Σκέφτομαι: «Κυρία Παπαδοπούλου, κι εσείς δεν είστε άγια, μάλλον και σας έμενε καμιά φορά ψίχουλο πάνω στο τραπέζι!» Αλλά σιωπώ, γιατί ξέρω μαζί της δεν έχει νόημα η διαφωνία.
Ενώ εγώ πολε
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




