Φρόντιζα τον παππού του άντρα μου για δέκα ολόκληρα χρόνια. Τότε μέναμε όλοι μαζί εγώ, τα παιδιά, ο Μάνος και ο παππούς σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα στην Καλλιθέα. Η αδερφή του άντρα μου, η Ελευθερία, ζούσε στο διαμέρισμα του παππού στο Παγκράτι. Κανείς άλλος δεν τον ήθελε, ούτε η πεθερά μου ούτε τα εγγόνια. Η ζωή μου δεν πήγε όπως θα ήθελα δεν τελείωσα ποτέ το πανεπιστήμιο, έμεινα έγκυος νωρίς και τελικά δεν έκανα μεγάλη καριέρα.
Κάθε μέρα ήταν η ίδια με την προηγούμενη: συνδύαζα τη φροντίδα του παππού με τη μεγαλώνοντας παιδιά.
Ο Μάνος δεν άντεχε το συνεχές άγχος στο σπίτι και συχνά εξαφανιζόταν για μέρες. Όμως καμία γυναίκα δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν είχε παιδιά και δεν είχε σπίτι δικό του, οπότε πάντα γύρναγε σε εμένα. Τον συγχώρεσα, παρότι δεν τον αγαπούσα πια. Το έκανα μονάχα για να φέρνει τα ευρώ που χρειάζονταν τα παιδιά και ο παππούς. Η Ελευθερία μάς επισκεπτόταν σπάνια, μόνο για να ζητήσει από τον παππού τη σύνταξή του ή να παραπονεθεί για τα οικονομικά της. Παρότι τους έβλεπες, δεν έλεγες ότι ζούσαν φτωχικά. Δεν πλήρωναν νοίκι, κι έτσι είχαν άνεση να πηγαίνουν και διακοπές εκτός Ελλάδας.
Πριν πέντε χρόνια, ο παππούς μου άφησε το διαμέρισμά του με διαθήκη:
Για μένα, έγινας πιο πολύτιμη κι απ όλη την υπόλοιπη οικογένειά μου μαζί. Ο εγγονός μου είναι μαλακός, θα δώσει το σπίτι στη μάνα του ή στην αδερφή του. Θέλω να μείνουν τα δικά σου παιδιά, τα δισέγγονά μου. Όπως ένα είδος ανταμοιβής για τον κόπο σου. Για να μην ρίξετε τη μοίρα σας πάνω μου αργότερα, επειδή έκανα σκληρή τη ζωή σας.
Μα κανείς δεν ήξερε τίποτα για τη διαθήκη. Όταν η υγεία του παππού χάλασε, ξαφνικά άρχισαν και η κόρη του κι η εγγονή του να τον επισκέπτονται. Καταλάβαιναν πού πάει το πράγμα και έδειχναν δήθεν ενδιαφέρον. Ο παππούς όμως δεν ήταν χαζός και τους διάβαζε κατευθείαν.
Όταν έφυγε από τη ζωή ο γέρος, η κληρονομιά μοιράστηκε τάχιστα. Η πεθερά και η Ελευθερία έπεισαν τον άντρα μου να παραιτηθεί απ το διαμέρισμα, γιατί εκεί έμενε ήδη η αδερφή του. Ο Μάνος δέχτηκε, αλλά κανείς τους δεν ήξερε για τη διαθήκη.
Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματά του και μου πέταξε ότι βρήκε άλλη γυναίκα, ότι τόσα χρόνια έμενε μαζί μου μόνο για να φροντίζω τον παππού. Τα μάζεψε κι έφυγε, κι εγώ ένιωσα σαν να έφυγε ένα άχθος χρόνων από μέσα μου. Μόλις οι συγγενείς έμαθαν για τη διαθήκη, ξεκίνησε κανονικός πόλεμος με απειλές και φωνές.
Άκουσέ με, δεν θα πάρεις ποτέ το διαμέρισμα! Δεν ξέρω πώς φρόντισες τον παππού, πώς τον ξεγέλασες να στο αφήσει, αλλά δεν το δικαιούσαι! Είσαι απατεώνισσα, θα σε πάμε στα δικαστήρια!
Ξέρεις τι κατάλαβα; Ότι έχω κάθε δικαίωμα πια να σας στείλω όλους απ εκεί που ήρθατε. Οπότε, καιρός να φύγετε από εδώ!
Τα λόγια τους δεν με πείραξαν πλέον. Νιώθω σίγουρη ότι θα κάνω μια νέα, κανονική ζωή βρήκα δουλειά, εγώ και τα παιδιά έχουμε το δικό μας σπίτι κι, επιτέλους, δεν έχω καμία σχέση με αυτή την οικογένεια.
Αν μου έλεγε κάποιος κάποτε ότι θα άντεχα τόσο και τελικά θα βγω δυνατός, δεν θα τον πίστευα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι αντέχει κανείς πολύ παραπάνω απ όσο νομίζει, κι όταν διώξεις τους τοξικούς ανθρώπους, ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




