Ιφιγένεια ένιωθε πως μεγάλωνε ορφανή, παρότι και οι δύο γονείς της ζούσαν. Τη μητέρα της, τη Δανάη, τη γνώριζε ουσιαστικά μόνο μέσα από φωτογραφίες και βίντεοκλήσεις, ενώ ο πατέρας της, ο Λεωνίδας, έμενε κυριολεκτικά στην απέναντι πολυκατοικία, αλλά ούτε που της μιλούσελες και φοβόταν μη του ζητήσει τίποτα.
Μικρή, η Ιφιγένεια κρατούσε θυμό στη μητέρα της που αναζήτησε τη δική της ευτυχία και ξέχασε το παιδί της. Μεγαλώνοντας, όμως, άρχισε να καταλαβαίνει. Ίσως δεν ήταν εύκολο να μείνεις με βρέφος στα χέρια στα δεκαέξι σου, ειδικά όταν ο πατέρας του παιδιού είναι συμμαθητής και γείτονας. Τουλάχιστον δεν φοβήθηκε και τη γέννησε. Θα μπορούσε να μην το είχε κάνει. Η μοίρα; Ποιος ξέρει πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή της εάν μεγάλωνε πλάι σε μια μάνα που δεν της είχε μείνει μητρικό χάδι.
Τουλάχιστον τα παιδικά της χρόνια ήταν ευτυχισμέναπνιγμένα στη στοργή του παππού Αριστείδη και της γιαγιάς Φιλιώ. Ήταν ο ήλιος τους, και η μητέρα της, έστω και από μακριά, της έστελνε καινούρια ρούχα και πολύχρωμα παιχνίδια από την Αθήνα.
Όταν η Δανάη παντρεύτηκε έναν Ισπανό επιχειρηματία, οι κούτες γέμιζαν πιο συχνά, και τα εμβάσματα σε ευρώ έφταναν ταχτικά στην Εθνική για χάρη της Ιφιγένειας. Κατά βάθος, η κοπέλα ένιωθε πως η μάνα της προσπαθούσε να συγχωρεθεί με τρόπο που είχε το άρωμα μιας παγωμένης ενοχής.
Στα δεκαοκτώ της, η Δανάη της έστειλε λεφτά για να της αγοράσει ο παππούς ένα διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκηθα άρχιζε σπουδές στο Πανεπιστήμιο και κανείς δεν ήθελε να κοιμάται η Ιφιγένεια σε φοιτητικό δωμάτιο όταν θα μπορούσε να έχει δικό της χώρο, δικό της σπίτι.
Όλα αυτά, βήμα-βήμα, έμοιαζαν με άχαρη εξιλέωση. Η Ιφιγένεια δεν κράταγε πια καμία μνησικακία απέναντι στη μητέρα της, ούτε όμως την ένιωθε ποτέ πραγματικά κοντά της. Κι όταν, σπάνια, η Δανάη εμφανιζόταν, όλοι τις περνούσαν για αδελφέςτόσο έμοιαζαν. Και η Δανάη, αν και τριαντατεσσάρων, με το προσεγμένο της χτένισμα και την αψεγάδιαστη επιδερμίδα, περνούσε άνετα για είκοσι πέντε.
Λοιπόν, Ιφιγένεια, μήπως να έρθεις μαζί μου στην Ισπανία;
Όχι ακόμα. Έχω σπουδές να τελειώσω εδώ.
Εντάξει, διάβαζε, κορίτσι μου Είσαι αστέρι, το ξέρεις; Να το τηλέφωνό μουχρειαστείς χρήματα, κάτι, ό,τι θες, πάρε με ό,τι ώρα να ναι.
Ευχαριστώ, μαμά. Μου τα χεις δώσει όλα, κι αρκετά χρήματα. Τα κρατώ για ώρα ανάγκης.
Η Ιφιγένεια παρατήρησε το στιγμιαίο σφίξιμο στο βλέμμα της μητέρας της όταν την αποκάλεσε μαμά. Εκείνη δε συνήθισε ποτέ το ρόλο. Στον Ισπανό σύζυγό της είχε πει πως βοηθούσε τους γονείς της και τη μικρή αδερφήποτέ δεν αποκάλυψε πως είχε ενήλικη κόρη πίσω στην Ελλάδα.
Σαν να την αγαπούσε μια διαφορετική αγάπησαν για ξαδέρφη ή παλιά φίλη. Όταν, όμως, εγκαταλείφθηκε απ τον άντρα της, που την άφησε για κάποια νεαρή Ισπανίδα, πρώτα-πρώτα ήρθε στη Θεσσαλονίκη.
Ιφιγένεια, θα σε πείραζε αν έμενα μαζί σου λίγο;
Καθόλου, έτσι κι αλλιώς παντρεύομαι σύντομα και μετά θα μείνω με τον Νίκο.
Παντρεύεσαι; Μα δεν είσαι πολύ μικρή;
Μικρή; (Κρατήθηκε να μην της θυμίσει πως εκείνη τη γέννησε στα δεκαέξι.) Είμαι ενήλικη πια, μπορώ να αποφασίσω για τη ζωή μου.
Η Ιφιγένεια συνέκρινε πάντα τους γονείς του Νίκου με τη μάνα της. Εκείνοι την είχαν αγκαλιάσει σαν δικό τους παιδί. Η Δανάη δεν είχε ρωτήσει ούτε μια φορά ποιος ήταν ο μέλλων γαμπρός.
Θα έρθω στον γάμο, αλλά τώρα χρειάζομαι διακοπές. Πάω Κρήτη.
Κρήτη; Τι ωραία Ο Νίκος ταξιδεύει συχνά εκεί για τις δουλειές του
Οι μέρες για τον γάμο κυλούσαν σαν ανάποδος άνεμος. Η Ιφιγένεια, χαμένη μέσα σε λίστας, προσκλήσεις, νυφικά και στολισμούς, ένοιωθε την εξάντληση κεντημένη στο πετσί της. Ο Νίκος είχε φύγει εσπευσμένα για δουλειά, και η Δανάη είχε εξαφανιστεί.
Ετούτο μόνο ήξερε σίγουρα: σε λίγο ο Νίκος θα γινόταν πατέρας! Εκείνη δεν το είχε σχεδιάσει έτσι, αλλά αφού ο γάμος ήταν κοντά, κανείς δε θα ψιθύριζε.
Επιτέλους! Νόμιζα θα έβρισκες Κρητικιά!
Τι λες, καρδούλα μου. Εσύ είσαι το λιμάνι μου. Δεν είμαι για αστεία.
Ήταν όμως; Μια φευγαλέα υπόνοια μυστικού πλανιότανοι μέρες μπήκαν σε μια μωβ αχλύ, σα να ήταν ξέφωτα παλιάς υπόγειας Αθήνας στο όνειρο.
Και τότε, μέσα σε μια παράλογη σύναξη, άρχισαν όλα να αναποδογυρίζουν. Η Ιφιγένεια στάθηκε μετέωρη, να μην αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε.
Τι μυστικό εδώ; Περιμένω παιδί απ τον Νίκο, του ζήτησα να σου το πει καιρό πριν
Είπες τί; Είσαι έγκυος απ τον άντρα μου; Αυτό είναι αστείο;
Μοιάζω με αστεία; Τον γνώρισα στην Κρήτη. Περάσαμε παθιασμένες νύχτες σα να υπήρχε μόνο εκείνο το σήμερα. Πες της, Νίκο! Πόσο όμορφα περάσαμε!
Φύγετε! Φύγετε όλοι! Δε θέλω να σας ξαναδώ!
Συγχώρεσέ με, Ιφιγένεια, αυτά ήταν λάθος μου!
Λάθος ήταν να παντρευτώ άνθρωπο τόσο ανάξιο
Η Ιφιγένεια προχώρησε απευθείας σε διαζύγιο. Ο άντρας της δεν κέρδισε ποτέ τη συγγνώμη της, και τη μητέρα της δε θέλησε να την ξαναδεί ούτε ζωγραφιστή.
Μετά γύρισε στο μικρό φθαρμένο χωριό έξω από το Άργος, στη γιαγιά και στον παππού. Εκεί γέννησε με πείσμα ένα αγοράκι.
Για τη μητέρα και τον πρώην άντρα της δεν άκουσε τίποτα ούτε έψαξε ποτέ.
Ώσπου, έναν μήνα μετά τη γέννηση του γιου της, χτύπησε το τηλέφωνο από το μαιευτήριο του Ναυπλίου:
Είσαστε κόρη της Δανάης Γιάνναρη;
Ναι; Τι συμβαίνει;
Η μητέρα σας έφυγε στη γέννα, συλλυπητήρια. Η κοπέλα έζησε. Ίσως θέλετε να πάρετε το παιδί; Να το δηλώσουμε στο ίδρυμα ή θα έρθετε;
Εγώ εγώ Θα έρθω!
Η Ιφιγένεια πήρε το μωρό σπίτι της. Δεν μπορούσε τίποτα να κάνει αλλιώς
Ο Νίκος δεν εμφανίστηκε ποτέ. Φαινόταν πια πως πάντα θεωρούσε υπαίτιο μόνο τη Δανάη.
Εκείνη, όμως, τα έβλεπε αλλιώς: όλοι φταίνε και κανείς ταυτόχρονα. Τα παιδιά δεν πρέπει να πληρώνουν τα αμαρτήματα των γονιών.
Παιδιά είναι ευλογία, η χαρά της ζωής. Κι η χαρά, όπως τα χελιδόνια της άνοιξης, ποτέ δεν είναι αρκετήΚαθώς κοίταζε τις δύο κούνιες πλάι-πλάι στο μικρό δωμάτιο, η Ιφιγένεια αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή της πλήρης. Χωρίς τίτλους, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς ανάγκη εξισορρόπησης παλιών λογαριασμών. Η μικρή της αδερφή, το αθώο πλάσμα που έμοιαζε τόσο στη Δανάηαυτή η δεύτερη αρχή, ένα νέο κορίτσι που θα μεγάλωνε μαζί με τον γιο τηςήταν η ευκαιρία, ίσως η λύτρωση που η ζωή είχε φυλάξει σιωπηρά για εκείνη.
Η γιαγιά Φιλιώ καθόταν πλάι της κι έπλεκε αργά, τραγουδώντας ένα νανούρισμα που είχε ξεθωριάσει μισό αιώνα πριν. Ο παππούς Αριστείδης μάζευε σύκα έξω απ το παράθυρο και χαμογελούσε που το σπίτι γεμίζει ξανά από παιδικές φωνές.
Η Ιφιγένεια ξάπλωσε ανάμεσά τους, έσβησε το παλιό φως του κομοδίνου και κοίταξε το ταβάνι, ψιθυρίζοντας:
Θα σας αγαπήσω όσο δεν αγαπήθηκε καμιά γενιά πριν από μας.
Έως το πρωί, κάθε ανάσα των παιδιών γινόταν ρίζα που βάθαινε στην ψυχή της. Και το χάραμα, όταν το ροζ φως φιλτράρισε στους τοίχους, ήξερε: δεν θα ήταν ξανά ορφανή κανείς τους.





