Χλόη και η „μάνα” της κάθονταν στο ξεχαρβαλωμένο, παλιό κρεβάτι. Και οι δύο τυλιγμένες σε χοντρά πουλόβερ. Χειμώνας στην Αθήνα, και μόλις είχαν ανάψει τη ξυλόσομπα. Δύσκολα μύριζε ακόμα η ζέστη στον αέρα.
Μη στεναχωριέσαι, μαμά. Όλα θα φτιάξουν. Δε θα χαθούμε, εγώ θα σου δώσω το φάρμακό σου τώρα…
Η Χλόη μιλούσε ήρεμα, να καθησυχάσει τη γυναίκα δεν ήταν καν η βιολογική της μάνα. Ήταν η πρώην πεθερά της, σχεδόν ξένη.
Έτσι τα έφερε η μοίρα, που συγκατοικούσαν η πεθερά, ο γιος της και η Χλόη.
Η Χλόη παντρεύτηκε αργά, στα τριάντα της. Ήταν η δεύτερη σύζυγος του Στάθη. Δεν είχε διαλύσει κανενός άλλου τη ζωή, όταν άρχισαν να βγαίνουν ο γάμος του Στάθη είχε τελειώσει.
Στην πεθερά της, την Καλλιόπη, άρεσε αμέσως. Και το αντίστροφο. Τη φώναζε «ματάκια μου», της άνοιγε την καρδιά της, την αγκάλιαζε και την καταλάβαινε. Η Χλόη, ορφανή από μικρή, βρήκε στη Καλλιόπη τη θαλπωρή που της έλειπε.
«Συνομωτές», πείραζε ο Στάθης.
Πέντε χρόνια γάμου πέρασαν σαν ένα όνειρο. Ύστερα ο Στάθης άλλαξε. Έγινε νευρικός, φώναζε σε όλους. Αιτία; Η καινούργια του αγάπη. Γύριζε αργά, συχνά μεθυσμένος.
Ένα πρωί της είπε ψυχρά τέλος. Είχε δύο μέρες να μαζέψει τα πράγματά της. Η Χλόη δεν είχε ακόμα φύγει, όταν εμφανίστηκε εκείνη η νέα γυναίκα του, κουβαλώντας μια ροζ βαλίτσα.
Ίσως ήθελε να δει τη „χαμένη”, να πετάξει φαρμάκι. Ήταν μια ξανθιά, με πόδια ατέλειωτα, χείλη φουσκωμένα, και βλεφαρίδες μεγάλες σαν του αγελαδιού, που δύσκολα ανοιγόκλειναν.
Η Χλόη γέλασε αβίαστα.
Για δες, μ αντάλλαξες με αυτήν την τραγική Παναγία με τις βλεφαρίδες; Καλή τύχη να έχεις. Καθόλου δε μετανιώνω.
Εκείνη τουλάχιστον γελάει. Εσύ κι η μάνα μου δυο γιαγιάδες πια! Δυο κότες…
Εμένα ας με λες. Τη μητέρα γιατί την προσβάλλεις;
Αγάπη μου, μένει κι η μαμά μαζί μας; Μήπως να την πάρει μαζί της; Τι να την κάνουμε; Ζαχαρένια μου…
Έλα, μάνα, ήρθε κι η ώρα σου. Πολύ έκατσες.
Πού να πάω; Όλα τα λεφτά απ το σπίτι μου, τα έδωσα να χτίσεις εδώ πέρα…
Σταμάτα το δράμα. Μείνε αν θέλεις, αλλά δε βγαίνεις ποτέ απ το δωμάτιό σου. Αρχόντισσα εδώ πια είναι η Βιολέτα!
Λαγουδάκι μου, ας τις να φύγουνε και τις δυο!
Είναι η μάνα μου!
Δηλαδή θαχω τέτοια πεθερά; Πωπω!
Η Χλόη δεν άντεχε άλλο το μαρτύριο.
Μαμά, έρχεσαι μαζί μου στο χωριό;
Και καλύτερο το χωριό, παρά εδώ με το παιδί μου κι αυτή…
Κάτσε ήσυχα, πάω να μαζέψω.
Μη ξεχάσεις το φάρμακό μου, και το κουτί μου.
Μια δεύτερη βαλίτσα γέμισε βιαστικά κουτί, φάρμακα, έγγραφα, φορμάκια, εσώρουχα.
Όλα δικά σας πάρτε τα, εμείς δεν χρειαζόμαστε ξένα είπε η Βιολέτα, έτσι δεν είναι, γατούλη μου;
Ο Στάθης απλά παρατηρούσε. Δεν τον άγγιζε κανένας. Καταλάβαινε, η μάνα του δε θα του συγχωρούσε αυτό. Ή ίσως και να του το συγχωρούσε… έτσι κάνουν οι μάνες.
Η Χλόη βρισκόταν μετά από λίγο έξω. Η Καλλιόπη ήδη στο πίσω κάθισμα, να σκουπίζει κρυφά δάκρυα. Ούτε ένα βλέμμα στο γιο της, μόνο βαθύς αναστεναγμός.
Πώς αντέχεται, όταν τα δίνεις όλα… και δεν σ’ έχουν ανάγκη πια;
Πώς θα ζήσουμε τώρα, κορίτσι μου;
Έχω κάτι λίγα ευρώ στην άκρη. Μέχρι να βρω δουλειά μας φτάνουν. Εσύ έχεις σύνταξη. Ζούμε με το ψωμί και το λάδι, φτάνει.
Έφτασαν στο πατρικό της Χλόης στην Αρκαδία. Ευτυχώς ήταν ακόμη μέρα. Παγωνιά μέσα. Άναψε αμέσως τη σόμπα, έφερε νερό, έβαλε τσάι.
Κοίτα πως τα καταφέρνεις όλα. Σαν να μην έφυγες ποτέ.
Ο παππούς με έμαθε όλα. Καλά που πήραμε τρόφιμα. Δεν έχω όρεξη για κουτσομπολιά.
Σιγά σιγά το σπίτι ζέστανε.
Αύριο θα τα καθαρίσω όλα.
Χτύπησε η πόρτα.
Να η γειτόνισσα. Είχες καιρό να φανείς. Βλέπω το αμάξι σου. Ήρθες χειμωνιάτικα; Έχεις προβλήματα;
Όλα καλά, κυρ-Αρίστο. Όλα περαστικά. Θα στα πω άλλη φορά. Έλα να πιεις τσάι.
Ήρθα να σας καλέσω. Δεν είσαι μόνη; Τότε είδε την Καλλιόπη.
Η Καλλιόπη. Κυρ-Αρίστος.
Χλόη, ό,τι χρειαστείς, να με ζητήσεις.
Προς το παρόν όλα καλά, ευχαριστώ.
Πέρασε βδομάδα και το σπίτι έγινε σαν κουκλίστικο.
Ξέρεις, Χλόη, είμαι κι εγώ απ το χωριό. Πήγα στην Αθήνα παντρεμένη. Ο άντρας μου χάθηκε όταν ο Στάθης ήταν 23. Πούλησα το διαμέρισμα κι ο γιος μου υποσχέθηκε ότι πάντα θα μαι μαζί του. Να, κοίτα πώς τα φέρνει η ζωή…
Μη στεναχωριέσαι. Η ζωή φέρνει κι εγγόνια…
Από αυτήν; Παναγία μου μακριά! Ο κυρ-Αρίστος μένει μόνος;
Μόνος του. Η γυναίκα του πνίγηκε σώζοντας ένα παιδί. Έκτοτε ποτέ ξανά δεν παντρεύτηκε. Δεν έχει παιδιά. Φίλος του παππού, πιο μικρός βέβαια. Της ηλικίας σου.
Πέρασε μήνας. Από τον Στάθη, ούτε φωνή. Δεν πήρε ούτε τη μάνα του. Ένα πρωί, τηλέφωνο άγνωστης προέλευσης.
Κυρία Χλόη;
Ναι.
Ο άντρας σας… σκοτώθηκε.
Λάθος κάνετε.
Δεν κάνω. Ήταν μεθυσμένος, τράκαρε το αμάξι του. Και συντροφιά είχε. Εκείνη βγήκε άθικτη. Ελάτε να τον αναγνωρίσετε.
Θεέ μου… Η Καλλιόπη πώς θα το αντέξει; Τι να κάνω; Κυρ-Αρίστο!
Χλόη, τι έπαθες και χλώμιασες έτσι;
Μάνα κάτσε. Ο Στάθης… πέθανε.
Όχιιι… Εγώ φταίω! Τον άφησα!
Μάνα, αυτός σε έδιωξε…
Ναι… Εγώ, η μάνα του…
Πρέπει να πάω στην αναγνώριση. Ο κυρ-Αρίστος θα μείνει μαζί σου.
Θα έρθω κι εγώ.
Κι εγώ έρχομαι είπε ο κυρ-Αρίστος. Με το δικό μου, τέλος! Δεν συζητείται.
Έγινε το μνημόσυνο. Η Χλόη και η Καλλιόπη πήγαν στο σπίτι. Πλέον δικό τους ο Στάθης ούτε αίτηση για διαζύγιο είχε προλάβει. Ο έρωτας, το κρασί, τ αστεία δεν αφήνουν χρόνο.
Ο κυρ-Αρίστος πάντα μαζί τους.
Έρχομαι, κυρίες μου. Ποιος ξέρει τι θα βρείτε.
Ο οίκος… ακαταστασία, ρούχα στο πάτωμα, ψόφιο χνώτο κρασιού, σαπίλα.
Αυτό έκανε ο γιος μου; Δεν ήταν ποτέ έτσι! Ποιοι ήτανε στη ζωή του;
Τι θέλετε εδώ; Εδώ είναι τώρα το σπίτι μου βγήκε με τις βλεφαρίδες η Βιολέτα, συνοδευόμενη από έναν ημίγυμνο άντρα.
Για φέρε χαρτιά ιδιοκτησίας! θύμωσε ο κυρ-Αρίστος.
Εγώ είμαι η γυναίκα του! Παντρευτήκαμε! Όλα δικά μου τώρα.
Δεν πρόλαβε διαζύγιο! Τι παραμυθιάζεις;
Το γιορτάσαμε από πριν. Δικό μου!
Μάζεψέ τα και φύγε. Εδώ δεν είσαι!
Το αγόρι έφυγε σιγά. Ο κυρ-Αρίστος σιγουρεύτηκε πως τίποτα δεν λείπει.
Κοιτάξανε τα χαρτιά. Όλα καλά. Άλλαξαν κλειδαριές.
Το σπίτι ήθελε πολλή δουλειά. Ο κυρ-Αρίστος ήταν πάντα μαζί τους.
Λυπάμαι που φεύγετε από εδώ… πολύ συνήθισα στη συντροφιά σας.
Θα ερχόμαστε. Κι εσύ να έρχεσαι, κυρ-Αρίστο.
Με ξανακάνατε νέο. Η Μάχη μοιάζει τόσο στη δικιά μου…
Όλο την κοιτάς! Κι εκείνη εσένα. Ε, ερωτάκι;
Έλα τώρα, κορίτσι μου, θα μας κάνουν θέμα…
Πες την αλήθεια!
Μετά από ένα χρόνο, παντρεύτηκαν ο κυρ-Αρίστος και η Καλλιόπη. Περνούσαν υπέροχα. Και δίπλα τους πάντα η Χλόη, σαν κόρη τους.
Μα δεν ήταν μόνοι! Η Χλόη τελικά έγινε μητέρα. Δεν παντρεύτηκε ξανά, αλλά ανέλαβε υπό την προστασία της δυο αδέρφια. Ήθελε ένα, αλλά ήρθαν δύο. Παιδιά χωρίς ρίζες, όπως κάποτε κι εκείνη.
Την αγάπη και τους δικούς σου ανθρώπους, καμιά φορά τους βρίσκεις εκεί που δε γεννιέσαι, αλλά εκεί που σε κουβαλά ένα όνειρο ή μια ανάγκη…





