Оικογενειακό Κειμήλιο
Όχι! Μην προσπαθείς να με πείσεις, μάνα! Θα το κάνω, έτσι κι αλλιώς!
Έλενα μου, γιατί; Εξήγησέ μου, γιατί το χρειάζεσαι τόσο;
Γιατί, κάθε φορά μπαίνει στο δωμάτιο ένα λεπτό νωρίτερα από μένα! Γιατί δεν μπορώ πια να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη! Γιατί δεν θα μπορέσω να κάνω μια φυσιολογική ζωή! Ούτε άντρα, ούτε παιδιά θα έχω ποτέ! Θεέ μου, μαμά! Δεν καταλαβαίνεις; η Έλενα άρχισε να κλαίει και πέταξε τη βούρτσα προς το φρενοκομμένο γάτο, τον Σταύρο.
Το μαξιλάρι, που εκείνος γρατζουνούσε μανιωδώς με τα νύχια, ακούγοντας τον τσακωμό από πάνω του, ήταν κεντημένο επιμελώς από τα χέρια της Έλενας. Το είχε φτιάξει για να το χαρίσει στην γιαγιά της, αλλά ο μεγάλος καβγάς που είχε χωρίσει την οικογένεια σε δύο αδιάλλακτα στρατόπεδα, δεν της επέτρεψε να πραγματοποιήσει το δώρο. Τα υπέροχα τριαντάφυλλα πάνω στο βελούδο, τώρα στόλιζαν το δωμάτιο της Έλενας, αν και συχνά αντιμετώπιζαν βίαιες επιδρομές από τον ανυπότακτο γατίσιο άρχοντα του σπιτιού.
Ό,τι και να έλεγαν για τον Σταύρο, εμφανίστηκε στο σπίτι χάρη στην Έλενα, και πλέον τον θεωρούσε χρέος της να διαπαιδαγωγήσει το άγριο ζώο που είχε κάποτε σώσει από τα χέρια των γειτονόπουλων. Εκείνα είχαν θεωρήσει πως, αφού ο γάτος δεν είχε ιδιοκτήτη, κανείς δεν θα τον υπερασπιστεί. Αλλά υπολόγισαν χωρίς την Έλενα. Αν και με παρτιτούρες στα χέρια, ευαίσθητη και λεπτή όπως ήθελε η μάνα της, ο πατέρας της Έλενας είχε άλλη προσδοκία: γι αυτό και η Έλενα είχε μαύρη ζώνη στο καράτε και μια ντουζίνα κύπελλα να στοιβάζονται στο ράφι, εκνευρίζοντάς την κάθε φορά που έκανε καθάρισμα. Δεν άντεχε να σκουπίζει σκόνη από τα μεγάλα κατορθώματα της, αλλά η μαμά της δεν την άφηνε να τα μαζέψει, πεπεισμένη πως έτσι ανέβαζε την αυτοεκτίμησή της.
Τα αθλητικά της προσόντα της φάνηκαν βολικά εκείνη τη μέρα, καθώς οι μεγαλόστομοι μπόμπιρες έφαγαν το ξυλάκι τους και εξαφανίστηκαν, ενώ η Έλενα κέρδισε ένα σακατεμένο, φαλακρό γατάκι μένα φριχτό ουράκι. Πολύ γρήγορα όμως έγινε ένας υπερήφανος, φουντωτός γάτος, σίγουρος πως η Έλενα ήταν πια δική του, οπότε δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί για τίποτα. Μπορούσε να χαρεί τη ζωή, ανταποδίδοντας κάπου κάπου με ένα χάδι πίσω από το αυτί.
Εκείνη τη μέρα που ο Σταύρος έγινε κι επίσημα μέλος της οικογένειας, η Έλενα γύριζε από το Ωδείο θυμωμένη και απογοητευμένη. Η προετοιμασία για τον διαγωνισμό δεν πήγαινε καλά. Τα δάχτυλά της, πειθαρχικά και σίγουρα κανονικά, αδυνατούσαν να κινηθούν σωστά μόλις στην αίθουσα εμφανιζόταν ο συμφοιτητής της, ο Νίκος.
Ο Νίκος, που η Έλενα ήξερε σχεδόν από πάντα, μιας και πήγαν πρώτα μαζί σχολείο, μετά και στο Μουσικό Σχολείο· ξαφνικά της φαινόταν αλλιώτικος, παράξενος, ακατανόητος. Είχαν να βρεθούν λίγους μόνο μήνες. Θερινές διακοπές, μια οικογενειακή απουσία του Νίκου και μόλις τον ξαναείδε, η Έλενα τα έχασε. Κι όταν ο Νίκος την αγκάλιασε, εξηγώντας γελώντας στους φίλους του τι γινόταν, εκείνη πάγωσε από ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, θέλοντας ασυναίσθητα να κρατήσει τη στιγμή περισσότερο. Άλλες φορές θα είχε ξεγλιστρήσει ταχύτατα και ίσως να του έριχνε κι ένα χαριτωμένο σκαμπίλι, αλλά τώρα ήθελε απλώς να μείνει έτσι, να νιώσει τη ζεστασιά της μεγάλης παλάμης του και να λιώσει από χαρά.
Όταν μετά εκείνος έτρεξε στην αίθουσα ανακοινώνοντας γυρνώντας το νέο του κομμάτι, η Έλενα τα βαλε με τον εαυτό της. Ανόητη! Πόσα φαντάζεται πια;
Αλλά εκείνη η παράξενη αίσθηση δεν την άφησε ξανά. Λαχταρούσε να εξηγήσει στον Νίκο πώς ένιωθε, αλλά παράλληλα και φοβόταν τόσο, που μόνο στη σκέψη, της πάγωνε το αίμα και τα δάχτυλά της σταματούσαν να υπακούουν.
Η Έλενα υπέφερε.
Δεν μπορούσε να εξομολογηθεί σε κανέναν. Η μάνα της δεν θα την καταλάβαινε έτσι νόμιζε ή έτσι ήθελε να νομίζει. Αλλά, όπως και να έχει, δεν τολμούσε να μιλήσει στη μητέρα της για τον πρώτο της έρωτα.
Η σχέση τους μπερδεμένη. Αγαπιόντουσαν βαθιά, αλλά καθεμία ήξερε πως είχε και χαρακτήρα βαρύ. Έπρεπε να προσπαθούν να συγκρατηθούν, να μην πληγώνουν η μία την άλλη κάτι που όμως δε γινόταν πάντα. Και τότε στο σπίτι ξέσπαγε αδιόρατος καβγάς: όχι κραυγές και σπασμένα πιάτα, αλλά μια αμήχανη σιγή, και μια πόρτα που έκλεινε απαλά.
Πολιτισμένη εξόντωση.
Έτσι το έλεγε η γιαγιά πριν μαλώσουν όλοι, προσθέτοντας:
Μοναδική βλακεία!
Η Έλενα συμφωνούσε, όμως το μοτίβο συνεχίστηκε. Συνήθως εκείνη έκανε το πρώτο βήμα, επαναφέροντας την εύθραυστη οικογενειακή ειρήνη.
Ήξερε καλά ότι η μητέρα της την αγαπούσε. Για την Ευγενία Αναστασίου, τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό απ την κόρη της. Γι αυτήν, θα έκανε τα πάντα: ακόμη και να περιφρουρήσει το παιδί της, να το φυλακίσει για να μην του πληγώσει κανείς.
Η Ευγενία φύλαγε την Έλενα όσο καλύτερα ήξερε. Έτσι, εκτός από το σχολείο, τις σπουδές, και σπάνιες εξορμήσεις με τους γονείς, η Έλενα δεν ήξερε τίποτα άλλο. Κατασκηνώσεις δεν πήγε ποτέ· φίλοι; Μόνο τα παιδιά των φίλων της μάνας της, που ένιωθε ξένα. Δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί τους. Όχι επειδή ήταν ιδιότροπη μα όταν η Χριστίνα όλο ψευτοπειραζόταν, ή ο Στέφανος είχε κομματιάσει το αγαπημένο της λούτρινο αρκουδάκι, λέγοντας καλά να πάθει!, δεν ήθελε να τους ξαναδεί μπροστά της.
Τι κρίμα που δεν ταιριάξατε! Θα κάνατε υπέροχο ζευγάρι! έλεγε η μαμά του Στέφανου χαϊδεύοντας τα μαλλιά της, αλλά η Έλενα διαισθανόταν το ψέμα.
Ευγενία, μην σπάς το παιδί! άκουγε τη γιαγιά της να μαλώνει τη μητέρα της. Άφησέ την να διαλέξει μόνη της! Μην της στερείς το δικαίωμα της επιλογής θα νιώθει για πάντα ελλειμματική!
Αχ, κυρία Μάγδα, μην με ζαλίζετε! Είναι ακόμα μικρή! Για ό,τι συμβεί, υπεύθυνη είμαι εγώ!
Πρόσεχε μόνο μην το ξεχειλώσεις. Μη νομίσεις πως ανήκει μόνο σε σένα.
Γιατί η Έλενα θυμόταν τόσο καλά αυτόν τον διάλογο, δεν ήξερε. Μα κάθε φορά που η μαμά άρχιζε το πρέσινγκ, απαντούσε σχεδόν αυτόματα:
Μαμά, δεν είμαι αντικείμενό σου!
Η Ευγενία τότε θύμωνε.
Μην παπαγαλίζεις όσα ακούς! Να έχεις μυαλό δικό σου!
Κι έχω! απαντούσε η Έλενα, και το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή.
Με τη γιαγιά της, τη Μάγδα Παπαϊωάννου, αναγκάστηκε να χάσει επαφή μετά τον γνωστό μεγάλο καβγά.
Ποιος έφταιγε, δεν είχε σημασία: γιαγιά, μάνα, όλοι. Η γιαγιά μάλωσε τη μάνα της, που, όταν περίμενε το δεύτερό της παιδί, βασάνιζε (με καπρίτσια και κρίσεις) τον άντρα και το παιδί· και της απέμεινε το τραύμα της απώλειας το μωρό χάθηκε αργά. Ο πατέρας, ο κύριος Κώστας, στην αρχή προσπάθησε να τους μονιάσει, αλλά κατάλαβε πως δεν βγάζει άκρη: με δυο ηφαίστεια δεν τα βάζεις.
Η διαδικασία κράτησε καιρό. Η Έλενα νοσταλγούσε τόσο τη γιαγιά της, μα να πάει κόντρα στη μάνα της, τώρα, δεν τολμούσε· εκείνη κράταγε την ίδια για δεκανίκι της.
Μαμά, γιατί δεν το δοκιμάσατε ξανά; Δεν ήθελες κι έναν γιο;
Μια φορά η Έλενα βρήκε το θάρρος να ρωτήσει τη μητέρα της. Δεν πήρε ποτέ απάντηση μόνο ένα βλέμμα που της έκοψε τα λόγια. Ήταν ξεκάθαρο: μην ξαναθίξεις αυτό το θέμα, ποτέ.
Η γιαγιά, ο μόνος άνθρωπος που ίσως να είχε το θάρρος να της ανοιχτεί, αποφάσισε να φύγει: πούλησε το σπίτι της στο Μαρούσι, πήρε ένα εξοχικό στα Καμένα Βούρλα.
Έτσι πρέπει, παιδί μου. Όλοι θα ησυχάσουμε.
Από τότε, ο πατέρας επισκεπτόταν τη γιαγιά δυο φορές το χρόνο, η μητέρα της το αποδεχόταν, αλλά να πάει η Έλενα μαζί του αρνιόταν κατηγορηματικά.
Δεν θέλω να τη βάλει να στραφεί εναντίον μου!
Δεν της άρεσε η κατάσταση, αλλά συμπόνεσε τη μητέρα της και αγαπούσε τον πατέρα της, προσπαθώντας να κρατήσει τον οικογενειακό ιστό ζωντανό απ τη δική της μεριά.
Φυλούσε μια φωτογραφία της γιαγιάς της στο αγαπημένο της βιβλίο και, όταν δεν την έβλεπε η μητέρα της, την έβγαζε για να τη χαζέψει. Πώς μπόρεσε ο φωτογράφος να κρύψει τόσο καλά τη σπουδαιότερη οικογενειακή κληρονομιά της οικογένειας Αναστασίου, που, όταν ξανακοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη, η Έλενα έκλαιγε;
Η μύτη. Οικογενειακό χαρακτηριστικό! Επιβλητική και εξοργιστικά όμορφη, κατά τους συγγενείς.
Απ όλα αυτά, η Έλενα κρατούσε μέσα της μόνο το επιβλητική. Δεν έβλεπε τίποτα ωραίο σ αυτή τη μύτη.
Είναι τεράστια! Η Χριστίνα, που είχαν να βρεθούν πάνω από μια δεκαετία, αναφώνησε θαυμάζοντας, αγγίζοντας τη μύτη της Έλενας με το βαμμένο νύχι Συγνώμη! Μα είναι τόσο αστείο! Ζωντανή Πινόκιο! Δεν σε ενοχλεί όταν φιλάς; Αχ! Σοβαρά μιλάς; Ποτέ; Τι, δεν έχεις φιλήσει ποτέ;! Στην ηλικία σου και να μην έχεις αγόρι; Απίστευτο!
Πώς κρατήθηκε, η Έλενα δεν ήξερε. Ήθελε να της τραβήξει τα μαλλιά, μόνο και μόνο για να της ξεσπάσει την αγανάκτηση.
Τι ήταν, φίλη της; Όχι. Ούτε καν γνωστή πλέον. Πέντε χρόνια ζούσε πια με τους γονείς της στη Βαρκελώνη και ερχόταν στην Ελλάδα μόνο για να δει συγγενείς. Αυτή η συνάντηση οργανώθηκε τελευταία στιγμή, απ τη μητέρα της, παρόλες τις αντιρρήσεις της Έλενας.
Δεν κάνει, αγάπη μου! Τόσα χρόνια είχατε να τα πείτε!
Και να μην τα λέγαμε ακόμα καλύτερα! Γιατί, μαμά;
Για το καλό σου! Μη ρωτάς τώρα. Θα με ευχαριστείς μια μέρα.
Κι η Έλενα την ευχαρίστησε, αλλά μόνο σιωπηρά, με τις δικές της εκφράσεις, όταν πήρε την πρώτη, ουσιαστικά ενήλικη απόφαση της ζωής της:
Θα κάνω πλαστική στη μύτη μου!
Όχι! Η Ευγενία κοιτούσε την κατσουφιασμένη Έλενα πανικόβλητη. Δεν θα το αφήσω! Γιατί;
Μην προσπαθείς να με πείσεις, μαμά. Ο πατέρας ήδη μου έδωσε την άδειά του. Το αποφάσισα.
Μη διανοηθείς ψέλλισε η μάνα της, τόσο απαλά που η Έλενα σχεδόν δεν την άκουσε.
Όταν έφυγε, η Ευγενία έκλαιγε και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια λύση.
Και τη βρήκε, σχεδόν μεσάνυχτα: προφανής καθώς ήταν, έτρεξε να ζητήσει από τον άντρα της το τηλέφωνο της Μάγδας.
Η Έλενα πέταξε την επόμενη για τα Καμένα Βούρλα.
Η μητέρα της πήγε η ίδια ως το αεροδρόμιο και, αγκαλιάζοντάς τη, της ψιθύρισε:
Στη ζωή κάνουμε πολλές ανοησίες, κόρη μου Χάνουμε τόσα πολλά, εκεί που θα μπορούσαμε να κερδίσουμε Μην κάνεις τα δικά μου λάθη! Και θυμήσου: σε περιμένω και σ’ αγαπάω πολύ! Ακόμα κι αν μοιάζει αλλιώς, θυμήσου: σε αγαπάω πάνω απ όλα.
Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να νεύσει και, αγκαλιάζοντάς τη μητέρα της, να ανέβει στο αεροπλάνο. Η γιαγιά την περίμενε αυτό είχε πια σημασία.
Η Μάγδα την υποδέχθηκε θερμά, όμως η κουβέντα ήρθε μετά δύο μέρες, όταν πια είχαν ηρεμήσει.
Έλενα, για ποιο λόγο μάλλον η μητέρα σου έγινε ξαφνικά τόσο γυναίκα;
Δεν ξέρω. Ίσως επειδή αποφάσισα να κόψω τη μύτη μου.
Γιατί; Είσαι μια χαρά κορίτσι! Λίγο μέικ-απ χρειάζεσαι, τίποτα άλλο.
Αχ, γιαγιά, κι εσύ το ίδιο; Είμαι σαν τον Πινόκιο!
Ποιος σου είπε τέτοια ανοησία;
Βρέθηκαν κάποιοι
Η Έλενα δάγκωσε τα χείλη της, να μην κλάψει, θυμούμενη τη γυαλιστερή Χριστίνα και το πόσο εύκολο της ήταν να έχει τους άντρες στα πόδια της.
Όσοι κοροϊδεύουν την εμφάνιση κάποιου, δεν είναι άνθρωποι, κορίτσι μου είναι αποτυχία της εξέλιξης. Κανείς δεν είναι τέλειος, και ειδικά οι γυναίκες! Αν βρεις μία ικανοποιημένη πλήρως με την εικόνα της, θα κλείσει το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες!
Να κάνω αίτηση τότε; Για την πιο χαρακτηριστική μύτη; Πρώτη θα μαι!
Περίμενε! Η γιαγιά κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη, γύρισε με το μεγάλο άλμπουμ της οικογένειας.
Εδώ! Να δεις; Όλοι αυτοί δεν εμπόδισε η κληρονομική μύτη να είναι ευτυχισμένοι. Πρόγονοί σου, κορίτσι μου. Μερικοί δεν σώθηκαν στις φωτογραφίες. Άλλοι χάθηκαν σε μαύρες εποχές Η θεία Φαίδρα πάντως επέζησε και ήταν σπουδαία χειρουργός: ειδικό προσωπείο για το χειρουργείο εφορούσε πάντα. Κοίτα εδώ!
Φωτογραφία: Ψηλή γυναίκα, γέλια χαράς στο κύμα, δίπλα της άντρας γυμνασμένος ήταν ο θείος Μιχάλης.
Ναι, αλλά ήταν άρρωστος, γιαγιά
Τα τελευταία χρόνια· όμως η Φαίδρα παραιτήθηκε από τη δουλειά της για να τον φροντίζει, και ένιωθε ευτυχισμένη που ήταν μαζί του. Έφυγε μόλις έξι μήνες μετά εκείνον Το σημαντικό: καμιάς η τύχη δεν επηρεάστηκε από τη μύτη αυτή. Όλες αγαπήθηκαν, έκαναν τα παιδιά που ήθελαν και είδαν εγγόνια. Κι αυτό δεν είναι λίγο.
Η γιαγιά άνοιξε έπειτα ένα μικρό ξύλινο κουτάκι.
Έλα, Έλενα. Ώρα να πάρεις αυτό που σου άφησε η Φαίδρα. Η κάθε μία πήρε κάτι από τη μνήμη των προγόνων μας.
Τα σκουλαρίκια που έβγαλε ήταν τόσο όμορφα, που η Έλενα κόμπιασε.
Αυτό τα χε φτιάξει ο προπάππους σου, που ήταν από τους καλύτερους χρυσοχόους. Έβλεπε παντού ομορφιά και λατρεύοντας τη φύση, την κλείδωσε στα έργα του.
Λελούδες; ρώτησε, κοιτάζοντας τις μικροσκοπικές πέτρες.
Λέλεγες! Το όνομα της γυναίκας του. Τα έφτιαξε για εκείνη και περνούν από μάνα σε κόρη. Τώρα είναι δικά σου.
Γιαγιά αληθινό οικογενειακό κειμήλιο!
Όπως και η μύτη σου! Φαντάσου τώρα να αποφασίσω πως αυτό το έργο τέχνης είναι παλιομοδίτικο, το λιώσω να φτιάξω κάτι σύγχρονο αλλά άψυχο; Θα το άντεχες;
Η Έλενα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, σφίγγοντας τα σκουλαρίκια στη χούφτα.
Αυτό είναι λάθος!
Μη βλαστημάς το Θεό, λέγοντας πως σε έφτιαξε στραβά. Όλα σου δίνονται ακριβώς όπως πρέπει. Τώρα πες μου για το αγόρι που σε αναστάτωσε. Τι άνθρωπος είναι;
Γιαγιά, πώς το κατάλαβες; κοκκίνισε, μα βούρκωσε.
Σοβαρό μυστικό! Ή νομίζεις πως δεν ήμουν κι εγώ κορίτσι;
Η κουβέντα τους κράτησε ως τα ξημερώματα. Η Έλενα μιλούσε ασταμάτητα κι εκείνη άκουγε. Τώρα, η Έλενα μπορούσε να ανασαίνει, να ετοιμαστεί για τον διαγωνισμό, να ονειρευτεί χωρίς εκείνο το πνιγηρό άγχος.
Το πρωί βρήκε τη γιαγιά να ετοιμάζει βαλίτσα.
Εσύ πού πας;
Ώρα να μαζέψω τα κομμάτια, Έλενα. Έκανα μεγάλο λάθος που άφησα να κοπεί κάτι που δεν κόβεται. Πρέπει να δω τη μάνα σου.
Η αποφασιστικότητα της γιαγιάς δεν άφησε περιθώριο στην Έλενα να διαφωνήσει. Της έφτιαξε τα πράγματα και της έβαλε ταξί για το αεροδρόμιο.
Λίγες μέρες μετά, καθισμένη αγκαλιά με τον Σταύρο, αφουγκραζόταν τις χαμηλές φωνές από την κουζίνα. Ήθελε τόσο να πάει να καθίσει μαζί τους, να πιάσει το χέρι της μητέρας της και να ρωτήσει αν τα βρήκαν Μα ήξερε πως ακόμη δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Ακόμα απέχει η οικογενειακή ειρήνη, αλλά τουλάχιστον, μπήκαν τα πρώτα θεμέλια. Τώρα το σημαντικό είναι να μην το χαλάσει κανείς. Η οικογενειακή αρμονία χτίζεται δύσκολα σαν κόσμημα από χρυσό.
Ένα χρόνο αργότερα, η Ευγενία, κρατώντας με το ένα χέρι την κοιλιά, χαμογέλασε στη μακιγιέζ, χάιδεψε το σκουλαρίκι-λείο στα αυτί της κόρης της, κούμπωσε τη δαντελένια φούντα στη νυφική καρέκλα, και ρώτησε:
Λοιπόν, είσαι έτοιμη;
Ναι! Να πουδραριστώ λίγο ακόμα να γυαλίσω το οικογενειακό μας κειμήλιο! είπε η Έλενα στον καθρέφτη.
Κοιτώντας τον εαυτό της, αναλογίστηκε πώς μια φορά είχε ρωτήσει τον Νίκο αν του ενοχλούσε κάτι στην εμφάνισή της.
Τίποτα απολύτως, Έλενα! Είσαι αψεγάδιαστη! Γιατί το ρωτάς;
Η απορία του τόσο αληθινή, που η Έλενα έκλεισε τα μάτια από ευτυχία.
Ένα χαμόγελο, μια λάμψη κάτω από τις βλεφαρίδες κι ύστερα, τα χέρια της γύρω από τον τριχωτό μουσικό που μόλις είχε πάρει διεθνές βραβείο.
Έτσι απλά, αγάπη μου έτσι απλάΈκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή, αφήνοντας τη χαρά να κατακλύσει κάθε κύτταρο, σαν κύμα που ξεπλένει παλιές αμφιβολίες. Ο Νίκος πλησίασε αθόρυβα, γλιστρώντας ανάμεσα στα λευκά τούλια της ημέρας τους φοράει, όπως πάντα, το στραβό του χαμόγελο και το βλέμμα που τη διάβαζε πριν προλάβει να μιλήσει.
Έλενα σιγοψιθύρισε, κι εκείνη γύρισε, νιώθοντας το σπίτι, τις γενιές πίσω της, όλο το παρελθόν που είχε φέρει ώς εδώ τους ανθρώπους που αγαπούσε. Οι φωνές της μητέρας και της γιαγιάς αντηχούσαν ακόμα από την κουζίνα, πλέκοντας γέφυρες απ όσα έσπασαν. Και στην αγκαλιά του Νίκου, στο φως του καθρέφτη, δεν είδε πια τη μύτη είδε μόνο τον εαυτό της, φωτεινό, αληθινό, κομμάτι μιας ιστορίας πιο μεγάλης κι από την ίδια.
Πριν κατεβεί για το γάμο, χάιδεψε το σκουλαρίκι και ύστερα γέλασε, δυνατά αυτή τη φορά, σαν να ξύνει τη φαγούρα τόσων χρόνων ανασφάλειας κι ενοχής.
Γιαγιά, μαμά… είμαι ευτυχισμένη όπως είμαι, ακούτε;
Η Ευγενία και η Μάγδα μπήκαν σχεδόν ταυτόχρονα, και για πρώτη φορά μετά από καιρό, κοιτάχτηκαν δίχως μούτρα, και η γιαγιά φώναξε:
Εμείς πάντα το ξέραμε, κορίτσι μου!
Η Έλενα άνοιξε την αγκαλιά της και οι τρεις γυναίκες ενώθηκαν, τα γέλια τους να γεμίζουν το σπίτι, και στο φως του απομεσήμερου ο Σταύρος πηδούσε στα πεντάλ του πιάνου, χαρίζοντας τη δική του, παράταιρη, αλλά τόσο οικογενειακή, συγχορδία.
Η Έλενα, νεαρή νύφη με τα σκουλαρίκια-κειμήλιο να αστράφτουν στο φως, διάλεγε, επιτέλους, δική της μουσική. Και κάθε φορά που θα κοιτούσε από δω κι εμπρός τον καθρέφτη, θα έβλεπε όχι το βάρος μιας μύτης, μα τη δύναμη μιας ολόκληρης ιστορίας που την έκανε μοναδική.





