ΝΥΦΗ
Η Άννα Παπαδοπούλου τοποθέτησε με προσοχή τη μεγάλη πιατέλα με ψητή πάπια στο στολισμένο τραπέζι και αναστέναξε. Από στιγμή σε στιγμή θα έφταναν οι γιοι της με τις νύφες τους.
Ο μικρότερος μόλις είχε παντρευτεί, σε έναν λιτό και σεμνό γάμο. Έτσι είναι τώρα τα παιδιά, σκέφτηκε. Εκείνη θα έκανε μεγάλο γλέντι, όπως τότε που παντρεύτηκε τον άντρα της· είχαν πάει στα γρήγορα στο δημαρχείο κι αγόρασαν βέρες μετά από έναν χρόνο, δυο λεπτές δαχτυλίδια απλό χρυσό. Ήθελε να χαρίσει στα παιδιά μια γιορτή αληθινή, μα προτίμησαν οι ίδιοι τη λιτότητα.
«Έχει ένα ελάττωμα μόνο η Μαρία», εξομολογήθηκε η Άννα ξεφυσώντας κρυφά. Η Μαρία, η νέα της νύφη, είχε αποφασίσει να της μιλήσει σήμερα.
Η Μαρία ήταν κοπέλα συμπαθητική φρόνιμη, ήσυχη, πρόσχαρη. Στο γιο της τον Κώστα ταίριαξε μια χαρά. Τον βοήθησε να βρει καλή δουλειά και του δίνει θάρρος να προχωρήσει μπροστά. Ως τα τριάντα του ο Κώστας ζούσε ακόμα σαν φοιτητής, αδιάφορος για το μέλλον. Η Άννα είχε αρχίσει να ανησυχεί, αλλά, ευτυχώς, όλα πήγαν καλά.
Όμως μόνο ένα ελάττωμα είχε η Μαρία ήταν υπερβολικά περιποιημένη. Έτρεχε συνέχεια στα κομμωτήρια: κουρέματα, βαφές, μασάζ, μανικιούρ. Τα λεφτά έφευγαν σαν νερό ευρώ πάνω σε ευρώ. Και μια παντρεμένη γυναίκα, που πάνω απ όλα βάζει την οικογένειά της, δεν γίνεται να φέρεται έτσι.
«Όταν κάνετε παιδιά, αντί για παπούτσια στον Κώστα, θα πας για πεντικιούρ;» μουρμούριζε μέσα της η Άννα. Εκείνη είχε μάθει να σκέφτεται τον εαυτό της τελευταία, ιδίως από τότε που έχασε τον άντρα της. Οι γιοι, κι ας είχαν ενηλικιωθεί, συχνά χρειάζονταν ακόμη βοήθεια.
Την έβγαλε από τις σκέψεις της το κουδούνισμα της εξώπορτας κατέφθασαν τα νιόπαντρα παιδιά. Η Μαρία μπήκε στο σαλόνι και φάνταζε σχεδόν σαν σταρ. Μαλλιά με φρέσκια φροντίδα, καλοφτιαγμένο μανικιούρ, ελάχιστο μακιγιάζ από τα έμπειρα χέρια της αισθητικού.
Μαρία μου, πόσο όμορφη είσαι! αναφώνησε η πεθερά της ειλικρινά, αν και με ελαφριά ενόχληση. Και το ταγέρ καινούργιο;
Ναι, το αγόρασα μόλις χθες χαμογέλασε η νέα. Μας έδωσαν καλή πριμ στη δουλειά.
Καλύτερα να τα μαζεύεις για μια δύσκολη ώρα, δεν κρατήθηκε η Άννα. Ό,τι έξτρα βγάζεις, να το βάζεις στην άκρη. Θα δεις, θα χρειαστεί!
Η Μαρία δεν απάντησε. Της άρεσε η πεθερά της, μια αγνή γυναίκα αφιερωμένη στην οικογένειά της. Αλλά μέσα της θεωρούσε πως οι δύσκολες ώρες έρχονται συχνότερα σε όσους τις φοβούνται.
Η βραδιά κύλησε όμορφα, αν και η Άννα επέμεινε διακριτικά σε κουβέντες για περιττά έξοδα. Η Μαρία κατάλαβε ότι σ εκείνη αναφέρονταν οι υπαινιγμοί.
Εσείς, κυρία Άννα, πήγατε ποτέ για μανικιούρ; ρώτησε στο τέλος η Μαρία.
Εγώ; Χμ… Όχι ποτέ. Σπίτι μια χαρά τα φτιάχνω να φαίνονται καθαρά, δεν χρειάζομαι παραπάνω.
Δεν το πρόσεξε κανείς άλλο, μα στη Μαρία κόλλησε το παράπονο: πώς γίνεται να έχεις δυο γιους με καλό μισθό και να λυπάσαι να δώσεις λίγα χρήματα μόνο για σένα;
Στο δρόμο για το σπίτι, η Μαρία ρώτησε τον Κώστα:
Η μαμά σου κάνει τίποτε για τον εαυτό της;
Δεν ξέρω… Μαγειρεύει, στρώνει τραπέζια, βλέπει τηλεόραση, τα λέει με τις γειτόνισσες. Γιατί;
Γιατί δεν της έχουν μείνει χαρές… Δεν τη βγάζετε βόλτα σε σινεμά, θέατρο, ταβέρνα;
Δεν της χρειάζονται αυτά, μη φαντάζεσαι!
Η Μαρία σιώπησε, σκέφτηκε τη δική της μητέρα. Παρ ό,τι οικονομικά δύσκολα, έκανε πάντα μια μικρή πολυτέλεια: και κομψό κούρεμα, και φόρεμα καινούργιο, και εισιτήριο διαρκείας στο θέατρο.
Αποφάσισε πως η πεθερά της έπρεπε, έστω και για μια φορά, να δοκιμάσει να ζήσει για τον εαυτό της, αντί να μένει στο σπίτι περιμένοντας εγγόνια.
Μετά από μερικές μέρες, τηλεφώνησε στην Άννα και την παρακάλεσε να βγουν οι δυο τους, για έναν καφέ, κι αν θέλει μετά μια βόλτα στο ινστιτούτο ομορφιάς. Θα πήγαινε η Μαρία για μια περιποίηση, και χωρίς πίεση πρότεινε στην πεθερά της να δοκιμάσει ό,τι της αρέσει.
Έλα βρε παιδί μου, τι να περιμένω έξω; φοβήθηκε η Άννα. Αν χρειαστεί να σε περιμένω, θα κάτσω στο φουαγιέ ή έξω.
Γιατί να περιμένεις; Μια μισή ώρα όμορφα θα τη περάσεις και εσύ! Έστω μανικιούρ και μασάζ χεριών;
Με το ζόρι συμφώνησε η Άννα. Η Μαρία τηλεφώνησε στο κέντρο, όπου την ήξεραν καλά, κι εξήγησε το θέμα.
Κορίτσια, προσέξτε πολύ την πεθερά μου, χαρίστε της ότι μπορείτε, και αν θέλει ρωτήστε για άλλα. Αν ρωτήσει για τιμές, πείτε πως όλα τα έχω πληρώσει εγώ. Σας εμπιστεύομαι!
Τη μέρα εκείνη, η Μαρία οδήγησε σχεδόν σηκωτή την πεθερά της στο ινστιτούτο και την άφησε στα έμπειρα χέρια των κοριτσιών.
Μόνο μισή ώρα, έτσι; Και πόσα να φέρω; ρωτούσε ανήσυχη η Άννα.
Όσο η πεθερά χαλάρωνε μέσα, η Μαρία ήπιε καφέ στη ρεσεψιόν απαντώντας στα μηνύματα της δουλειάς. Για τον εαυτό της δεν είχε κλείσει τίποτα.
Η Άννα βγήκε μετά από δύο ολόκληρες ώρες, φρέσκια και ανανεωμένη.
Αχ, Μαρία μου, με περιποιήθηκαν τόσο! Με φίλεψαν καφέ, χαμομήλι… Όλα τόσο ευγενικά! Τι να πληρώσω τώρα; Πρέπει να στο χρωστάω ακριβά, φαντάζομαι…
Έχουμε προσφορά σήμερα! πετάχτηκε η υπάλληλος. Όποια φέρει φίλη, η φίλη της απολαμβάνει δωρεάν! Οπότε, μηδέν ευρώ!
Μαζί βγήκαν στη διπλανή καφετέρια. Η Άννα ήπιε μια γουλιά καπουτσίνο κι ακούμπησε χαλαρή πίσω.
Να το ξανακάνουμε κάπου κάπου; πρότεινε η Μαρία. Έχει καλές εκπτώσεις για πελάτισσες. Σ άρεσε;
Πάρα πολύ. Δεν ήξερα καν ότι είναι τόσο ευχάριστο!
Έπρεπε να το δοκιμάσετε παλιότερα!
Καλέ, τότε, τα παιδιά μικρά, ο άντρας Θεχωρέσ τον, πάντα οικονομούσε και δεν ενέκρινε ξόδεμα. Μετά, δεν έβρισκα λόγο…
Τώρα όμως υπάρχει λόγος! Μου κρατάτε συντροφιά, όχι να πηγαίνω μόνη μου.
Ε, για παρέα, καμιά φορά…
Έτσι έγινε συνήθεια: η πεθερά άρχισε να προσέχει τον εαυτό της, παρέα με τη νύφη. Η Μαρία, διπλωματικά, ανανέωσε απαλά και τη γκαρνταρόμπα της, λέγοντάς της πάντα τη μισή τιμή. Έπεισε τον άντρα της να πάρουν τη μαμά του σε εστιατόριο, μετά πήγαν όλοι μαζί σινεμά. Στην Πρωτοχρονιά, η Μαρία δώρισε στην Άννα συνδρομή στο Θέατρο Τέχνης.
Πόσο ανανεώθηκες, καλέ, θαύμαζαν οι γειτόνισσες.
Ε, η νιότη παρασέρνει χαμογελούσε ντροπαλά η Άννα.
Της φαινόταν πως, τώρα στα χρόνια της σύνταξης, για πρώτη φορά ξεκινούσε η νιότη μαμά δύο μεγάλων ανδρών, κι όμως, τώρα άνοιγε μια ζωή ολόκληρη μπροστά της.





