Η Ελένη γύρισε στο σπίτι νωρίτερα απ ό,τι περίμενε ο Πέτρος, και είχε μαζί της καλούδια από το χωριό των γονιών της. Ήθελε να του κάνει έκπληξη όμως αντί για μια ζεστή υποδοχή, ο Πέτρος την έστειλε στο σούπερ μάρκετ. Οι συνέπειες ήταν απρόσμενες.
Το βαρύ τσάντα έκοβε τον ώμο μου, τόσο που άθελά μου άφησα έναν ξεφυσικό αναστεναγμό. Η μέση μου με πέθαινε τους δύο τελευταίους μήνες είχε γίνει μόνιμος σύντροφός μου. Ακούμπησα τις τσάντες με τα βαζάκια μελιού, το σπιτικό φέτα και τα φρούτα, στο σκασμένο τσιμέντο της στάσης.
Έπειτα πήρα μια βαθιά ανάσα. Το μωρό κουνήθηκε ανήσυχο μέσα μου. Έκτος μήνας καθόλου εύκολο, ειδικά όταν θες να κάνεις στον άντρα σου έκπληξη και έρχεσαι τρεις μέρες νωρίτερα από το αναμενόμενο. Του είχα τόσο λείψει που τα τελευταία εκατό χιλιόμετρα στο ΚΤΕΛ μέτρουσα πινακίδες, να δω πότε φτάνω.
Αναρωτιόμουν τι κάνει τώρα ο Πέτρος. Φυσικά δεν θα υποψιαζόταν πως ήμουν ήδη εδώ μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια απ το σπίτι. Ο δρόμος προς την πολυκατοικία φάνταζε ατέλειωτος. Οι τσάντες γέμιζαν με πράγματα της μάνας μου παραδοσιακή γαλατόπιτα, φρεσκοκομμένες ντομάτες και τραχανά και βάραιναν λες και κουβαλούσα πέτρες.
Μετά από πενήντα μέτρα, κατάλαβα πως δεν θα τα κατάφερνα να τα βγάλω πέρα. Η μέση μου φώναζε «σ αγαπώ, αλλά φτάνει!».
Έβγαλα το κινητό και πήρα τον Πέτρο.
Πέτρο μου, καλησπέρα, ψιθύρισα μόλις το σήκωσε.
Ελένη; Τι έγινε; Όλα καλά; τρόμαξε.
Μια χαρά. Γύρισα! Είμαι στη στάση μπροστά απ το σπίτι. Κατέβα, σε παρακαλώ, να με βοηθήσεις. Οι τσάντες με τσάκισαν, η μάνα γέμισε το σύμπαν.
Μια περίεργη παύση. Κοίταξα την οθόνη μήπως κόπηκε η γραμμή.
Στη στάση είσαι; ακούστηκε σπασμένη φωνή. Τώρα; Γιατί δεν με ειδοποίησες; Είπαμε Πέμπτη
Ήθελα να σου κάνω έκπληξη, κατσούφιασα. Πέτρο, δεν χαίρεσαι; Είμαι πτώμα. Σε παρακαλώ, έλα!
Κάτσε μισό λεπτό! αναφώνησε. Μην έρθεις τώρα. Ε έλα, αλλά δηλαδή, πήγαινε πρώτα στο σούπερ μάρκετ, αυτό στη γωνία. Πάρε κρέας, μοσχαρίσιο καλό. Δεν πήγα δουλειά σήμερα, πήρα ρεπό να σου μαγειρέψω, να σε υποδεχτώ σωστά.
Κρέας, Πέτρο; Μακούς; Είμαι έγκυος, έκτο μήνα, με δυο τσάντες γίγαντες στη μέση του δρόμου!
Με πονάει η μέση! Τι κρέας μου λες; Έχουμε πατάτες κι αυγά στο σπίτι. Έλα να με φέρεις πάνω, πεινάω και θέλω να ξαπλώσω.
Δεν καταλαβαίνεις, Ελένη! μιλούσε ακόμη πιο γρήγορα, με έκοβε. Θέλω να είναι όλα τέλεια. Τι σου κοστίζει; Το μάρκετ δυο βήματα απέχει. Πάρε κρέας, και λίγες φρέσκιες πατάτες οι δικές μας σάπισαν. Ζήτα από κάποιον να σε βοηθήσει ή πήγαινε σιγά-σιγά… έλα, για εμάς το κάνεις. Εγώ εδώ ετοιμάζω τα πάντα!
Κοίταξα τα κατακόκκινα χέρια μου. Μια πίκρα με ζέστη ανέβηκε στην καρδιά μου.
Πέτρο, σοβαρά; Μου ζητάς τώρα να κουβαλήσω τις τσάντες μου και να πάω για κρέας επειδή θέλεις τέλειο μεσημεριανό;
Δεν μπορείς εσύ να κατέβεις;
Ξεκίνησα μια… ετοιμασία! Αν φύγω, τα χαλάω όλα! Ελένη μου, σε παρακαλώ! Πάρε οχτακόσια γραμμάρια μοσχάρι και ένα κιλό πατάτες. Εγώ περιμένω!
Έκλεισε το τηλέφωνο ξαφνικά. Έμεινα εκεί, κοιτώντας την οθόνη. Δεν μου χωρούσε στο μυαλό. Ήθελα να βάλω τα κλάματα, αλλά έσφιξα τα χείλη. Αντί για αγκαλιά και ζέστη, σούπερ μάρκετ νυχτιάτικα. «Ίσως ετοιμάζει κάτι σπουδαίο», σκέφτηκα. Αναστέναξα, σήκωσα τις τσάντες και, κουτσαίνοντας, μπήκα στο σούπερ μάρκετ.
Έσπρωχνα το καρότσι στη σάλα, και ένιωθα τη συμπόνια της νυσταγμένης ταμίας. Το μοσχάρι βαρύ, οι πατάτες αβάσταχτες. Όταν έβγαλα τα πράγματα, τα χέρια μου είχαν πάψει να αισθάνονται. Τα δάχτυλά μου σκληρυμένα τσιγκέλια.
Το κινητό ξαναχτύπησε.
Τα αγόρασες; χαρούμενος ο Πέτρος.
Τα πήρα, είπα μέσα από τα δόντια μου. Είμαι στην είσοδο. Άνοιξε μου.
Μη! πετάχτηκε. Μη μπεις! Κάτσε στο παγκάκι μπροστά. Σε δέκα λεπτά, μέγιστο.
Πλάκα μου κάνεις; έβαλα τις φωνές, αδιαφορώντας για τους περαστικούς. Πέτρο, ποιες δέκα λεπτά; Τα πόδια μου είναι τούμπανο, δεν βαστιέμαι!
Η έκπληξη δεν τελείωσε! επέμεινε. Αν μπεις τώρα, χάνεται το νόημα. Καθίσου, λίγο φρέσκο αέρα… πέντε λεπτά, στορκίζομαι! Πρέπει να προλάβω!
Ακούμπησα βαριά στο παγκάκι έξω από την πολυκατοικία. Οι τσάντες έπεσαν με γδούπο δίπλα. Ήθελα να πετάξω το πακέτο με το κρέας στο παράθυρό μας στον τρίτο όροφο.
Πέρασαν δέκα, μετά είκοσι λεπτά. Έβραζα από μέσα μου. Φανταζόμουν ότι μπαίνω μέσα και με περίμεναν λουλούδια, πρωινό με κεριά, βιολί στη γωνία. Τίποτα όμως δεν μπορεί να ισοφαρίσει το μαρτύριο που πέρασα.
Στο τριακοστό πέμπτο λεπτό, η εξώπορτα άνοιξε. Ο Πέτρος πέταξε έξω με τον πιο άχαρο τρόπο η μπλούζα του ανάποδα, ιδρωμένος, μαλλιά αχτένιστα.
Να σαι εδώ! χαμογέλασε παρατραβηγμένα, παίρνοντας τις τσάντες. Κατσούφης! Κοίτα, τι ωραία μέρα καλά, πάμε πάνω!
Τι έπαθες, ίδρωσες έτσι; ρώτησα, απ το ζόρι σήκωσα μόλις πάνω από το παγκάκι, κρατώντας την κουπαστή. Και μυρίζεις όλο χλωρίνη!
Θα δεις! δήλωνε χαρούμενα και πήδηξε στο ασανσέρ.
Μόλις μπήκαμε, ο Πέτρος άνοιξε θριαμβευτικά τη πόρτα. Μύρισα αμέσως χλώριο και φτηνό αποσμητικό χώρου «θαλασσινή αύρα».
Έκανα βόλτα αγχωμένη. Η σαλονοτραπεζαρία ασυνήθιστα άδεια. Όλες οι μικροπράγματα είχαν μαζευτεί, το χαλί φαινόταν ακόμη βρεγμένο, οι σκόνες είχαν φύγει. Οι δικές μου μπομπονιέρες χωμένες στη γωνία.
Ε; Πέτρος έλαμπε σαν καινούριο δίευρο. Σου άρεσε; Έκπληξη!
Τον κοίταξα με απορία κι ένα κόμπο στο λαιμό.
Αυτό ήταν; ρώτησα ψιθυριστά.
Τι εννοείς; σχεδόν θίχτηκε. Ελένη! Έτριψα τρεις ώρες! Σφουγγάρισα παντού, κι ακόμα και κάτω απ τον καναπέ! Όλο το πιάτοπλυμα έγινε, η λεκάνη αστράφτει. Ήθελα να γυρίσεις σπίτι και να νιώθεις βασίλισσα, να μη σε νοιάζει τίποτα. Έτρεχα σαν τρελός όσο εσύ ήσουν στο μάρκετ.
Έπνιξα τα δάκρυά μου.
Γι αυτό… κόμπιασα, τρέμοντας. Γι αυτό με άφησες να κουβαλάω, να παίρνω κρέας κα με αφήνεις να περιμένω μισή ώρα έξω;
Δεν βγήκες να με βοηθήσεις στη στάση γιατί… καθάριζες;
Ναι! ταράχτηκε. Μα εσύ όλο παραπονιέσαι πως δεν βάζω χέρι! Ήθελα να αποδείξω κάτι. Ήρθες νωρίτερα, δεν πρόλαβα! Έπρεπε να σε καθυστερήσω, αλλιώς τίποτα δεν θα ταν έτοιμο. Και τώρα με κοιτάς μαυτό το βλέμμα, αντί να με ευχαριστήσεις.
Πέτρο, λογικά είσαι; δεν άντεξα και η φωνή μου υψώθηκε. Δεν με νοιάζει η γυαλισμένη λεκάνη! Δεν αντέχω πια! Έχω το παιδί, πονάω, με τσάκισαν τα πράγματα! Το μόνο που ήθελα ήταν να μαγκαλιάσεις και να με πας σπίτι, όχι να με βάλεις να σέρνω κι άλλα!
Κοκκίνισε, πέταξε την παλιά πανίτσα στο νεροχύτη.
Α, όλα σάνευ! φώναξε. Πουθενά δεν σε ικανοποιώ! Από το χάραμα τρίβω να σε ευχαριστήσω. Ήρθες και παραπονιέσαι! Έχεις δει πώς λάμπει το σπίτι; Ούτε στον γάμο μας δεν ήταν έτσι!
Και τι να το κάνω έτσι; λαχάνιαζα από τα νεύρα. Με άφησες στο παγκάκι να κρυώνω μισή ώρα! Τα πόδια πάνε να σπάσουν! Μέστειλες στο σούπερ μάρκετ να αγοράζω και πονάω. Αυτό δεν είναι ξάφνιασμα, αυτό είναι ταλαιπωρία!
Ταλαιπωρία; περπατούσε πάνω κάτω μονολογώντας. Συγγνώμη που δεν είμαι τέλειος! Οποιαδήποτε άλλη θα χαιρόταν νοικοκυρέψαμε, να της μαγειρέψω. Μόνο εσύ διαμαρτύρεσαι! Όλο τα ίδια, «η κατάστασή μου, η μέση μου». Και εγώ από τις πέντε εδώ, δεν κοιμήθηκα, σε περίμενα, σκεφτόμουν πώς να σε κάνω χαρούμενη.
Έκρυψα το πρόσωπο στις παλάμες.
Δεν καταλαβαίνεις ψιθύρισα κλαίγοντας. Δεν κατάλαβες ποτέ. Ήρθα, και προτίμησες τη σφουγγαρίστρα από μένα.
Τι λες τώρα! ξαναφώναξε. Ήρθες νωρίς! Μου χάλασες την έκπληξη! Αν είχες έρθει Πέμπτη, όλα τέλεια. Εσύ φταις, όχι εγώ! Αχάριστη, Ελένη, αχάριστη!
Βγήκε απ την κουζίνα, χτυπώντας την πόρτα.
Το μωρό μέσα μου κλότσησε. Έκατσα βαριά στην καρέκλα, το πακέτο με το κρέας να με κοιτάει παρατημένο. Στο στομάχι ανακατωσούρα.
Μετά από λίγα λεπτά, μισάνοιξε την πόρτα.
Θες να σου μαγειρέψω το κρέας; μουτρωμένος.
Μην κάνεις τίποτα, Πέτρο, είπα απαλά, χωρίς να τον κοιτάξω. Άσε με ήσυχη. Θέλω να κοιμηθώ.
Όπως θες, ξανάκλεισε δυνατά.
Σηκώθηκα τραβώντας τα βήματά μου και μπήκα στο μπάνιο. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη: χλωμή, με μάτια βαριά κι ατημέλητη.
Θυμήθηκα το λεωφορείο, πώς φανταζόμουν να με παίρνει αγκαλιά στο σπίτι και να λέει «Δόξα τω Θεώ γύρισες». Αγκαλιά Πού.
Μόλις βγήκα, ανάψαμε πάλι καβγά. Για το παραμικρό. Δεν άντεξα και, χωρίς να αλλάξω, έφυγα αμέσως για το πατρικό μου.
Όλοι προσπάθησαν να με κάνουν να μείνω και οι γονείς του και οι δικοί μου και συγγενείς. Ο Πέτρος με έπαιρνε συνεχώς, μού 'λεγε ότι κατάλαβε, ότι όλα θα αλλάξουν. Εγώ, όμως, είχα πάρει την απόφασή μου ένας τέτοιος άνδρας δεν μου ταιριάζει. Το διαζύγιο ήταν μονόδρομος. Γιατί να ζεις με έναν άνθρωπο που βάζει τις σφουγγαρίστρες και τα πλακάκια πάνω απ την υγεία της γυναίκας και του παιδιού του;
Το έγραψα αυτό το βράδυ για να θυμάμαι: μην περιμένεις από τον άλλον αυτό που ο ίδιος δεν μπορεί να σου δώσει. Και πάνω απ όλα, βάζω πρώτη πια τη δική μου ηρεμία και το μωρό μας.





