Έλενα γύρισε σπίτι ξαφνικά, τρεις μέρες νωρίτερα απ το χωριό της μητέρας της στην Καλαμάτα. Στην αγκαλιά της, μικρές πλαστικές σακούλες γεμάτες δώρα και καλούδια, η γιαγιά είχε φορτώσει φρέσκο μέλι, βάζα σπιτική μαρμελάδα και σαλάμια Μάνης. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον σύζυγό της, τον Νίκο, που δούλευε στην Αθήνα. Αλλά η επιστροφή της έμελλε να γίνει ένα από εκείνα τα παράξενα, μισό-ονειρικά απογεύματα που η λογική χάνεται: ο Νίκος, αντί για αγκαλιά και καλωσόρισμα, της ζήτησε να πεταχτεί σ ένα σούπερ μάρκετ της οδού Πατησίων.
Η σακούλα έγερνε το σώμα της Έλενας απ τη μια πλευρά πονούσε η μέση της. Τελευταία αυτός ο πόνος είχε γίνει σκιά της. Ήταν στον έκτο μήνα εγκυμοσύνης, το μωρό τής κλοτσούσε απαλά κάτω από το τσαλακωμένο παλτό. Ο δρόμος γλιστρούσε γύρω της με αποχρώσεις πορτοκαλί και γαλάζιου, φωτισμένος απ τις νέον ταμπέλες των φούρνων. Ένιωθε πως βρισκόταν σε σκηνή ασυνάρτητου παραμυθιού λαχανιασμένοι γρίφοι στα μάτια της και άνθρωποι που μοιάζανε με σκιές.
«Τι να κάνει ο Νικόλας τώρα;» σκέφτηκε αφήνοντας τις σακούλες στο σκαλοπάτι της πολυκατοικίας, ακολουθώντας τον δικό της ρυθμό σ αυτή την παράξενη εκδοχή της Αθήνας. Πήρε το κινητό και τον κάλεσε.
Νικόλα μου, ήρθα, είπε ψιθυριστά, με την φωνή της να πνίγεται ανάμεσα στα φώτα και στην κούραση.
Έλενα; Τι έγινε; Γιατί ήρθες; Πού είσαι; απάντησε ανήσυχος, σαν να είχε ξεχάσει ποια μέρα είναι.
Εδώ είμαι, κάτω απ το σπίτι, στις πολυθρόνες της στάσης. Κατέβα λίγο να βοηθήσεις, έχω τα χέρια γεμάτα και πονάω σήμερα
Μικρή παύση τα ρολόγια ξεχνούσαν το χρόνο, και η Έλενα ένιωσε πως το τηλεφώνημα είχε παγώσει στον αέρα. Φωνή από κάπου μακριά, σχεδόν σαν σε όνειρο.
Τώρα ήρθες; Δεν είπαμε για Πέμπτη; Δεν μ ενημέρωσες!
Έκπληξη ήθελα, γι αυτό Να κατέβεις σε παρακαλώ, δεν την παλεύω άλλο.
Κοίτα, καλύτερα μπες λίγο στο σούπερ μάρκετ, πάρε και λίγη μοσχαρίσια, και φρέσκιες πατάτες. Οι δικές μας χάλασαν. Θα σου βγει σε καλό. Το ξέρω ότι κουράστηκες, αλλά είναι δίπλα δύο βήματα! Μέχρι να ανέβεις, θα έχω ετοιμάσει εγώ το σπίτι. Θα ναι όλα τέλεια!
Έλενα κύλησε ανάμεσα στα ράφια ενός σούπερ μάρκετ που μύριζε αμμώνιο και φλούδα λεμονιού σαν να είχε μπει σε παράλληλη πραγματικότητα. Τα κίτρινα φώτα πετούσαν σκιές σε όλα τα κρύα ψυγεία, και οι ταμίες τής χαμογέλασαν με μάτια μισάνοιχτα. Δυσκολεύτηκε να σηκώσει τις πατάτες και το κρέας. Τα χέρια της πάγωσαν. Όταν βγήκε έξω, οι σακούλες έμοιαζαν με τεράστιες αλυσίδες που την τραβούσαν προς τα κάτω.
Σχεδόν λαχανιασμένη πάλι, βρέθηκε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Ο Νίκος της ξανατηλεφώνησε.
Τα πήρες; Ωραία, μα μην ανεβαίνεις ακόμα. Περίμενε στο παγκάκι! Σε δέκα λεπτά έρχομαι. Θέλω να ναι έκπληξη!
Το παγκάκι ήταν σκληρό, το ψιλόβροχο ξεκινούσε από κάπου πίσω απ τα εργοστάσια των ονείρων και έπεφτε στα φώτα των δρόμων. Τα ρολόγια τρέχαν προς τα πίσω. Δέκα λεπτά έγιναν είκοσι, και μετά τριάντα πέντε. Έλενα ένιωθε πως αντί για αγκαλιά στον γυρισμό θα λάβει άλλο ένα αίνιγμα.
Ξάφνου, ο Νίκος κατέβηκε τρέχοντας, τ αυτιά κόκκινα, στο μέτωπο ιδρώτας, το T-shirt φορεμένο ανάποδα σαν να ήταν ήρωας παραμυθιών του ύπνου. Στη μύτη μυρωδιά χλωρίνης και φτηνό αποσμητικό «Θάλασσα του Αιγαίου».
Να τώρα! Δες τι ωραία που 'ναι! είπε και της άρπαξε τις σακούλες σχεδόν θριαμβευτικά.
Πήγαν πάνω. Μπήκαν στην καθαρισμένη, σχεδόν αποστειρωμένη γκαρσονιέρα: στο σαλόνι όλα αστραφτερά, τα ράφια άδεια, οι κουρτίνες φρεσκοσιδερωμένες, τα χαλιά ακόμα νωπά στις άκρες. Έλειπαν τα μικρά καθημερινά μπλουζάκια, τα απλωμένα βιβλία και οι σπασμένες κεραμικές κουκουβάγιες όλα αυτά χώθηκαν σε γωνιές αόρατες.
Κατάφερες να καθαρίσεις, είπε η Έλενα με μια φωνή βουτηγμένη στη θάλασσα της απογοήτευσης.
Μα δεν βλέπεις; εγκαίνια σπιτιού κάναμε! Ήθελα να νιώσεις πως σε προσέχω αληθινά. Μέσα σ αυτή την πόλη με τα μυστήρια στενά και τα ηχεία στα μπαρ, να μπαίνεις σ ένα σπίτι καθαρό. Τι δεν καταλαβαίνεις;
Ακούστηκε το μωρό να κλοτσά σαν να ήθελε να φύγει απ τον δικό του ακυβέρνητο ύπνο κι αυτό. Η Έλενα λύγισε. Τα λόγια ξέσπασμα:
Με έστειλες να ψωνίσω, με πόνο και βαλίτσες, έκατσες να πλύνεις πατώματα! Γιατί δεν με πήρες μια αγκαλιά, απλώς;
Η φωνή της έγινε κυματιστή, τα λόγια σκορπίσανε στο ταβάνι, ο Νίκος ούρλιαξε ότι προσπάθησε, ότι το σπίτι λάμπει, ότι η ιστορία τους ξαναρχίζει απ την καθαριότητα και μόνο. Η Έλενα είχε φύγει ήδη, αν και το σώμα της παρέμεινε στο μικρό καθιστικό της Λαμπρινής.
Εκείνο το βράδυ, ενώ τα χαλασμένα άστρα της Αθήνας φώτιζαν τη βόλτα της ως το λεωφορείο για Καλαμάτα, πήρε την απόφασή της. Δεν θα έμενε με άντρα που διάλεγε καθαρές επιφάνειες αντί για το σωματικό της βάσανο, που έχανε το πραγματικό μέσα στη φαντασία μιας άρτιας βιτρίνας.
Ουδείς κατάλαβε, ούτε πεθερικά, ούτε κουμπάροι, μα ο Νίκος συνέχισε να τηλεφωνεί από καιρού εις καιρόν, λέγοντας στην Έλενα πως τώρα κατάλαβε. Όμως το περίεργο όνειρο είχε τελειώσει τα πατώματα λάμπαν, αλλά το σπίτι έμεινε άδειο από αγάπη, όπως μόνο στους ύπνους των κουρασμένων γυναικών μπορεί να συμβεί.




