Άκου να δεις τι έπαθα με την οικογένειά μου… Λοιπόν, η Ελεάννα, ξαδέρφη μου, μετακόμισε από νωρίς από το σπίτι των γονιών της έφυγε από το Ηράκλειο και πήγε στην Αθήνα για σπουδές. Εκεί δούλεψε σκληρά, τελείωσε τη σχολή, ερωτεύτηκε έναν άντρα, τον Χάρη, και παντρεύτηκαν. Η αδερφή της, η Δανάη, έμεινε στην Κρήτη με τους γονείς. Δανάη η καημένη, παντρεύτηκε δυο φορές και χώρισε δυο φορές της έμειναν δυο αγόρια.
Η Ελεάννα με τον Χάρη στην αρχή τα έβγαλαν δύσκολα πέρα. Έμεναν σε ένα παλιό διαμέρισμα που είχε αφήσει η γιαγιά του Χάρη, στον Ταύρο. Πολλά ζόρια, ειδικά με το μωρό στην αγκαλιά και το νοίκι να είναι τρελό, μέχρι και στα σουβλάκια κάναμε οικονομία! Με τον καιρό, στρώσανε λίγο τα πράγματα, μάζεψαν κατιτίς από λεφτά, και κατάφεραν να αγοράσουν ένα δυάρι στο Περιστέρι. Το ανακαίνισαν, το πέρασαν μπέτη και το νοίκιαζαν μετά.
Περνάνε τα χρόνια, η κόρη τους, η Κλειώ, μεγάλωσε, μπήκε στη νοσηλευτική. Η Ελεάννα κι ο Χάρης είχαν στο μυαλό τους να της δώσουν το διαμέρισμα του Περιστερίου όταν θα έβρισκε και αυτή τον άνθρωπό της.
Και εκεί που όλα πήγαιναν καλά, η κόρη της Δανάης, η Σμαρώ, πέρασε στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Η Δανάη λοιπόν, με τους γονείς, άρχισαν να ρωτάνε την Ελεάννα εάν μπορεί η Σμαρώ να μείνει προσωρινά εκεί στο διαμέρισμα που νοίκιαζαν.
Τι να κάνει η Ελεάννα; Δεν μπορούσε να πει όχι στην αδερφή της. Έτσι, η Σμαρώ μένει εκεί, σπουδάζει, μετά πιάνει και μια δουλειά σε ένα καφέ στην Πανόρμου. Εκεί γνώρισε και έναν ωραίο τύπο έξι μήνες μαζί, της έκανε πρόταση γάμου και τέλος πάντων, έμεινε και έγκυος.
Εκεί η Ελεάννα σκέφτηκε ότι όταν πια η Σμαρώ πλέον θέλει να κάνει δική της οικογένεια, θα πρέπει να βρει κάπου αλλού να μείνει. Η Σμαρώ όμως με τον άντρα της της είπαν «Θα ψάξουμε, θα σου πούμε.» Έλα όμως που περνάει ένας μήνας, και η Σμαρώ τηλεφωνεί και ζητάει να μείνει λίγο ακόμα, υποσχόμενη ότι μετά τον γάμο θα φύγουν σίγουρα.
Εν τω μεταξύ, η κόρη της Ελεάννας είχε γνωρίσει κι εκείνη ένα ωραίο παλικάρι, αλλά δεν ήθελαν να πιέσουν, βλέποντας τη Σμαρώ έγκυο και μέσα στα ζόρια.
Γίνεται ο γάμος, η Σμαρώ γεννάει το μωρό, αλλά μετά κάθε λίγο και λιγάκι έβρισκε δικαιολογίες για να μείνει κι άλλο μια ότι δεν βρίσκει σπίτι, μια ότι το μωρό αρρώστησε, μια ότι τα ενοίκια είναι απλησίαστα. Στο τέλος, άλλαξε μέχρι και νούμερο στο κινητό, δεν άνοιγε καν την πόρτα όταν πήγαιναν η Ελεάννα και ο Χάρης. Και το καλύτερο; Η Δανάη κατάφερε να πει στην Ελεάννα ότι ο Χάρης «ματιάστηκε» το μωρό και δεν τρώει πια!
Τότε γέμισε το ποτήρι! Η Ελεάννα και ο Χάρης αναγκάστηκαν να τους διώξουν με φασαρία από το διαμέρισμα γιατί έπρεπε να το δώσουν στην κόρη τους που ετοιμαζόταν να παντρευτεί. Και σκέψου τώρα δύο χρόνια κανείς από τη Δανάη και τους δικούς της δεν ήθελε να μιλήσει στην Ελεάννα, λες και τους πέταξε στο δρόμο και ήταν άκαρδη. Ε, βρε παιδί μου, κάθε οικογένεια με τα δικά τηςΌμως να που μια μέρα, εκεί που περπατούσε η Ελεάννα στη λαϊκή μουντή Τρίτη, μες στη σκοτούρα της άκουσε μια φωνή πίσω της: «Θεία!» Γυρίζει και βλέπει τη Σμαρώ με το καρότσι και το μωρό, πιο αδυνατισμένη, ταλαιπωρημένη, μα με μάτια που της έλεγε κάτι καινούριο, σαν να αναζητούσε βοήθεια, σαν να είχε μάθει επιτέλους τι σημαίνει να είσαι από την άλλη μεριά.
Σταμάτησαν κι οι δυο, αμήχανες στην αρχή, μέχρι που ο μικρός άρχισε να γελάει με την Ελεάννα και να της τεντώνει τα χεράκια του. Έλιωσε η Ελεάννα, τι να κάνει τον πήρε αγκαλιά κι έπιασε απ το χέρι και τη Σμαρώ, χωρίς πολλά λόγια. Η αγορά γέμισε μυρωδιές, σα να χαν ανθίσει οι φράουλες ξαφνικά. Ήξερε πια πως οι οικογένειες σπάνε, τσακώνονται, αλλά αντέχουν στ αλήθεια, ακόμη κι όταν αλλάζουν. Και τελικά, το διαμέρισμα μπορεί να φέρει φασαρίες, όμως το αίμα και η συγχώρεση φέρνουν ξανά όλους στο ίδιο τραπέζι.
Εκεί, στη λαϊκή, μπροστά σε ένα καφάσι ντομάτες, ξαναβρήκαν το μαζί τους. Και, που ξέρεις; Ίσως την άλλη Κυριακή να ψήνουν όλοι παρέα, να γελάει και πάλι η παλιά συμμορία, και το μόνο που να τρώει ο μικρός να είναι μπουκίτσες αγάπης.





