Η μοίρα επαναλαμβάνεται
Το χειμωνιάτικο απόγευμα είχε ήδη τυλίξει την Αθήνα σε σκοτάδι ήταν λίγο μετά τις πεντέμισι όταν οι δρόμοι γέμισαν με το σταθερό, ζεστό φως των λαμπτήρων. Στο διαμέρισμά μου το φως του πορτατίφ χυνόταν σαν μέλι στο σαλόνι, φωτίζοντας τα έπιπλα και δημιουργώντας παιχνιδιάρικες σκιές στις γωνιές. Στο τραπεζάκι, δίπλα σε ένα μπολάκι με κουλουράκια, αχνίζαν δύο φλιτζάνια τσάι άρωμα μέντας και μέλι πλημμύριζε τον χώρο. Απέξω, οι πρώτες σταγόνες ψιλής βροχής τρέχαν στο τζάμι, αφήνοντας ίχνη σε ένα περβάζι ήδη βρεγμένο.
Είχα μόλις ολοκληρώσει το στρώσιμο του τραπεζιού διάλεξα τα αγαπημένα μου φλιτζάνια, έβαλα τα κουλουράκια με προσοχή και άναψα ένα μικρό κερί με άρωμα εσπεριδοειδών για να ζεστάνει ακόμη περισσότερο το κλίμα. Τότε ακούστηκε το κουδούνι της εισόδου. Πετάχτηκα αμέσως, άνοιξα και είδα τον φίλο μου τον Μανώλη, τυλιγμένο με το παλτό, τα μάγουλά του κόκκινα από το κρύο.
Πάγωσα σαν χταπόδι στο Αιγαίο! μουρμούρισε ο Μανώλης, τινάζοντας το παλτό του. Ο γιακάς στον λαιμό του γεμάτος με ψιχάλες, κι ακόμα στις βλεφαρίδες του κρατιόντουσαν μικρές σταγόνες. Μόνο σπίτι τέτοιες βραδιές, αλήθεια.
Εμ, κι εμείς αυτό κάνουμε, απάντησα χαμογελώντας και παίρνοντας το παλτό του. Πέρνα μέσα, με τη Χριστίνα είχαμε σκοπό να πιούμε λίγο τσάι. Και εσύ το χεις ανάγκη τώρα.
Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τον Μανώλη να κάθεται σχεδόν αμέσως στην απαλή πολυθρόνα, να πιάνει το φλιτζάνι και να το σφίγγει στα χέρια του, αφήνοντας τη ζεστασιά να τον τυλίξει. Έκλεισε τα μάτια του για λίγο, σα να αγκάλιαζε τη θαλπωρή.
Για πες μου λοιπόν, τι τόσο σπουδαίο συνέβη που σ έφερε σε μένα Παρασκευή βράδυ; Δεν έπρεπε να είσαι με την οικογένειά σου στο σπίτι της πεθεράς σου;
Ο Μανώλης χαμογέλασε, αλλά φαινόταν κουρασμένος.
Έπρεπε… αλλά δεν πήγα, αποκρίθηκε σκωπτικά.
Κατάλαβα. Η Δήμητρα και ο Πέτρος πώς είναι;
Ο Μανώλης στάθηκε για λίγο. Έπειτα, με ένα νεύμα που έδιωχνε τις σκέψεις του, απάντησε:
Καλά είναι… δηλαδή, όπως όλοι… προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορος, αλλά η φωνή του πρόδιδε έγνοια.
Καθόταν στην πολυθρόνα, περιστρέφοντας το άδειο φλιτζάνι του στα χέρια, τα μάτια του να ταξιδεύουν στο ράφι με τα βιβλία, στον πίνακα, στο τραπέζι οπουδήποτε εκτός από εμένα. Τελικά, εκπνέοντας βαριά, μίλησε χαμηλόφωνα:
Έχω καταθέσει αίτηση διαζυγίου.
Σταμάτησα, κρατώντας το φλιτζάνι, τόσο αιφνιδιασμένος που σχεδόν το άφησα να μου ξεφύγει. Κοίταξα τον φίλο μου, προσπαθώντας να διαβάσω στο πρόσωπό του αν άκουσα σωστά.
Σοβαρά μιλάς; Τη Δήμητρα; ρώτησα, η φωνή μου ελαφρώς σπασμένη.
Ο Μανώλης έγνεψε σιωπηλά, κοιτώντας έξω από το παράθυρο τα φωτάκια της Αθήνας αντανακλούσαν σε μια θάλασσα βροχής.
Ναι, επιβεβαίωσε. Γνώρισα μια κοπέλα… τη Μαρίνα. Δίπλα της νιώθω πως πρώτη φορά ζω στ αλήθεια. Είναι σαν να μου άναψε το φως στο παράθυρο, καταλαβαίνεις;
Ξέρεις ότι μπορεί να είναι περαστικό; είπα προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Έχεις έναν γιο! Ο Πέτρος είναι μόνο δυο χρονών. Πώς θα είναι χωρίς πατέρα; Θυμήσου τα παιδικά σου χρόνια!
Ο Μανώλης σήκωσε απότομα το κεφάλι, με αποφασιστικότητα στα μάτια του μια νέα πλευρά που δεν ήξερα.
Το σκέφτηκα πολύ, απάντησε σταθερά. Δεν μπορώ άλλο να ξυπνάω με το αίσθημα ότι παίζω ρόλο σε ξένη ζωή! Δεν είναι ζωή αυτό, είναι απλή συνήθεια. Με τη Μαρίνα νιώθω πως έχω όνειρα, κίνητρο, ότι κάνω όσα θέλω στ αλήθεια! Και για τον Πέτρο… Δεν τον εγκαταλείπω. Δεν είμαι σαν τον πατέρα μου.
Δεν απάντησα αμέσως. Στο μυαλό μου γύρισαν σκηνές από όταν ήμασταν παιδιά. Ο Μανώλης μου έλεγε στο σχολείο πως δεν θα γινόταν ποτέ όπως ο δικός του πατέρας: «Έφυγε χωρίς να προσπαθήσει για τίποτα, έλεγε με σιγουριά. Εγώ ποτέ δεν θα φερθώ έτσι. Θα μείνω να παλέψω μέχρι τέλους».
Σιωπηλά τον ρώτησα:
Θυμάσαι, τότε, που έλεγες πως δεν θα κάνεις τα ίδια λάθη;
Ο Μανώλης ίσιωσε την πλάτη του, τα χέρια του σφιγμένα.
Θυμάμαι. Και λοιπόν; η φωνή του απέκλειε κάθε διάθεση επίπληξης.
Τώρα όμως κάνεις ακριβώς το ίδιο, του είπα ήρεμα αλλά αποφασιστικά. Φεύγεις, αφήνεις πίσω σου γυναίκα και παιδί…
Ο Μανώλης πετάχτηκε όρθιος. Πέρασε στο σαλόνι με δυο βήματα, γύρισε απότομα προς εμένα με τα μάτια του να φλέγονται από ανάγκη να δικαιώσει τον εαυτό του.
Δεν είναι το ίδιο! Ο πατέρας μου έφυγε, εξαφανίστηκε και δεν εξήγησε ποτέ τίποτα! Εγώ λέω την αλήθεια, δεν κρύβομαι! Μιλήσαμε, εξηγήσαμε. Δεν τρέχω ούτε εγκαταλείπω παλεύω, ακόμα κι αν πονάει! Τον Πέτρο θα τον βλέπω συχνά θα τον παίρνω τα Σαββατοκύριακα! Είναι τελείως διαφορετικό!
Κοίταξα το τραπέζι για μια στιγμή προτού τον ξανακοιτάξω.
Το εννοείς; Πιστεύεις πως το παιδί θα πονέσει λιγότερο επειδή του εξήγησες; Για ένα μικρό, δεν έχει νόημα ούτε οι λέξεις ούτε τα επιχειρήματα. Αυτό που νιώθει είναι ότι ο πατέρας έπαψε να γυρνάει σπίτι, έπαψε να του διαβάζει παραμύθια, να παίζουν μαζί. Νομίζεις η ειλικρίνειά σου αρκεί για να ξεπεραστεί αυτή η πληγή;
Ο Μανώλης ακινητοποιήθηκε, με το βλέμμα καρφωμένο στο χαλί. Θαρρείς και κοίταζε εκεί μέσα για κάποια απάντηση.
Μπορούσα να δω τα βλέμματα των παιδικών του χρόνων. Μικρός στα παγκάκια έξω απ το σχολείο, μόνος να περιμένει μια μάνα που αργούσε απ τη δουλειά. Στη β γυμνασίου, να αποφεύγει το βλέμμα των συνομηλίκων όταν τον ρώταγαν γιατί δεν είχε έρθει ο μπαμπάς του στη συνέλευση. Έφηβος, να πετάει μια φτηνή κιθάρα στον τοίχο όταν ο πατέρας θυμήθηκε και ήρθε μετά από μεγάλη απουσία. Ο ήχος εκείνος, ακόμη τον στοίχειωνε.
Όμως, εγώ ήμουν τυχερός: ο πατέρας μου πάντα εκεί στην ψαροταβέρνα, στις βόλτες, με λάδια και ποδήλατα και κουβέντα στο σχολείο. Θυμάμαι το βλέμμα θαυμασμού του μικρού Μανώλη όταν κοίταζε εμένα και τον πατέρα μου να φτιάχνουμε ένα ξύλινο καράβι μοντέλο.
«Ο δικός σου είναι ήρωας», μου είπε μια φορά.
«Ο πατέρας μου απλώς με αγαπάει», απάντησα.
Χρόνια μετά, το κατάλαβε.
Τώρα, μπροστά μου, ο Μανώλης πάλευε με τη μνήμη, το παρελθόν και την ανάγκη να πιστέψει ότι ήταν διαφορετικός. Η φωνή του έσπασε, όταν προσπάθησε να εξηγήσει:
Δεν καταλαβαίνεις… Δεν είμαι σαν εκείνον. Δεν εγκαταλείπω! Θέλω να φτιάξω καινούρια ζωή, όχι να τρέξω να κρυφτώ.
Τον κοίταξα ήρεμα.
Μα προσπάθησες ποτέ να σώσεις την παλιά σου ζωή; Ή απλώς σκέφτηκες πως είναι πιο απλό να ξεκινήσεις απ το μηδέν;
Ο Μανώλης χλόμιασε, τα χέρια του έβραζαν από αγωνία.
Προσπάθησα. Χρόνια ολόκληρα. Μιλήσαμε, κάναμε ό,τι μπορούσαμε τίποτα δεν άλλαξε. Σα να μέναμε οι ίδιοι, χρόνια καθηλωμένοι σε μια ρουτίνα δίχως χαρά.
Έσκυψα ελαφρά μπροστά ήθελα να φτάσω ως την καρδιά του θέματος.
Και τι ακριβώς έκανες; Πότε της πήρες λουλούδια τελευταία φορά χωρίς λόγο; Για μια βόλτα στον πεζόδρομο του Θησείου, ένα δείπνο κάπως αλλιώς; Τα είπες όλα αυτά στη Δήμητρα;
Έλα τώρα! ξέσπασε, με φωνή γεμάτη πίκρα. Εσύ με την τέλεια ζωή, την τέλεια οικογένεια, τον τέλειο πατέρα, εύκολα μιλάς…
Σηκώθηκα σιγά σιγά.
Δεν είναι θέμα τελειότητας. Είναι θέμα επιλογής. Να μην κάνεις τα ίδια λάθη με τους προηγούμενους.
Ο Μανώλης γύρισε απότομα.
Δεν πονάς, δεν ξέρεις τι σημαίνει να νιώθεις περιττός στη ζωή του πατέρα σου! τα μάτια του γυάλιζαν από παλιά πληγή.
Έμεινα στη θέση μου, αγγίζοντας το τραπέζι με το χέρι.
Γι αυτό αφήνεις και τον Πέτρο να νιώσει αυτό που ένιωσες; Λες ότι δεν είσαι ίδιος, όμως κάνεις τα ίδια ακριβώς.
Ο Μανώλης έμεινε στη θέση του κοντά στην πόρτα, το χέρι του στην λαβή. Γύρισε πάλι με θολό βλέμμα.
Δεν θες να με καταλάβεις… είπε σχεδόν ψιθυριστά.
Να καταλάβω τι; Ότι φεύγεις από τη γυναίκα και το παιδί σου για μια νέα γνωριμία; του είπα ήρεμα. Όχι, δεν το καταλαβαίνω αυτό.
Τα κηρύγματά σου να τα κρατήσεις για σένα! φώναξε φανερά πληγωμένος, και έφυγε, το χτύπημα της πόρτας αντηχώντας στο διαμέρισμα.
Έμεινα μόνος, χαμένος στη σιγή εκείνου του βραδιού, κοιτώντας τη θέση που πριν λίγο καθόταν ο φίλος μου. Περίμενα, μάταια, να ανοίξει ξανά η πόρτα, να γυρίσει ζητώντας συγγνώμη… Μα τίποτα.
Βυθίστηκα στον καναπέ, τα χέρια στο πρόσωπο να διώξουν τις τελευταίες σκιές του διαλόγου. Έκλεισα για λίγο τα μάτια, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.
Σε λίγα λεπτά μπήκε στο σαλόνι η Χριστίνα, η γυναίκα μου. Μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο της, με το μπουρνούζι και μια πετσέτα στους ώμους. Το βλέμμα της μαρτυρούσε ανησυχία.
Τι συνέβη; Σε άκουσα να φωνάζεις, ψιθύρισε, κάθισε δίπλα μου.
Πήρα βαθιά ανάσα.
Ο Μανώλης… άφησε τη Δήμητρα. Βρήκε μια άλλη. Χώρισε, λέει.
Η Χριστίνα σάστισε.
Μα έχουν τον Πέτρο! Και η Δήμητρα; Τόσες όμορφες στιγμές, πάντα μαζί, μουρμούρισε με μια θλίψη.
Ναι, είπα πικρά, επαναλαμβάνει ό,τι έκανε ο πατέρας του και δεν το καταλαβαίνει καν. Σαν να επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία από την αρχή…
Η Χριστίνα σκέφτηκε πριν μιλήσει.
Ίσως έχει χαθεί στη σύγχυση. Οι άνθρωποι καμιά φορά ξεχνούν ποιοι είναι, νομίζουν ότι βρίσκουν λύσεις… Εσύ τουλάχιστον περίμενες κάτι τέτοιο;
Όχι. Πίστευα ότι ήταν πιο δυνατός από τα φαντάσματα του παρελθόντος, ψιθύρισα.
Η Χριστίνα έβαλε το χέρι στον ώμο μου και έμεινε δίπλα μου, χωρίς να πει άλλα.
Έξω η βροχή συνέχισε ν απλώνει το πέπλο της στην πόλη. Μέσα, απομείναμε σιωπηλοί, ακούγοντας μόνο το τικ-τακ του ρολογιού…
***
Λίγες μέρες αργότερα, εγώ και η Χριστίνα βρεθήκαμε έξω από το διαμέρισμα της Δήμητρας, στην Καλλιθέα. Έκανε κρύο, ο αέρας σκόρπιζε τα φύλλα στο πεζοδρόμιο. Κρατούσε ένα ταψάκι μπακλαβά με ωραία κορδέλα αρκετά ζεστό και απλό.
Έριξα μια ματιά στη γυναίκα μου για βεβαιότητα και χτύπησα το κουδούνι. Η Δήμητρα άνοιξε, έκπληκτη.
Αντρέα, Χριστίνα; Τι κάνετε εδώ;
Ήρθαμε να δούμε πώς είσαι, της είπε ήρεμα η Χριστίνα, απλώνοντας το ταψί. Μπορούμε να μπούμε;
Η Δήμητρα κοντοστάθηκε κι άφησε να περάσουμε. Το σπίτι ήσυχο, η ζωντάνια του μικρού έλειπε.
Ο Πέτρος είναι ακόμα στον παιδικό, εξήγησε διακριτικά. Σήμερα τους επισκέπτεται ομάδα κουκλοθεάτρου· θα πάω να τον πάρω αργότερα.
Πήγαμε στην κουζίνα. Η Δήμητρα ετοίμασε τσάι, στρώνοντας τα φλιτζάνια μηχανικά, σα να έψαχνε να κρατηθεί στη ρουτίνα. Καθίσαμε στο τραπέζι.
Πώς τα πας; τη ρώτησα δειλά.
Κάπως τη βγάζω, απάντησε σιγανά, ύστερα λιγότερο διστακτικά: Η δουλειά βοηθάει να μην πολυσκέφτομαι.
Ο Πέτρος; ρώτησε χαμηλόφωνα η Χριστίνα.
Δεν το έχει καταλάβει πλήρως… Ρωτάει πού είναι ο μπαμπάς. Του λέω ότι δουλεύει… Δεν ξέρω αν πείθεται, πάντως δεν κλαίει.
Τα μάτια της Δήμητρας γυάλιζαν, όμως χαμογέλασε αδύναμα. Η Χριστίνα έπιασε το χέρι της σιωπηρά.
Ό,τι χρειαστείς με τον Πέτρο, στο σπίτι, για οτιδήποτε πες μας. Είμαστε δίπλα σου.
Η Δήμητρα σήκωσε τα μάτια με ευγνωμοσύνη, χωρίς να κρυφτεί πια.
Δεν ήξερα πού να στραφώ… Και πρόβλημα να ζητήσεις βοήθεια όταν όλοι εξαφανίζονται…
Έσκυψα μπροστά, ήρεμος.
Σε εμάς να έρχεσαι. Όποτε το χρειάζεσαι.
Η Δήμητρα δάκρυσε όχι από απελπισία, αλλά από ανακούφιση. Η Χριστίνα την κράτησε για λίγο απαλά, έπειτα χαμογέλασε και της πέρασε κομμάτι μπακλαβά.
Έλα, να πιούμε το τσάι όσο είναι ζεστό και να δοκιμάσεις τον μπακλαβά. Μπορεί να βγήκε λίγο ψημένος, αλλά έχω σκοπό να παχύνω φίλους φέτος!
Το μικρό αυτό αστείο βοήθησε τη Δήμητρα να μαζευτεί.
Ευχαρίστως, απάντησε, προσπαθώντας ξανά να σταθεί στα πόδια της.
***
Τρία χρόνια αργότερα, ένα ηλιόλουστο πρωινό στο πάρκο, ο πεντάχρονος Πέτρος έτρεχε ξυπόλυτος στο γρασίδι, κυνηγώντας μια μεγάλη κόκκινη μπάλα. Το γέλιο του αντηχούσε στις λεωφόρους της Νέας Σμύρνης, τραβώντας τα βλέμματα. Η Χριστίνα καθόταν δίπλα μου στο παγκάκι, κουνώντας απαλά την καροτσούλα με την κόρη μας, τη Σοφία, που κοιμόταν ήσυχα. Μια ζεστή ανοιξιάτικη αύρα στροβίλιζε το σκουφάκι της.
Παρατηρούσα τον Πέτρο με τρυφερότητα, σχεδόν πατρική.
Βλέπεις πώς μεγάλωσε; είπε χαμογελαστά η Χριστίνα. Ασταμάτητος!
Και η Δήμητρα τα καταφέρνει μια χαρά, απάντησα, βλέποντάς τον να κάνει τάχα σουτ στην φανταστική εστία.
Όμως κάτι σκοτείνιασε στο βλέμμα της.
Παλεύει, αλλά κουράζεται. Κυρίως κάθε φορά που ο Μανώλης δεν εμφανίζεται στα γενέθλιά του. Ή όταν ακυρώνει τελευταία στιγμή τις συναντήσεις. Εχτές, έπρεπε να τον πάρει το Σαββατοκύριακο κι ενημέρωσε το πρωί μ ένα έχω δουλειά.
Σφίγγω τα χέρια, προσπαθώντας να ηρεμήσω.
Του τα λέω, της είπα χαμηλόφωνα. Του εξηγώ ότι το παιδί δεν χρειάζεται δώρα, αλλά κάποιον να είναι εκεί με συνέπεια. Δεν ακούει, μιλά για δύσκολη φάση.
Πόσες δύσκολες φάσεις πια; μουρμούρισε η Χριστίνα. Κι ο Πέτρος ρώτησε τη μαμά του μήπως ο μπαμπάς δεν τον αγαπάει πια. Εκείνη με το ζόρι κρατήθηκε να μην κλάψει…
Κοίταξα τη σκιά μου στο έδαφος. Ο Μανώλης είχε γίνει ό,τι μισούσε.
Τότε ο Πέτρος έτρεξε πίσω, γεμάτος ενθουσιασμό.
Θείε Αντρέα, κοίτα πως μπορώ! φώναξε και μετά ξανακύλησε στο παιχνίδι.
Η Χριστίνα χαμογέλασε.
Τουλάχιστον, έχει εσένα. Ξέρει πως κάποιος είναι πάντα εδώ. Εσένα που δεν φεύγεις και δεν ακυρώνεις υποσχέσεις.
Κούνησα το κεφάλι μου. Μέσα μου σκέφτηκα πως αν ο Μανώλης δεν μπορεί, εγώ θα είμαι εκεί για τον μικρό. Δεν θα αφήσω ποτέ ο Πέτρος να αισθανθεί χαμένος. Η ιστορία δεν θα επαναληφθεί το οφείλω και σ εκείνον, και στον εαυτό μου.
Ο ήλιος συνέχιζε να μας ζεσταίνει, τα παιδιά γελούσαν κι εγώ, εκεί στο παγκάκι της Νέας Σμύρνης, ήμουν αποφασισμένος να τους προσφέρω τη σιγουριά που κάποτε έσωσε και μένα. Γιατί τα παιδιά δεν θέλουν τίποτα τέλειο μόνο κάποιον να μένει, όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν.





