Η μικρή Παναγιώτα ξυπνούσε μέσα σε ένα λούστα, όπου οι ήχοι των δρόμων της Αθήνας μπερδίζονταν με το αχνό άρωμα του ελαιόδεντρου. Δεν μπορούσε να σκεφτεί γιατί οι γονείς της της έστελναν κρύα σκιές. Ο πατέρας της, ο Κώστας, την ενοχλούσε σαν αετός που χτυπάει το κλαδί, ενώ η μητέρα της, η Ελένη, έμοιαζε με μηχανή που περιστρέφει μόνο το βρόχο του κύκλου της καθημερινότηταςπιο πολύ προσηλωμένη στη διάθεση του συζύγου της παρά στο παιδί της.
Η γιαγιά της από τη Νέα Σμύρνη, η Κατερίνα Γεωργίου, έλεγε πως ο πατέρας δουλεύει αδιάκοπα, η μητέρα εργάζεται για να μην χρειάζεται τίποτα στην Παναγιώτα, και ότι ακόμα και τα καθημερινά καθήκοντα είναι βάρος. Η αλήθεια όμως εμφανίστηκε όταν η Παναγιώτα ήταν οκτώ χρονών: ακούει μια φωνή να σκάει σαν βροντή μέσα στο μικρό της δωμάτιο.
Νίκο, πάλι το σούπα υπερόξυνε! βρυχόταν ο Κώστας, τα χέρια του τρεμοπαίζοντας σαν να έπρινε καπνό. Δεν ξέρεις να φτιάχνεις τίποτα που να είναι «ανθρώπινο»!
Κώστα, τι λες! Προσπάθησα, ήταν καλή! προσπαθούσε η Ελένη, κρατώντας το πιάτο σαν σκυλόπουλο.
«Καλή» ξανά! Κι εσύ δεν κατάφερες ούτε να γεννήσεις παιδί! Μα οι άντρες γελούν πάνω μουείπες, σπασμένος! έσφριχταριζε ο Κώστας, ο οποίος, παλιός φορτηγός, είχε ταξιδέψει πάνω απ’ όσα οι σύννεφα μπορούν να μαζέψουν.
Από εκείνη τη στιγμή η Παναγιώτα καταλάβα ότι όταν ο πατέρας επέστρεφε από τα δρόμους της χώρας, δεν ήθελε να δει «το μησόι». Η Κατερίνα την φιλοξένησε, της έμαθε τα μαθήματα, ψήχνα και μαστορέψα, και η Παναγιώτα ένιωθε να σπέρνει φως μέσα στο σιγανό τούλερ του σπιτιού.
Σύντομα, ο Κώστας και η Ελένη ανακοίνωσαν ξαφνικά ότι μετακομίζουν στην Πάτρα, μεγαλόπολη που φαινόταν σαν μια σιδερένια γέφυρα πάνω από λουλούδια. Θέλησαν να «δουν κάτι νέο», να γεννήσουν ίσως και έναν νέο γιο στην άκρη του νέου κόσμου. Η Παναγιώτα όμως δεν ήταν καλεσμένη στην νέα τους ζωή.
Θα μείνεις με τη γιαγιά, μετά θα σε πάρουμε είπε η Ελένη, κρύβοντας το βλέμμα της.
Κι εγώ δεν θέλω να πάω μαζί σας απάντησε η Παναγιώτα, το σπλάγχνα της σφίγγοντας σαν σχοινί.
Αλλά το όνειρο συνεχίστηκε: «Θα μείνεις με τη στοργική γιαγιά, με φίλους και δασκάλους. Και οι γονείς μπορεί να ζουν όπου θέλουν, δεν θα με λυπεί πια.»
Τα δέκα χρόνια πέρασαν. Η Παναγιώτα άρχισε το λύκειο, μετά το κολέγιο, και με τη βοήθεια του παλιού φίλου της γιαγιάς, του Ιωάννη Φεραίου, βρήκε δουλειά σε μικρή λογιστική εταιρία. Εγκαταστάθηκε με τον οδηγό Βασίλη, σχεδόν να παντρευτούν, όταν η Κατερίνα έφυγε για πάντα.
Στο κενό ήρθε ο θάνατος του Κώστα και της Ελένης, που έφθασαν μαζί στο νεκρό κρεβάτι της Παναγιώτας. Η Παναγιώτα έμεινε ήσυχη, η αγάπη της για τη γιαγιά έπλεξε μονοπάτια που δεν σήκωνε ο άνεμος. Στο τραπέζι του κηδεμονικού, ο πατέρας άφησε ένα ασαφές σχόλιο:
Η μικρή μας… η διαμερίσματος είναι άσχημη.
Κώστα έβαλε η Ελένη τσιμπούρα, με μια νότα απογοήτευσης.
Πρέπει να λύσουμε όλα αμέσως. Πάμε είπε ο πατέρας, σχεδιάζοντας την πώληση της παλιάς διαμερίσματος για να αγοράσουν σπίτι στον γιο του Βαγγέλη.
Ο Ιωάννης, με το βλέμμα του σαν φως στην ομίχλη, ρώτησε:
Θες να πετάξεις τη δική σου κόρη έξω;
Εξάλλου η Παναγιώτα είναι ενήλικη αντέδρασε ο Κώστας. Να παντρευτεί και ο άντρας της να τη φροντίσει!
Η διαμάχη ανάγγιζε το βάθος της νομικής σφαίρας· η Κατερίνα είχε αφήσει στην παγίδα μια βούλα κληρονομιάς που ανήκε μόνο στην Παναγιώτα. Ο πατέρας προσπαθούσε να χτυπήσει το νερό με το πτύχιο, αλλά το νόμο ήταν δίπλα της.
Η Παναγιώτα, με τις χέρια της σφιγμένες σαν τσάντα με σπόρους, δεν ήθελε τίποτα· το μόνο που ήθελε ήταν να τιμήσει τη γιαγιά της. Στο τέλος, η αστυνομία δεν ήρθε· ο Κώστας δεν ήθελε άδεια από τη δικαιοσύνη, προτιμούσε να φύγει με τη μητέρα του πίσω από το μακρινό φάρο.
Τα χρόνια που πέρασαν από την απώλεια, η Παναγιώτα και ο Βασίλης παντρεύτηκαν και γεννήσαν ένα κορίτσι, τη Ναταλία. Η ζωή τους ήταν άφθονη με ευρώ, μα η ευτυχία ζούσε μέσα σε μικρές κουζίνες και τραγούδια.
Μία μέρα χτύπησε το τηλέφωνοήταν η Ελένη, γεμάτη δάκρυα, φωνάζοντας:
Εσύ είσαι η αμαρτία! Αν δεν επέμβαλες στην κακή διαμερίσμα, ο Κώστας δεν θα είχε χάσει το ταξίδι του!
Θέλεις βοήθεια για τα φάτια; έπιασε τη φωνή της Παναγιώτα, σιωπώντας.
Η Ελένη έσβηνε τη φωτιά με λόγια: «Διὰ τούτο ο Βαγγέλης είναι ορφανός!» Η Παναγιώτα, με την καρδιά της βαριά σαν μάρμαρο, άφησε τη λέξη «μηδέν» να κυλήσει στην πνοή της.
Ένα χρόνο αργότερα η Ελένη εμφανίστηκε ξανά, φθαρμένη, με σφιχτά χείλη, απαιτώντας:
Χρειαζόμαστε χρήματα για τον Βαγγέλη, που πρόκειται να πάει στο πανεπιστήμιο.
Η Παναγιώτα απάντησε με ήρεμο ψίθυρο: «Δεν είμαι υπεύθυνη· δεν έχω λεφτά». Η Ελένη άφησε το στόμα της να σχηματίζει μια σπείρα απογοιάς, ενώ η Παναγιώτα στέλνει μακρά σκιά στο παρελθόν.
Η δικαστική αίτηση κατέληξε σε άρνηση. Η Κατερίνα από το όνειρο βγήκε, ρίχνοντας μια τελική σκιά στην Παναγιώτα. Η μητέρα έφυγε χωρίς αντίο, και η Παναγιώτα έμεινε με το φως της γιαγιάς, το ποίημα της καρδιάς της, και το γέλιο μιας παιδικής ψυχής που στέλνει το άφημα της στα αστέρια.





