30 Δεκεμβρίου
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Απόψε καθώς άδειαζα τα ψώνια στο τραπέζι της κουζίνας, δεν άντεξα άλλο. Ο Αντρέας βολεμένος στον καναπέ, χαζεύει το κινητό και λες και δεν άκουσε τίποτα απ όσα είπα.
Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει;
Τι εννοείς; μου απάντησε, ανέμελα.
Εννοώ ότι επτά χρόνια τώρα, κάθε Πρωτοχρονιά μαγειρεύω ασταμάτητα, όσο η μάνα σου με την Ελένη κάθονται και συζητάνε γιατί τάχα γέρασα. Να ξέρεις, φέτος δε θα το ξανακάνω.
Γύρισε, σάστισε. Δεν το περίμενε.
Μα τι λες τώρα; Αυτή είναι η παράδοσή μας! Έρχεται η μαμά μου, η Ελένη με τα παιδιά, είναι η οικογένεια.
Η δική σου οικογένεια. Εγώ είμαι υπηρέτρια. Φέτος πάω με τον Πέτρο στους γονείς μου. Ο μπαμπάς έφτιαξε παγοδρόμιο, το παιδί ανυπομονεί. Έλα μαζί αν θες ή μείνε εδώ, η επιλογή δική σου.
Σηκώθηκε έντονα, με ένταση στο πρόσωπο.
Δηλαδή σοβαρολογείς; Έχουμε οργανώσει τα πάντα! Η μάνα μου πήρε όλα τα ψώνια, η Ελένη θα φέρει τα δώρα. Θα τα καταστρέψεις όλα!
Του πέταξα το δίχτυ με τα κρεμμύδια στον πάγκο.
Αντρέα, βαρέθηκα να ζω όπως βολεύει τους άλλους. Έχω πια κουραστεί.
Αυτό είναι υποχρέωσή σου σαν γυναίκα! Ποιος θα μαγειρέψει;
Δεν ξέρω. Η μαμά σου, η Ελένη, ή εσύ, αφού είσαι αφεντικό.
Σιγά που θα φύγεις. Θα το μετανιώσεις σε δυο μέρες.
Δεν απάντησα. Ούτε κοίταξα πίσω.
Το πρωί της 30ής ξύπνησα τον Πέτρο νωρίς.
Ντύσου, πάμε στον παππού.
Αλήθεια; Θα πάμε με τα παγοπέδιλα; Μαμά, ο μπαμπάς έρχεται;
Όχι. Μένει εδώ.
Μπορώ να φέρω και τον Τάσο από το σχολείο;
Εννοείται.
Ο Αντρέας εμφανίστηκε τη στιγμή που κλείδωνα τη βαλίτσα.
Τι πας να κάνεις;
Αυτό που είπα. Φεύγουμε.
Μα είναι τρέλα! Μάρω, έλα στα λογικά σου!
Τον κοίταξα ήρεμη. Είχα ηρεμήσει, πραγματικά.
Εγώ τώρα ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Τόσα χρόνια είχα χαθεί.
Πήρα τη τσάντα και φώναξα τον Πέτρο. Ο Αντρέας έμεινε στην είσοδο, δεν πίστευε ότι φεύγαμε στ αλήθεια. Όταν έκλεισε η πόρτα, κατάλαβε πως ήταν μόνος.
31 Δεκεμβρίου, απόγευμα πέντε, ο Αντρέας ανακατευόταν στην κουζίνα μόνος με ένα κοτόπουλο στα χέρια. Τίποτα έτοιμο, το ψυγείο άδειο είχα φροντίσει να μην αφήσω ψώνια. Τηλεφώνησε στη μητέρα του.
Μαμά, έλα πιο νωρίς, δε βγάζω άκρη. Η Μάρω πήγε στους δικούς της, έμεινα μόνος.
Παγωμένο ύφος.
Τι εννοείς πήγε; Αντρέα, ποιος θα μαγειρέψει δηλαδή; Εγώ δεν ήρθα για να κουράζομαι! Δουλειά της νύφης είναι!
Δεν ξέρω να μαγειρεύω…
Δε με νοιάζει. Θα έρθω στις οκτώ όπως πάντα. Να τα έχεις όλα έτοιμα.
Αμέσως μετά τον πήρε η Ελένη.
Κοροϊδεύεις; Η μαμά μου τα είπε όλα! Η Μάρω έφυγε και τώρα πρέπει να φτιάξω εγώ τραπέζι στο δικό σου σπίτι; Εγώ φεύγω με τα παιδιά, πάω στη μαμά! Τα λέμε!
Καθόταν μόνος του κοιτώντας το ξεπαγιασμένο κοτόπουλο. Οι δείκτες έδειχναν έξι παρά. Συνειδητοποίησε πως έμεινε μόνος.
Στις οχτώ, βρέθηκε έξω από το σπίτι του πατέρα μου στην Κηφισιά, με μια σακούλα στην οποία είχε μπουκάλι αφρώδους ροζέ και κουτί σοκολατάκια. Δεν ήξερε αν θα τον δεχτούμε. Μέσα, μύριζε ψητό, έλατο, κεράκια παντού. Ο πατέρας μου, ο κύριος Σταμάτης, άνοιξε.
Έλα μέσα, παιδί μου, μη στέκεσαι στο κρύο.
Η μάνα μου κι εγώ κόβαμε σαλάτες, οι άντρες γελούσαν με μπύρες όλοι βοηθούσαμε. Όταν με κοίταξε ο Αντρέας, ήμουν απλά ήρεμη. Ούτε οργή, ούτε χαρά. Μόνο ισορροπία.
Κάτσε, του είπα.
Ο πατέρας του έδωσε ένα φλιτζάνι τσάι.
Θα βοηθήσεις ή θα κάθεσαι;
Δεν ξέρω να μαγειρεύω.
Ε, και; Όλοι μαθαίνουμε – πάρε την πατάτα και ξεκίνα.
Του έδωσα μαχαίρι, καθάρισε δειλά. Ο Οδυσσέας, ο γαμπρός μου, τον εμψύχωσε:
Κι εγώ στα τριάντα πέντε πρωτοέπιασα πατάτα. Τώρα μαγειρεύω μόνος, η γυναίκα μου ξεκουράζεται.
Με κοίταξε ο Αντρέας πρώτη φορά μετά από χρόνια με ελεύθερο βλέμμα. Δεν είχα καμία υποχρέωση απέναντι σε κανέναν.
Φάγαμε όλοι μαζί. Ο Πέτρος, όλο στην αγκαλιά του παππού, δεν ξεκολλούσε από το παγοδρόμιο. Εγώ, με το κόκκινο φόρεμα, ήπιες σαμπάνια, γελούσα με τη Νάνσυ, την αδελφή μου. Δεν σηκώθηκα ούτε μια φορά να σερβίρω.
Όλο το βράδυ ο Αντρέας σκεφτόταν. Με είδε όπως ήμουν στ’ αλήθεια όχι σκιά, μα γυναίκα που το αξίζει κι αυτή να ξεκουραστεί.
9 Ιανουαρίου, επιστρέφοντας στην Αθήνα, μου μίλησε πρώτος.
Συγγνώμη.
Για ποιο πράγμα;
Που δεν έβλεπα πόσο κουραζόσουν. Που άφηνα τη μάνα μου και την Ελένη να σε εκμεταλλεύονται. Πίστευα πως αυτό είναι το σωστό.
Το εννοείς ή το λες για να μην υπήρχε κακό κλίμα;
Έσφιξε το τιμόνι.
Το εννοώ. Εκεί που μαγειρεύατε όλοι μαζί, ντράπηκα. Κατάλαβα πώς γινόταν να είναι ισότιμη μια οικογένεια.
Δεν απάντησα, μόνο γύρισα το βλέμμα προς το παράθυρο. Ήταν αρκετό.
Ένας χρόνος μετά.
30 Δεκέμβρη βράδυ. Τηλέφωνο η μητέρα του Αντρέα.
Αντρέα! Ερχόμαστε αύριο, να πεις στη Μάρω να μαγειρέψει καλά θα πεινάμε!
Κοιταχτήκαμε με τον Αντρέα. Ήμουν ήδη όρθια, έβαζα ρούχα στην τσάντα. Ο Πέτρος κοιμόταν, το σακίδιό του έτοιμο.
Μαμά, φέτος φεύγουμε. Έχουμε νέα παράδοση περνάμε Πρωτοχρονιά όπως θέλουμε. Πάμε με τους Μανασάκηδες σε ξενώνα στον Παρνασσό. Αν θες, έλα κι εσύ εκεί.
Είσαι με τα καλά σου; Εμείς τι είμαστε; Το αίμα σας;
Είστε δικοί μας, αλλά στην οικογένεια φέρνεται σεβασμό, όχι ρόλους υπηρεσίας. Φτάνει, μαμά, ως εδώ. Αγαπάω, απλώς δε θα ξανακάνουμε τα ίδια.
Αυτά είναι της Μάρω! Γιατί σε άλλαξε έτσι;
Είχα τυφλωθεί. Ξύπνησα.
Της έκλεισε. Με κοίταξες χαμογελούσα.
Μιλάς σοβαρά;
Τόσο.
Το τηλέφωνο βαρούσε ξανά και ξανά μάνα, Ελένη, κι άλλες κλήσεις. Το βάλαμε στο αθόρυβο κι ως το βράδυ χιόνιζε όταν φεύγαμε. Ο Πέτρος κοιμόταν πίσω, εγώ κουλουριασμένη στο κάθισα. Ο Αντρέας, οδηγώντας, φαινόταν ήρεμος πρώτη φορά μετά από χρόνια.
Οι Μανασάκηδες μας υποδέχτηκαν με γέλια και ζεστές αγκαλιές. Στο ξύλινο σαλέ μύριζε έλατο, το γιορτινό τραπέζι απλό φτιαγμένο από όλους. Τα παιδιά εξαφανίστηκαν στο χιονοδρομικό. Έβαλα το βυσινάτο στο ποτήρι, κάθισα δίπλα στον Αντρέα στο τζάκι.
Τι λες, η μάνα σου θα το συγχωρέσει αυτό;
Αυτό είναι δικό της θέμα πια.
Έγνεψε. Είχε τύψεις, αλλά πιο πολύ ένιωθε ελεύθερος.
Το πρωί, μήνυμα από την Ελένη:
«Διέλυσες την οικογένειά μας. Η μαμά έχει βουρκώσει. Τα παιδιά ρωτάνε γιατί δεν πήγαμε όπως πάντα. Φαντάζομαι, είσαι ευτυχισμένη τώρα, εγωίστρια».
Το έδειξα στον Αντρέα. Μου είπε:
Μη μπεις καν στον κόπο.
Της απάντησα: «Επτά χρόνια μαγείρευα για εσάς. Ούτε μια φορά δεν πρόσφερες να βοηθήσεις. Τώρα θύμωσες που σταμάτησα; Ξανασκέψου ποια είναι η εγωίστρια.»
Δεν ήρθε απάντηση.
Τον Μάρτη, στα γενέθλια του Πέτρου, κάλεσε ο Αντρέας τη μάνα του και την Ελένη. Ήρθαν με μούτρα. Όταν ήρθε η ώρα για σαλάτα, φώναξα στην τραπεζαρία:
Όποιος θέλει βοήθεια, όλα έτοιμα στην κουζίνα! Να κόψουμε τα λαχανικά.
Η Ελένη δήλωσε: «Εγώ είμαι επισκέπτρια, δεν αγγίζω τίποτα.»
Τότε, θα αργήσει λίγο το τραπέζι, χαμογέλασα. Θα τα κάνω μόνη, αλλά δεν θα βιαστώ.
Ο Αντρέας ήρθε πρώτος στην κουζίνα να βοηθήσει. Ήρθε και ο Πέτρος. Η πεθερά ξεροκατάπιε, στο τέλος μπήκε κι αυτή. Η Ελένη αργοπορούσε αλλά ήρθε της έδωσα μαχαίρι.
Κόψε το αγγουράκι λεπτά.
Δεν μίλησε, άρχισε. Η πεθερά έπλενε τα σκεύη, ο Αντρέας στο τηγάνι. Ο Πέτρος έβαζε πιάτα στο τραπέζι. Πρώτη φορά πράξαμε όλοι μαζί απλά, χωρίς μούτρα.
Φάγαμε απλά κι ωραία. Η πεθερά ξεπάγωσε, γέλασε δύο φορές με τις ιστορίες του Πέτρου.
Στην έξοδο, κοντοστάθηκε στην πόρτα.
Άλλαξες.
Όχι, απλά έπαψα να σωπαίνω.
Κατάλαβα: φύτραξε κάτι. Τα δεδομένα άλλαξαν. Γιατί ο Αντρέας άλλαξε. Κι όταν αλλάζει έστω κι ένας, αλλάζουν όλα.
Το βράδυ, με τον Πέτρο να κοιμάται, καθίσαμε με τον Αντρέα στην κουζίνα. Μου σέρβιρε ζεστό τσάι.
Λες να το κατάλαβε η μάνα σου;
Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Αλλά δεν έχει πια σημασία. Εσύ το κατάλαβες και αυτό φτάνει.
Μου έπιασε το χέρι.
Δεν πρόκειται να επιστρέψω στο πριν. Ποτέ ξανά.
Χαμογέλασα. Πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένιωθα ελαφριά, ελεύθερη. Δεν όφειλα πια να αποδεικνύω τίποτα σε κανέναν. Επιτέλους ζούσα, όπως το ήθελα εγώ.
Εξω έπεφτε χιόνι. Κάπου στην άλλη άκρη της πόλης, η πεθερά αναρωτιόταν τι άλλαξε στον γιο της. Η Ελένη γκρίνιαζε στον δικό της άντρα ότι έγινα θρασεία. Καμιά τους όμως δεν καταλάβαινε: δεν άλλαξα. Απλά, έπαψα να βολεύω τους πάντες, έμαθα να λέω όχι. Ο κόσμος δεν κατέρρευσε αντιθέτως, επιτέλους έγινε αλήθεια.
Ο Αντρέας το σκέφτηκε καλά πια: δεν έσωσα μόνο εμένα, έσωσα εμάς. Γιατί μια ζωή δομημένη στις προσδοκίες των άλλων, δεν είναι ζωή. Είναι αργός θάνατος. Κι εμείς επιλέξαμε να ζήσουμε.





