Η μαμά μου επιτέλους βγήκε στη σύνταξη εδώ και δυο χρόνια: «Κουράστηκα», λέει. «Η υγεία μου δεν αντέχει άλλο, η δουλειά ήταν γεμάτη άγχος, οι συνάδελφοι τοξικοί, η ηλικία μου πλέον δεν βοηθάει. Θέλω να ζήσω για μένα, όχι σε αυτήν τη μόνιμη πίεση».

Μαμά, ή μάλλον η κυρία Ειρήνη, είχε αφήσει τη δουλειά της εδώ και κάτι χρόνια. «Κουράστηκα», έλεγε. «Η υγεία μ άγγιξε πάτο, τα νεύρα μου τσίτα, οι συνάδελφοι δηλητήριοι, κι εγώ δεν είμαι δα καμιά κοπελίτσα πια. Θέλω να ζήσω επιτέλους για εμένα.»
Ποιος ν αμφισβητήσει τη μαμά; Αυτή είν απ αυτές που δεν μπαίνουν σε συζήτηση εύκολαούτε που σκέφτεσαι να πεις λέξη αντίθετη.

Έτσι μετακόμισε στο εξοχικό στο Λουτράκι, εκεί δίπλα στον Ισθμό. Καθημερινότητά της: να βάζει ζαρζαβατικά και τριαντάφυλλα στον κήπο, να καπνίζει στο μπαλκόνι, να πίνει ελληνικό καφέ, καμιά φορά με λίγο ούζο, καμιά φορά με μυθιστόρημα στο χέρι. Τακτοποιούσε τα συρτάρια, αναθεμάτιζε τη δουλειά με ανακούφιση και ευχαριστούσε τον ύψιστο που τα εγγόνια μεγάλωσαν και δεν θα της τα κουβαλήσουν ένα ολόκληρο καλοκαίρι.

Μας έδινε, μάλιστα, και στρατηγικές συμβουλές:
Σύνταξη να πάρετε μονάχα άμα αποφοιτήσουν τα εγγόνια απ το πανεπιστήμιο. Μην τυχόν και σας φορτωθεί τίποτα στο κεφάλι. Για τα δισέγγονα, δεν δίνω δεκάρα, αυτό είν δουλειά της επόμενης γενιάς.

Στο εξοχικό όλα κυλούσαν σαν λαμπερό νερό: Κάβα, φούρνος, ταχυδρομείο, Wi-Fi, τριανταφυλλιά κατω απ το παραθύρι, ζέστη απ τον νοτιά, ήσυχοι γείτονες, έλλειψη άγχους παντού. Μα κάποια στιγμή η Ειρήνη βαρέθηκε λίγο. Και τότε, να τι της ήρθε: να τσιμεντώσει μερικά τετραγωνικά της αυλής της.

«Θέλω να κάνω σοβαρή πιάτσα για το αυτοκίνητο», είπε. Γιατί, κατά τη γνώμη της, παρκάριζε «σαν τσιγγάνα» κι έπρεπε να αποκτήσει κύρος η αυλή. Κι άλλωστε δεν περιμένεις τίποτα απ τη φύση, αφού έχουμε ίντερνετ πια. Εκεί βρήκε με την ησυχία της μια μπριγάδα, «Οι Δυνατοί», που έκαναν τα πάντα, αρκεί να πληρωθούν με ευρώ.

Έρχεται η Μεγάλη Μέρα. Η μπριγάδα νάσου, πέντε νοματαίοι, κι αρχηγός ο Παναγιώτης. Η μαμά τον φώναζε «Πάνο», παρότι ήταν θηρίο δυο μέτρα. Αρχίζουν δυναμικά, αλλά γρήγορα στραβώνει η φάση. Δυο μπετονιέρες περιμένουν σήμα, η μαμά παρατηρεί πονηρεμένη.

Κι εκεί γυρνάει ο Πάνος και πάνε να της τη φέρουν. «Τι τυχεροί!» σκέφτηκαν οι εργάτες. Η κυρία, μόνη της, γιαγιάεύκολος στόχος για ψιλο-εκμετάλλευση. Ο Πάνος πιάνει τον σκοπό του:
Εδώ είναι στραβό, εκεί δεν γίνεται, θα πρέπει να τα ξανακάνουμε όλα, θέλει διπλά λεφτά αλλιώς φεύγουμε αμέσως. Βρείτε άλλους.

Η μαμά ακούει. Κάνει και δήθεν κατανόηση.
Πενήντα χιλιάδες λέτε; Και με είκοσι πέντε τι γίνεται; Ε, λοιπόν, σας εμπιστεύομαι, σοβαρά παιδιά σαν εσάς
Και ξαφνικά προσθέτει:
Να το παίξουμε στοίχημα;

Σε τι; ρωτά ο Πάνος.

Στα πενήντα. Στοιχηματίζω πως εσείς, Πάνο, με δική μου διαχείριση θα τα τελειώσετε όλα στην εντέλεια όχι σε μέρα αλλά σε τρεις ώρες. Αν περάσεις το στοίχημα, σου δίνω τα πενήντα, αν όχι μου τα δίνεις εσύ.
Συμφωνούμε;

Εγώ στη θέση του θα το σκεφτόμουν καμιά διακοσαριά φορές. Αλλά ο Πάνος, χωρίς πανεπιστήμιο και φουλ αυτοπεποίθηση με δόσεις πλεονεξίας, αμέσως μέσα.

Κάθισε στο σκαλί με φραπέ να παρακολουθεί. Μα η κυρία Ειρήνη φοράει λαστιχένιες μπότες και ξεκινάει.

Μέσα σε πέντε λεπτά είχε βάλει τους εργάτες θέσεις και στροφές που δεν κατάλαβαν πώς έγιναν τέλεια ομάδα. Έδειξε σε όλους τι κουβαλάει ποιος, πώς στρώνεται ο τσιμεντόδρομος, πού δεν θέλει γκρίνια, πού προσοχή, πώς να μην ξοδέψεις ούτε δευτερόλεπτο άσκοπο. Και στον οδηγό: τι ώρα ρίχνει, πόσο, να πέσει σωστά και να δουλεύει.

Χορεύει η Ειρήνη πάνω στον τσιμεντένιο χορό.
Όσο εκείνοι φιλοδοξούσαν να καούν ώς το απόγευμα, εκείνη τα σκότωσε όλα σε δυό ώρες και κάτι. Κι όχι μπαλωματιές πεντακάθαρο, ίσιο, τεχνίτικο.

Ο Πάνος στην αρχή χαμογελούσε ειρωνικά «θα τα παρατήσει», έλεγε από μέσα του. Μετά πάγωσε το χαμόγελο. Μετά ήρθε το χλωμό. Θυμήθηκε: το στοίχημα! Τον λόγο! Τα πενήντα!

Γλώσσα κομμένη. Κι έκφραση σαν να βλέπει πως ο κόσμος δεν του βγαίνει όπως τον σχεδίασε.

Συγγνώμη ψέλλισε. Πείτε μου ένα πράγμα Πώς γίνεται αυτό; Τέτοιο δεν υπάρχει!

Υπάρχει, είπε ατάραχη η κυρία Ειρήνη, τινάζοντας τη σκόνη από τα γάντια. Τη διασταύρωση παρακάτω, τη μεγάλη, την είδες; Τρεις όροφοι.

Την είδα, ψιθύρισε ο Πάνος.

Και πέρασες από πάνω;

Πέρασα

Ε, εγώ την έχτισα.

Και λένε πως ο Πάνος τότε κατάλαβε πραγματικά πως μια «γλυκιά γιαγιά» είναι μερικές φορές ο άνθρωπος που κατάπιε όσα λίγοι αντέχουν στη ζωή τους. Γιατί αλλιώς, το να διαφωνείς με τέτοιους ανθρώπους μόνο ζημιά σου κάνει.

Oceń artykuł
Η μαμά μου επιτέλους βγήκε στη σύνταξη εδώ και δυο χρόνια: «Κουράστηκα», λέει. «Η υγεία μου δεν αντέχει άλλο, η δουλειά ήταν γεμάτη άγχος, οι συνάδελφοι τοξικοί, η ηλικία μου πλέον δεν βοηθάει. Θέλω να ζήσω για μένα, όχι σε αυτήν τη μόνιμη πίεση».