Η Λίνα ήταν «κακή». Πολύ κακιά, τόσο που σχεδόν τη λυπόσουν – δεν υπάρχει πιο «κακή» απ’ τη Λίνα. Όλοι προσπαθούσαν να το κάνουν σαφές στη γυναίκα αυτή: πως Λίνα είναι «κακή». Κακιά και, επιπλέον, δυστυχισμένη. Χωρίς άντρα, με το γιο της μεγάλο και μακριά. Μόνη της, τάχα περιττή. Δευτέρα στη δουλειά, οι άλλες καμαρώνουν: έπλεναν, καθάριζαν, μαγείρευαν όλο το Σαββατοκύριακο. Η μία στα εξοχικά της, η άλλη έστηνε μαρμελάδες. Η Λίνα σιωπηλή: τι να πει; Άντρας δεν υπάρχει, παιδί μεγάλο – σιγή. Ως συνήθως φεύγει νωρίς με άδεια, όλοι ξέρουν γιατί: έχει, λέει, πολλούς εραστές. Στη δουλειά, βέβαιοι πως η Λίνα είναι γεμάτη «εραστές», αφού είναι τόσο «κακή». Οι άλλες καλές κι άξιες γυναίκες, παντρεμένες, και… η Λίνα, η «κακιά». —Λίνα, λέει η μαμά της, γιατί είσαι έτσι; —Πώς, μαμά; —Άδεια, τίποτα δεν έχεις κανονίσει, ούτε έναν άντρα δεν βρήκες, Χριστέ μου, παιδί μου… Κι ούτε αργά για δεύτερο παιδί, όλες πια μετά τα σαράντα γεννάνε… —Και γιατί να θέλω, μαμά, άλλον άντρα ή κι άλλο παιδί; Έχω το γιο μου, μου φτάνει. Και τον «άντρα» μου, όπως λες, τι να τον κάνω; Γιατί υπάρχει ο Ορέστης… —Λίνα! Ορέστης δεν είναι άντρας σου!… —Και βέβαια είναι! Με βγάζει για ποτό, μου φέρνει δώρα, πάμε διακοπές, δεν μου τα πρήζει, δεν με τρέχει στη μάνα του για παράθυρα ή να πλύνω σώβρακα, δεν θέλει δείπνο υποχρεωτικά, δεν ξαπλώνει σε καναπέ με τις ώρες, δεν μ’αγχώνει με προβλήματα… —Μα όλα αυτά τα τραβάει η κακομοίρα γυναίκα του… —Και θες να τα τραβήξω εγώ; Άστο, μαμά, στα σαράντα μου και κάτι, δυο γάμους κουβάλησα. Την πρώτη φορά μ’έστελνες παντρειά στα δεκαοχτώ, γιατί ήταν «καλύτερος», πλούσιος, σεβαστικός, μεγαλύτερος. Μάζευα τα χρυσά, αλλά φυλακή! Ούτε φίλες, ούτε σπουδές, ούτε γιο μου άφηνε να βλέπω – μόνο σκλάβος για εκείνον και τη μάνα του. Μια φορά το μήνα με έβγαζε κάπου, σαν διακοσμητικό, κι αυτό ήταν. Μόνο να λένε πως έχει «άξια» γυναίκα. Στο τέλος χώρισα και ζήτησε τα πάντα πίσω, ακόμα και τα βρακιά μου… Δεύτερη φορά παντρεύτηκα από αγάπη, πού να ‘ξερα… Τα ‘τρεξα όλα – δουλειά, σχολή, παιδί, χωρίς ποτέ να γίνω «βάρος» σε σένα μαμά… —Πότε σε κατηγόρησα, παιδί μου; Πότε στέρησα εγώ τη κόρη μου; —Όχι, μαμά —αλλά δεν ήσουν η μόνη… Ο πατέρας φοβόταν μη σου κάτσω στο σβέρκο, κι ο αδερφούλης μου δεν έγινε ποτέ «νοικοκύρης» – για όλα εσύ η μάνα… Σε δύο δουλειές, σπίτι, πλύσιμο, φαΐ, παιδιά, εσύ. Άλλη μια φορά παντρεύτηκα από βιασύνη: Χειρότερα! Ο άντρας στον καναπέ, εγώ τρέξιμο, ψώνια, μαγείρεμα, παιδί, σίδερο, και στο τέλος, τον άντρα να «ικανοποιήσεις», αλλιώς θα φύγει για άλλη. Λεφτά για το παιδί; Μόνο αν ήταν δικό του – αλλιώς όχι. Στο τέλος, φεύγω κι εκείνος γελάει: «Ποιος θα σε θελήσει μ’ένα παιδί τώρα;» Έτσι πέρασα, μαμά, και με τον πλούσιο και με τον φτωχό. Καμία διαφορά —όλοι καλά μόνο για ‘κείνους. —Μα όλους έτσι ζούμε, παιδί μου! —Να ζούνε, μαμά —εγώ όχι! —Το Σάββατο πώς πέρασες; —Να, πήγε ο Νίκος με τη Μάγδα, άφησαν τα παιδιά, έπαιξα, έψησα, ξεσκόνισα, έπλυνα, τάισα τον πατέρα, σιδέρωσα, μετά τα παιδιά, ύπνος νωρίς και Κυριακή από τα χαράματα τα ίδια… Κοτόπουλα, σαλάτες, πίτσες, μάζεμα, στο τέλος έπεσα ξερή στον καναπέ… —Εσύ, Λίνα, ποτέ δεν μας φώναξες για babysitting, ούτε μας άφησες το γιο σου. Μόνη σου παντού… —Θες να σου πω πώς πέρασα το προηγούμενο μου Σαββατοκύριακο, μαμά; Μου φέρανε το γάτο να προσέχω, πιάσαμε πίτσα, είδα σειρές, ύπνος, Κυριακή ως τις 11 με τον γάτο, χαλάρωση, βόλτες, μουσείο, καφέ, ψώνια, τίποτα να με τρέχει. Βράδυ Ορέστης για έξοδο. Γιατί να πω όχι; Ελεύθερη είμαι! Δεν ψάχνω παντρεμένο —και οι ελεύθεροι όλοι ψάχνουν μαμά, ή έχουν παιδιά και προβλήματα να σου φορτώσουν. Ένας μάλιστα μου είπε πως ΟΦΕΙΛΩ να αγαπήσω τα παιδιά του από πριν. Τα δικά μου; «Έχει μπαμπά, να τα φροντίσει αυτός». Φυσικά βγήκα «κακιά», τσιγκούνα, εγωίστρια. Γι’ αυτό, μαμά, έχω τον Ορέστη μου —και είμαι καλά έτσι. Δεν ντρέπομαι για το πώς ζω, λυπάμαι μόνο που εσύ ακόμη δεν περνάς καλά —γι’ αυτό και σε τραβάω μαζί μου! —Κι ο πατέρας σου; —Ε, δεν είναι άρρωστος! Θα φας ο πατέρας μόνος του μισή ώρα. Έλα να γίνω για λίγο «η καλή», να κάνουμε κάτι για εμάς, μόνο για εμάς, σε παρακαλώ… Δευτέρα στη δουλειά, αυτές εκεί πάλι λένε πόσο «κουράστηκαν» στο Σαββατοκύριακο. Η Λίνα όμως έχει αυτό το χαμόγελο – όλοι «ξέρουν»: η Λίνα κάτι «κακό» σκέφτεται… Λίνα, η «κακιά»: η γυναίκα που τόλμησε να πάρει τη ζωή της στα χέρια της και να χαμογελά στην Ελλάδα του σήμερα – κι ας τη λένε όλοι «κακιά».

Λήδα ήταν κακή.
Πολύ κακή. Μέχρι να λυπάσαι που ήταν τόσο «κακή», αυτή η Λήδα.
Όλοι προσπαθούσαν να το εξηγήσουν στη μάνα της: «Είναι κακή».
Κακή και δυστυχισμένη.
Φυσικά, δεν είχε άντρα πια, ο γιόκας της, ο Αντρέας, μεγάλος πια, ζούσε μόνος του.
Η Λήδα μόνη, παραπεταμένη· σε κανέναν δεν ήταν αναγκαία.
Τη Δευτέρα ήρθε στη δουλειά όλες οι γυναίκες καμάρωναν για το πώς όλο το Σαββατοκύριακο έπλεναν, έτριβαν, συγύριζαν.
Άλλες τράβηξαν στο εξοχικό, άλλες έφτιαξαν γλυκά, μαρμελάδες.
Η Λήδα σιωπηλή, τι να πει; Να πει τι; Ούτε άντρας, ούτε παιδί μικρό έτσι, σιωπηλή, δίχως λόγο.
Σήμερα ζήτησε να φύγει νωρίτερα· το κάνουν δυο φορές τον μήνα, όλοι το ξέρουν.
Τινάξαν τα κεφάλια, με ύφος επικριτικό. Ξέρουν όλοι πού πάει: σε κάποιον εραστή, έναν από τους πολλούς της.
Όλες σίγουρες στο γραφείο η Λήδα έχει πολλούς εραστές, μια και είναι τόσο κακή.
Και κακή, και μόνη έτσι την βλέπουν.
Εκείνες είναι «καλές», όλες παντρεμένες, όλα σωστά· και η Λήδα, δεν τα κατάφερε.
Λήδα, παιδί μου, είπε η μάνα της, γιατί είσαι έτσι;
Έτσι πώς, μάνα;
Έτσι, άδικη στη ζωή, να μη βρεις βρε παιδί μου έναν άνθρωπο να σταθείς μαζί του; Ακόμα δεν είναι αργά, και δεύτερο παιδί μπορείς να κάνεις όλες τώρα μετά τα σαράντα γεννούν.
Μάνα, τι να τον κάνω άλλον έναν άντρα; Τι να κάνω και δεύτερο παιδί από κάποιον; Έχω ήδη έναν γιο κι ο Αντρέας μου φτάνει.
Κι ο άντρας, όπως το ζητάς, μάνα, τι να τον κάνω; Τι να κάνει με μένα; Έχω τον Ορέστη.
Λήδα! Δεν είναι δικός σου ο Ορέστης!
Πώς δεν είναι; Δικός μου και παραδικός μου. Μια φορά την εβδομάδα με καλεί για ραντεβού, δώρα φέρνει, με βοηθάει στις διακοπές, δεν με πρήζει, δεν με στέλνει στη μάνα του για παράθυρα, δεν με βάζει να πλένω κάλτσες ή να σιδερώνω σωβρακάκια, δεν ζητάει φαγητό, δεν φορτώνει τα προβλήματά του, δεν κοιμάται στον καναπέ μου μες στη μέρα.
Ευλογία.
Ευλογία, ναι· κι όλα αυτά τα λούζεται η φτωχή του η γυναίκα.
Θες εσύ, μάνα, να τα λούζομαι εγώ; Όχι ευχαριστώ! Εγώ, στα σαράντα μου και κάτι, ήμουν δύο φορές, δύο μάνα, παντρεμένη. Κι απ τέτοια ευτυχία, έφυγα τρέχοντας.
Ο πρώτος μου άντρας, ο πατέρας του Αντρέα δε θυμάσαι εσύ πώς με πίεσες, πριν καν κλείσω τα δεκαοχτώ να τον παντρευτώ, επειδή ήταν μεγαλύτερος, «σοβαρός, πετυχημένος, θα σε σέβεται κιόλας»…
Πέντε χρόνια φυλακή! Ούτε να σπουδάσω, ούτε φίλες, ούτε το παιδί μου δεν μ άφηνε ν αγγίξω «μικρή είσαι, θα κάνεις ζημιά!». Γιατί; Για να σκύβω το κεφάλι και να δουλεύω για εκείνον και τη μάνα του.
Να, ήμουν όμως «στο χρυσάφι»
Κι από μήνα σε μήνα μ έβγαζε «να με δουν», να κυκλοφορήσει με «τη μικρή γυναίκα» του «να, όχι σαν τις άλλες τις πλαστικές!»
Ο ίδιος, βέβαια, τις προτιμούσε κρυφά…
Όταν πήρα το παιδί και έφυγα να ναι καλά η γιαγιά μου που με βοήθησε ζήτησε πίσω τα πάντα, μέχρι και τα εσώρουχα.
Δεύτερη φορά παντρεύτηκα από αγάπη δούλευα, σπούδαζα…
Θυμάσαι, μάνα, εγώ τρέχα πρωί στο μάθημα, απόγευμα στη δουλειά, να μην είμαι βάρος σε σένα και στον μπαμπά…
Πώς μπορείς και το λες αυτό για μένα; Εγώ δεν σου στέρησα ποτέ τίποτα, ούτε φαγητό, ούτε φροντίδα, ούτε για το εγγόνι μου!
Εσύ όχι, μάνα αλλά δεν ήσουν μόνο εσύ. Υπήρχε κι ο μπαμπάς, που φοβόταν μην του κάτσω στο σβέρκο εγώ και το παιδί μου
Για δύο δουλειές πάλευες, στο σπίτι γύρναγες κουρασμένη, να μαγειρεψεις, να καθαρίσεις, οι άλλοι καναπέ και υπολογιστή
Έτσι, είπα κι εγώ να ξαναπαντρευτώ, από έρωτα αυτή τη φορά.
Άλλαξε κάτι; Τίποτα!
Από το κακό στο χειρότερο.
Ο καινούριος «αγαπημένος» στον καναπέ, η Λήδα τρέξιμο, στη δουλειά, στο παιδικό, για όλα μόνη, άνθρωπος να μην αντέχει να αγγίξει «τα δικά μου παιδιά».
Ποτέ αυτοκίνητο «ο άντρας το χρειάζεται!»
Εγώ να βάζω τάξη, να τα φέρνω βόλτα κι όταν έφτιαχνα φαγητό, ν αφήνω τα πάντα να τρέχω να τον ευχαριστώ, γιατί «αλλιώς θα φύγει, δεν θα μείνω, θα σ αφήσει».
Ποτέ λεφτά αρκετά αν για το παιδί μου δεν έφταναν, δικό μου πρόβλημα! Μόνο αν ήταν το δικό του παιδί, «κληρονόμος», μπορεί και να άλλαζε κάτι
Δεν έπεσα στον σωστό άντρα, μάνα.
Πώς το κάνεις αυτό; Όλες έτσι ζούμε!
Ας ζουν, μάνα, εγώ δεν το μπορώ. Δεν το αντέχω πια.
Πώς πέρασες το Σάββατο;
Ε, ήρθαν ο Νικήτας με τη Μάγδα, άφησαν τα μικρά, τη Φαίδρα και τον Θάνο, πήγα βόλτα μαζί τους, έψησα τηγανίτες, τίποτα σπουδαίο… σκούπισα, σφουγγάρισα, έπλυνα, τους έβαλα για ύπνο, τον πατέρα τάισα και σιδέρωνα μέχρι αργά όπως πάντα.
Το πρωί, τα παιδιά θέλησαν ξανά τηγανίτες, να σηκώνομαι να μαγειρεύω Ο Νικήτας με τη Μάγδα ήρθαν, έψησα κοτόπουλο, ετοίμασα σαλάτες, έκανα πίτσα, φάγαμε, μάζεψα μετά, έπεσα στον καναπέ ξέπνοη στις έντεκα. Ο πατέρας μ έστειλε στο κρεβάτι, ν αφήσω τον καναπέ.
Μάνα, δεν θυμάμαι να κάθησες εσύ ποτέ με τον Αντρέα έτσι. Ούτε σ άφησα να σου φορτώσω το παιδί για να πάω κάπου μόνη!
Εσύ ήσουν αυτάρκης, ξέρεις πως είναι τα άλλα τώρα…
Να σου πω πώς πέρασα τα προηγούμενα Σαββατοκύριακα; Την Παρασκευή ο Αντρέας μ έπαιρνε: «Πάρε το Τίμο το Σαββατοκύριακο, θέλουμε να πάμε βόλτα».
Φυσικά πήρα. Ο Τίμος η γάτα της Μαρίας, της κοπέλας του Αντρέα. Ξέρεις, μάνα, αν δεν ασχολούσουν μόνο με του Νικήτα τη φαμίλια, μπορεί να ήξερες τι κάνει ο μεγάλος σου εγγονός.
Το βράδυ, ήρθαν ο Αντρέας κι η Μαρία, μου άφησαν τον γάτο και μια πίτσα, φύγανε.
Εγώ, μόνη, έφαγα, άραξα, είδα σειρές όλο το βράδυ μέχρι αργά δεν έπρεπε να σηκωθώ σα τρελή το πρωί!
Το πρωί, καφές, φαγητό στον Τίμο, ξεσκόνισμα, λίγα ρούχα στο πλυντήριο, ένα τηλέφωνο σε σένα να πιούμε έναν καφέ, να πάμε σε κανένα μουσείο μαζί…
Ο πατέρας απάντησε: «Μάνα ιδρώνει, εσύ τεμπελιάζεις, όλο βόλτες και μουσεία!»
Πήγα, μάνα, στο μουσείο είχε έκθεση του αγαπημένου σου ζωγράφου. Μετά, καφέ, βόλτα στα μαγαζιά, γύρισα, βρήκα τον Τίμο ήσυχο. Τίποτα πια δεν ήθελα, έκατσα, είδα σειρά, άραξα.
Την Κυριακή κοιμήθηκα με τον Τίμο ως τις έντεκα. Ήθελα να σε φωνάξω να πάμε βόλτα με το καραβάκι στη Μαρίνα, αλλά το σήκωσε η Μάγδα «είσαι απασχολημένη», πάλι λάντζα ή τραπέζι.
Το βράδυ, ο Ορέστης μ έβγαλε έξω γιατί να πω όχι; Είμαι ανεξάρτητη γυναίκα, δε ζητάω εξηγήσεις για το σπίτι του, δεν γεμίσαμε τη βραδιά με προβλήματα περάσαμε ωραία, κοιμήθηκα χαρούμενη, τη Δευτέρα στη δουλειά ξεκούραστη.
Σου φαίνεται παράξενο, μάνα.
Οι ανύπαντροι άντρες; Άλλος ψάχνει μάνα, άλλος γεμάτος πίκρα από τρεις γάμους και τέσσερα παιδιά
Ένας μου είπε πως πρέπει «να αγαπήσω υποχρεωτικά τα παιδιά του, επειδή είμαι γυναίκα». Κι αυτός θα ταΐζει και την πρώην του μαζί, γιατί «είναι η μάνα των παιδιών του», αλλά για το δικό μου παιδί, κουβέντα ο Αντρέας έχει πατέρα.
Λογικό, έτσι;
Έτσι τον έστειλα κι εγώ περίπατο.
Κι έγινα εγώ κακή, συμφεροντολόγα, εγωίστρια. Ήθελα, λέει, να φορτώσω τον Αντρέα στον καημένο άντρα.
Για αυτό έχω τον Ορέστη, μάνα.
Ναι, για εσάς είμαι «κακή», αλλά δεν ντρέπομαι γι αυτό.
Πονάω για σένα, μάνα, γιατί ζω έτσι εσύ.
Γι αυτό σε τραβάω να βγούμε σήμερα, για παράδειγμα, σου είπα ψέματα, πως τάχα χρειάζομαι βοήθεια.
Μαμά, εγώ καλά είμαι εσύ έλα μαζί μου να περάσεις λίγο καλά, να ζήσεις για σένα, μαζί μου, με την κόρη σου.
Τρελάθηκες, Λήδα; Κι ο μπαμπάς;
Τι, άρρωστος είναι;
Όχι, αλλά το μεσημεριανό
Δεν πιστεύω ότι δεν το χεις μαγειρέψει ήδη!
Πρέπει να το ζεστάνω, κι ο Νικήτας
Μαμά! Να ξέρεις, μπορώ να θυμώσω Ξέρω πως είμαι η κακή άφησέ με για μια φορά να είμαι κι εγώ η «καλή». Έλα να ξεκουραστούμε Σ το ζητάω πολύ
Δευτέρα στη δουλειά, όλες διηγούνται πως «κουράστηκαν» ξεκουράζοντας
Η Λήδα κάνει ένα πονηρό χαμόγελο. Όλες ξέρουν· η Λήδα είναι η «κακή» όμως περπατάει σχεδόν χορεύοντας, χαμογελάει με εκείνο το βλέμμα, σαν να ξέρει κάτι δικό της.
Όλοι σίγουροι οι σκέψεις της, σίγουρα, κακέςΚαι τότε, όπως βγαίνει από το γραφείο η Λήδα, μια απ τις «καλές» γυναίκεςη ήσυχη, που ποτέ δεν μιλάτην φωνάζει δειλά:
Λήδα Το Σάββατο, μήπως έχεις χρόνο;
Η Λήδα στρέφεται ξαφνιασμένη.
Τι χρειάζεσαι;
Να σκεφτόμουν, ίσως να πάμε καμιά βόλτα, σαν κι αυτές που λες ή θέλεις να ρθεις σπίτι; Να μη μείνω πάλι στο καθάρισμα;
Για πρώτη φορά, βλέπει στη ματιά της παράκληση και ανακούφιση μαζί.
Η Λήδα γέρνει το κεφάλι, χαμογελάει πλατιά, σηκώνει τους ώμους,
σαν να λέει «μπορούμε κι αλλιώς».
Μια μικρή επανάσταση περνάει απαρατήρητη ανάμεσα στις στοίβες από τιμολόγια και πλυντήρια
αλλά η Λήδα ξέρει καλά:
Καμιά φορά, για να είσαι «κακή», αρκεί να χαρείς λίγο παραπάνω τη ζωή.
Και, ίσως, επιτέλους, να σε ακολουθήσουν κι άλλες.

Oceń artykuł
Η Λίνα ήταν «κακή». Πολύ κακιά, τόσο που σχεδόν τη λυπόσουν – δεν υπάρχει πιο «κακή» απ’ τη Λίνα. Όλοι προσπαθούσαν να το κάνουν σαφές στη γυναίκα αυτή: πως Λίνα είναι «κακή». Κακιά και, επιπλέον, δυστυχισμένη. Χωρίς άντρα, με το γιο της μεγάλο και μακριά. Μόνη της, τάχα περιττή. Δευτέρα στη δουλειά, οι άλλες καμαρώνουν: έπλεναν, καθάριζαν, μαγείρευαν όλο το Σαββατοκύριακο. Η μία στα εξοχικά της, η άλλη έστηνε μαρμελάδες. Η Λίνα σιωπηλή: τι να πει; Άντρας δεν υπάρχει, παιδί μεγάλο – σιγή. Ως συνήθως φεύγει νωρίς με άδεια, όλοι ξέρουν γιατί: έχει, λέει, πολλούς εραστές. Στη δουλειά, βέβαιοι πως η Λίνα είναι γεμάτη «εραστές», αφού είναι τόσο «κακή». Οι άλλες καλές κι άξιες γυναίκες, παντρεμένες, και… η Λίνα, η «κακιά». —Λίνα, λέει η μαμά της, γιατί είσαι έτσι; —Πώς, μαμά; —Άδεια, τίποτα δεν έχεις κανονίσει, ούτε έναν άντρα δεν βρήκες, Χριστέ μου, παιδί μου… Κι ούτε αργά για δεύτερο παιδί, όλες πια μετά τα σαράντα γεννάνε… —Και γιατί να θέλω, μαμά, άλλον άντρα ή κι άλλο παιδί; Έχω το γιο μου, μου φτάνει. Και τον «άντρα» μου, όπως λες, τι να τον κάνω; Γιατί υπάρχει ο Ορέστης… —Λίνα! Ορέστης δεν είναι άντρας σου!… —Και βέβαια είναι! Με βγάζει για ποτό, μου φέρνει δώρα, πάμε διακοπές, δεν μου τα πρήζει, δεν με τρέχει στη μάνα του για παράθυρα ή να πλύνω σώβρακα, δεν θέλει δείπνο υποχρεωτικά, δεν ξαπλώνει σε καναπέ με τις ώρες, δεν μ’αγχώνει με προβλήματα… —Μα όλα αυτά τα τραβάει η κακομοίρα γυναίκα του… —Και θες να τα τραβήξω εγώ; Άστο, μαμά, στα σαράντα μου και κάτι, δυο γάμους κουβάλησα. Την πρώτη φορά μ’έστελνες παντρειά στα δεκαοχτώ, γιατί ήταν «καλύτερος», πλούσιος, σεβαστικός, μεγαλύτερος. Μάζευα τα χρυσά, αλλά φυλακή! Ούτε φίλες, ούτε σπουδές, ούτε γιο μου άφηνε να βλέπω – μόνο σκλάβος για εκείνον και τη μάνα του. Μια φορά το μήνα με έβγαζε κάπου, σαν διακοσμητικό, κι αυτό ήταν. Μόνο να λένε πως έχει «άξια» γυναίκα. Στο τέλος χώρισα και ζήτησε τα πάντα πίσω, ακόμα και τα βρακιά μου… Δεύτερη φορά παντρεύτηκα από αγάπη, πού να ‘ξερα… Τα ‘τρεξα όλα – δουλειά, σχολή, παιδί, χωρίς ποτέ να γίνω «βάρος» σε σένα μαμά… —Πότε σε κατηγόρησα, παιδί μου; Πότε στέρησα εγώ τη κόρη μου; —Όχι, μαμά —αλλά δεν ήσουν η μόνη… Ο πατέρας φοβόταν μη σου κάτσω στο σβέρκο, κι ο αδερφούλης μου δεν έγινε ποτέ «νοικοκύρης» – για όλα εσύ η μάνα… Σε δύο δουλειές, σπίτι, πλύσιμο, φαΐ, παιδιά, εσύ. Άλλη μια φορά παντρεύτηκα από βιασύνη: Χειρότερα! Ο άντρας στον καναπέ, εγώ τρέξιμο, ψώνια, μαγείρεμα, παιδί, σίδερο, και στο τέλος, τον άντρα να «ικανοποιήσεις», αλλιώς θα φύγει για άλλη. Λεφτά για το παιδί; Μόνο αν ήταν δικό του – αλλιώς όχι. Στο τέλος, φεύγω κι εκείνος γελάει: «Ποιος θα σε θελήσει μ’ένα παιδί τώρα;» Έτσι πέρασα, μαμά, και με τον πλούσιο και με τον φτωχό. Καμία διαφορά —όλοι καλά μόνο για ‘κείνους. —Μα όλους έτσι ζούμε, παιδί μου! —Να ζούνε, μαμά —εγώ όχι! —Το Σάββατο πώς πέρασες; —Να, πήγε ο Νίκος με τη Μάγδα, άφησαν τα παιδιά, έπαιξα, έψησα, ξεσκόνισα, έπλυνα, τάισα τον πατέρα, σιδέρωσα, μετά τα παιδιά, ύπνος νωρίς και Κυριακή από τα χαράματα τα ίδια… Κοτόπουλα, σαλάτες, πίτσες, μάζεμα, στο τέλος έπεσα ξερή στον καναπέ… —Εσύ, Λίνα, ποτέ δεν μας φώναξες για babysitting, ούτε μας άφησες το γιο σου. Μόνη σου παντού… —Θες να σου πω πώς πέρασα το προηγούμενο μου Σαββατοκύριακο, μαμά; Μου φέρανε το γάτο να προσέχω, πιάσαμε πίτσα, είδα σειρές, ύπνος, Κυριακή ως τις 11 με τον γάτο, χαλάρωση, βόλτες, μουσείο, καφέ, ψώνια, τίποτα να με τρέχει. Βράδυ Ορέστης για έξοδο. Γιατί να πω όχι; Ελεύθερη είμαι! Δεν ψάχνω παντρεμένο —και οι ελεύθεροι όλοι ψάχνουν μαμά, ή έχουν παιδιά και προβλήματα να σου φορτώσουν. Ένας μάλιστα μου είπε πως ΟΦΕΙΛΩ να αγαπήσω τα παιδιά του από πριν. Τα δικά μου; «Έχει μπαμπά, να τα φροντίσει αυτός». Φυσικά βγήκα «κακιά», τσιγκούνα, εγωίστρια. Γι’ αυτό, μαμά, έχω τον Ορέστη μου —και είμαι καλά έτσι. Δεν ντρέπομαι για το πώς ζω, λυπάμαι μόνο που εσύ ακόμη δεν περνάς καλά —γι’ αυτό και σε τραβάω μαζί μου! —Κι ο πατέρας σου; —Ε, δεν είναι άρρωστος! Θα φας ο πατέρας μόνος του μισή ώρα. Έλα να γίνω για λίγο «η καλή», να κάνουμε κάτι για εμάς, μόνο για εμάς, σε παρακαλώ… Δευτέρα στη δουλειά, αυτές εκεί πάλι λένε πόσο «κουράστηκαν» στο Σαββατοκύριακο. Η Λίνα όμως έχει αυτό το χαμόγελο – όλοι «ξέρουν»: η Λίνα κάτι «κακό» σκέφτεται… Λίνα, η «κακιά»: η γυναίκα που τόλμησε να πάρει τη ζωή της στα χέρια της και να χαμογελά στην Ελλάδα του σήμερα – κι ας τη λένε όλοι «κακιά».