Η Λένκα τραγουδούσε από χαρά, και πώς να μην το κάνει!

Η Ελένη τραγουδούσε από χαρά, και πώς αλλιώς! Είχε, επιτέλους, το δικό της διαμέρισμαένα πραγματικά δικό της σπίτι, όπου δεν υπήρχε η στριμμένη σπιτονοικοκυρά που έσβηνε το ρεύμα στις έντεκα, στεκόταν όλη την ώρα από πάνω και έκλεινε το γκάζι την ώρα που έβραζε το φαγητό στην κατσαρόλα. Δεν της επέτρεπε να χρησιμοποιεί πιστολάκι ή ισιωτικό για τα μαλλιά”να μην μπλέξουν τα καλώδια”. Μπάνιο; Μόνο ντους και μόνο μία φορά τη μέρα, να διαλέξει αν θα ήταν πρωί ή βράδυ, έτσι κι αλλιώς η κυρία Σοφία στεκόταν στην πόρτα για να της πει να ρίξει την πίεση στο νερό.

Έναν χρόνο υπέφερε η Ελένη κάτω απ τον ζυγό της Σοφίας, που είχε πάρει εύκολα το ρόλο της συμβούλου και καθοδηγήτριας, και μόλις έκλεισε τα δεκαοχτώ, παρακάλεσε τους γονείς της να πάει να μείνει σε εστία. Άλλο μαρτύριο κι αυτόκοριοί και κατσαρίδες μικροπράγματα, αλλά να σου κλέβουν το τηγάνι με τις πατάτες που τηγάνιζες πριν λίγο, αυτό ναι, ήταν κάτι. Και οι συγκάτοικοι που έφερναν τους φίλους τους ως τα ξημερώματα. Έκανε υπομονή για έναν χρόνο, αλλά όταν ο πατέρας της ήρθε να δει τι γινόταν στην εστία και έπαθε σοκ με το χάος, ούτε μέρα δεν την άφησαν να μείνει εκεί. Πέντε χρόνια έζησε έτσι η Ελένη νοικιάζοντας σε σπίτι, στης γιαγιάς Ευγενίας.

Η γιαγιά Ευγενία ήτανε καλή, με τις παραξενιές της, αλλά αξιαγάπητη. Έπειτα όμως, αφού τελείωσε τις σπουδές της, η Ελένη έμεινε ακόμα εκεί, μάζευε ευρώ με το ευρώ για την προκαταβολήόνειρο της να έχει κάποτε το δικό της διαμέρισμα, όσο μικρό κι αν ήταν. Την ώρα που άλλες κοπέλες έτρεχαν στα ραντεβού και ξόδευαν τον μισθό σε ρούχα και τσάντες, η Ελένη δούλευε σκληρά και κρατούσε κάθε ευρώ. Ακόμα κι η γιαγιά της τής έλεγε να ξεκουραστεί λίγο, αλλά η Ελένη είχε βάλει πείσμα.

Κάποια μέρα ήρθαν οι γονείς της. Ο πατέρας της, φανερά συγκινημένος, της είπε πως αποφάσισαν να βοηθήσουν εκείνη, μαζί με τη μαμά και τη γιαγιά Ελένημια μακρινή συγγενή του πατέρα της, δασκάλα μέχρι τα ογδόντα πέντε της, αυστηρή γυναίκα, που είχε τσακωθεί με όλους, αλλά μόνο τον πατέρα της Ελένης άκουγε λίγο. Την μαμά της Ελένης τη λάτρευε επίσης γιατί κι εκείνη ήταν δασκάλα.

Μια μέρα η γιαγιά ζήτησε απ τον πατέρα της Ελένης, όταν πήγαν να την επισκεφτούν και της πήγαν τρόφιμα, να της βρει γηροκομείο. Ο πατέρας της δεν είπε τίποτα, πήγε με τη μητέρα να δει το μέρος που τους έδειχνε κι έτσι της ετοίμασαν το παλιό δωμάτιο της Ελένης στο σπίτι τους για τη γιαγιά Ελένη. Ούτως ή άλλως, η κόρη της ζούσε σε άλλη πόλη. Η γιαγιά, παρά τα χρονάκια της, είχε πλήρη διαύγεια και είπε στον ανιψιό να μη στεναχωριέταιήξερε πως είχε δύσκολο χαρακτήρα και δεν ήθελε να χαλάσει ότι καλό είχαν χτίσει τόσα χρόνια.

Μα οι γονείς της Ελένης επέμειναν. Έτσι και αυτοί θα ήταν πιο ήρεμοι, θα είχαν και τη γάτα τους και τον παπαγάλο Αλέκο υπό επίβλεψη όταν έλειπαν ταξίδιη γιαγιά θα τους πρόσεχε όλους και θα ήταν και όλοι μαζί. Εξάλλου, δεν χρειαζόταν να κάνουν έξοδα για τρόφιμα ή βενζίνημε μια κουζίνα όλοι μαζί, και όταν ο πατέρας ήθελε να πάει για ψάρεμα, η μαμά δεν θα ένιωθε μοναξιά.

Η γιαγιά για λίγο δίστασε, τελικά όμως ένιωσε πολύ χαρά, γιατί κατάλαβε πως στη ζωή της είχε ακόμα δίπλα αγαπημένα άτομα. Έζησε με αγάπη και ζεστασιά, και όταν ήρθε η ώρα της, άφησε ό,τι είχε στον ανιψιότον πατέρα της Ελένης. Στην ίδια την Ελένη χάρισε ένα κολιέ παλιό και πολύτιμο από τη δική της γιαγιά, που το κρατούσε χρόνια και ούτε στα δύσκολα το πούλησε.

Η Ελένη δέχτηκε το κολιέ με συγκίνηση και το θαύμαζε συχνά, γεμάτη ευγνωμοσύνη. Ο πατέρας της πρότεινε να πουλήσουν το σπίτι της γιαγιάς και να αγοράσουν στην Ελένη διαμέρισμα στην Αθήνα, εκεί που είχε πια ριζώσει. Έτσι βρήκε το δικό της, ένα μικρό, δίχωρο διαμερισματάκι.

Η γυναίκα που έμενε εκεί της ευχήθηκε ό,τι καλύτερο, λέγοντάς της πως αφήνει πίσω θετική ενέργεια. Η Ελένη ξεκίνησε με χαρά να το ανακαινίζειοι γονείς της ήταν συνεχώς εκεί, βοηθώντας όπου χρειάζονταν. Η Ελένη όλο έφερνε και νέα σχέδια, ο πατέρας της τα πραγματοποίησε με υπομονή. Τελικά το διαμέρισμα άλλαξε εντελώς. Η μαμά εντυπωσιάστηκε και ήθελε να αλλάξει και τη δική τους διακόσμηση, στην οποία υποσχέθηκε η Ελένη να βοηθήσει.

Έτσι, η Ελένη „ρίζωσε” στο καινούριο της σπίτι, συνήθισε στην αρχή ξένη πόλη και στο τέλος την αγάπησε. Στη δουλειά γνώρισε τη Μαρίακορίτσι γελαστό και καλό, που γίνανε φίλες και συχνά τα απογεύματα η Μαρία ερχόταν στην Ελένη. Εκείνη μια φορά διηγήθηκε πώς παλιά, παιδάκι, ανέβαινε στην ταράτσα της επταώροφης πολυκατοικίας της με τη φίλη της Σταυρούλα και έκαναν ηλιοθεραπεία.

«Ωραίο αυτό,» είπε η Μαρία γελώντας, «γιατί να μην το κάνουμε κι εμείς;»

Γέλασαν δυνατά, σκεφτήκανε τα νιάτα τους. «Φτάνει να μην κλειδωθούμε εκεί πάνω, όπως τότε που ο κύριος Πέτρος, ο κουφός θυρωρός, έκλεισε την πόρτα και βάλαμε τις φωνές μέχρι που μας άνοιξε ο μπαμπάς μου.» Η Μαρία τη ρώτησε αν την μάλωσαν, αλλά η Ελένη είπε πως ο μπαμπάς της πάντα τη σκέπαζε για να μη μάθει τίποτα η μαμά, που ήταν πολύ αυστηρή.

«Εμένα όμως με έτρωγαν στη γκρίνια όταν έκανα ζαβολιές,» της είπε η Μαρία. «Λες να μιλήσουμε στον θυρωρό, να ζητήσουμε το κλειδί για να χαλαρώσουμε στην ταράτσα;»

Πήγαν λοιπόν στον θυρωρό, τον κύριο Γρηγόρη, που στην αρχή δίστασεδεν επιτρέπεται, τους είπε, και αν γίνει ατύχημα; Με τα πολλά, συμφώνησε, υπό τον όρο να προσέχουν«χωρίς τρέλες, ε;»

Πέρασαν το μισό σαββατοκύριακο εκεί πάνω στη σημαία του κεραμιδιού. Κάθε τόσο έπαιρναν το κλειδί και ανέβαιναν. Μια φορά όμως, προς το τέλος της μέρας, τους φάνηκε πως άκουσαν την πόρτα να τρίζεικρύφτηκαν κι έτσι, έτοιμες να φύγουν, είδαν μια ηλικιωμένη κυρία, πολύ προσεγμένη και καθαρή, να κάθεται στην άκρη της ταράτσας και να τρώει ήρεμα ένα σάντουιτς.

«Ποια είστε, κυρία;» τη ρώτησαν.

«Εγώ… εγώ είμαι η Ειρήνη Νικολάου,» απάντησε η κυρία, και η Ελένη αμέσως τη γνώρισε. «Είστε… η πρώην ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος;» ρώτησε, γουρλώνοντας τα μάτια. Εκείνη κοκκίνισε, «Ναι, εσείς είστε το γλυκό κορίτσι που αγόρασε το σπίτι. Καταλαβαίνετε, κορίτσια» και ξέσπασε σε κλάματα.

Άρχισε έτσι να τους διηγείται τη δική της ιστορία. Μόνη της ανέθρεψε τον γιο της, το Νίκοο άντρας την άφησε για μια άλλη. Ο Νίκος, παιδί ευαίσθητο, σπούδασε, έκανε μεταπτυχιακά, δούλευε, τον εκτιμούσαν, μα στις σχέσεις δεν είχε τύχη. Πριν πέντε χρόνια μπήκε στη ζωή του η Αγγελικήκορίτσι απλό, βοηθούσε σε όλα στο σπίτι, και η Ειρήνη πίστεψε ότι πλέον θα ησύχαζε κι εκείνη και θα ζούσε λίγο για τον εαυτό της.

Ο Νίκος στο μεταξύ είχε αγοράσει μεγάλο σπίτι, αλλά συνέχιζε να μένει μαζί της. Με τη γέννηση του πρώτου εγγονιού, τού Μιχάλη, και μετά άλλων δύο παιδιών, της Μαρίας και του Γιάννη, έμειναν όλοι μαζί. Κάποια στιγμή της ζήτησαν να πουλήσει το διαμέρισμά της, „μιας και πια όλοι μαζί μένουν”. Η Ειρήνη χωρίς να το πολυσκεφτεί συμφώνησε.

Εκεί τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Εκείνη έμεινε στο νέο διαμέρισμα μαζί με τους τρεις εγγονούς, κάνοντας τα πάντανοικοκυριό, φαγητό, φροντίδα, παραμύθια στα παιδιά, χωρίς όμως να έχει λόγο στην ανατροφή. Όταν παραπονέθηκε στον γιο της, εκείνος της είπε τυπικά πως „η κίνηση είναι ζωή”, πως δουλεύει τόσο, οπότε „ευκαιρία να απολαύσει η μαμά τους εγγονούς”.

Το καλοκαίρι οι γονείς πήγαν διακοπές και την άφησαν με τα παιδιάοικογενειακώς. Η Ειρήνη δεν άντεξε. Τις νύχτες έβγαινε έξω στις όχθες του Ιλισού ή καθόταν σε παγκάκι να δει το φεγγάρι, νιώθοντας μόνη.

«Και πού μένετε τα βράδια;» τη ρωτούν οι κοπέλες. Η Ειρήνη χαμογελά, «Δεν κοιμάμαιτο καλοκαίρι περνάω νύχτες περπατώντας στις όχθες… ή τώρα να, ήρθα εδώ, στο παλιό μου σπίτι, πήγα να ανέβω στην ταράτσα, θυμήθηκα τον μικρό τον Νίκο που έπαιζε εδώ… Ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου που το σκέφτηκα καν.»

Η Μαρία κι η Ελένη γρήγορα την πήραν μαζί τους. «Δεσποινίς Ειρήνη, ελάτε στο σπίτι μου. Θα ξεκουραστείτε εκεί.» Η κυρία Ειρήνη δίστασε, μα στο τέλος υπέκυψε. Η Μαρία, δικηγόρος, τη ρώτησε άμεσα σε τι δόθηκαν τα λεφτά απ την πώληση του διαμερίσματος. «Ο Νίκος είπε θα βάλει τα μισά σε λογαριασμό για μένα, τα άλλα τα κράτησε. Εγώ όμως είμαι ακόμα εδώ, κι εκείνοι με τους τρεις τους. Αισθάνομαι αποκομμένη.»

«Μπορείτε να πάρετε ένα μικρό διαμέρισμα, είναι αρκετά τα χρήματα», της είπε η Μαρία. «Εμείς θα σας βοηθήσουμε να το ανακαινίσετε!» συμπλήρωσε η Ελένη με ενθουσιασμό. Με τα πολλά, κατάφεραν να της βρουν ένα μικρό διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία και γρήγορα το ετοίμασαν. Όταν η Μαρία πήγε να μιλήσει με τον Νίκο στη δουλειά, κανείς δεν ξέρει τι του είπε, αλλά ο Νίκος παραδέχτηκε ότι μάλλον έπρεπε να είχαν συζητήσει όσα περνούσε η μητέρα του.

Η Αγγελική απομακρύνθηκε για κάποιο διάστημα από την Ειρήνη, αλλά με τον καιρό τα πράγματα ηρέμησαν, τα εγγονάκια χάρηκαν που άρχισαν να πηγαίνουν παιδικό σταθμό και έβρισκαν τον δρόμο τους. Η Ειρήνη συνέχισε να επισκέπτεται τη νέα της φίλη, την Ελένη· πήγαιναν μουσεία, καλλιτεχνικές βραδιές, εκθέσεις.

«Εγώ πάντως,» είπε κάποια στιγμή η Μαρία, «όταν γεράσω, θα κρατήσω δικό μου σπιτικόκαλύτερα μόνη παρά να κοιμάμαι σε παγκάκια ή σε ταράτσες!» Η Ελένη συμφώνησε.

Καλημέρα σας, καλοί μου φίλοι! Σας ευχαριστώ που είστε στο πλευρό μου. Να είστε πάντα γεροί, γεμάτοι αγάπη και ζεστασιά! Αν κάτι έμαθα, είναι πως το δικό μας σπίτι και οι άνθρωποι που αγαπάμε είναι όλη η ουσία. Αγκαλιά σας!

Oceń artykuł
Η Λένκα τραγουδούσε από χαρά, και πώς να μην το κάνει!