Η κόρη μου και ο γαμπρός μου άφησαν τα εγγόνια μου για όλες τις διακοπές. Κι εγώ με τη σύνταξή μου πρέπει να τα ταΐζω και να τα ψυχαγωγώ.
Τα σημερινά παιδιά και εγγόνια έχουν γίνει εγωιστές όλα ζητούν προσοχή, φροντίδα, χρόνο, αλλά δεν δίνουν τίποτα πίσω, παρά μόνο αδιαφορία και παράπονα. Τι είδους καταναλωτική στάση είναι αυτή προς τους γέρους; Σαν να μην έχουμε κι εμείς, οι μεγάλοι, τη δική μας ζωή, τις δικές μας επιθυμίες μόνο να κάτσεις με τα εγγόνια σαν υπηρέτρια. Αλλά τη στιγμή που εγώ ζητήσω βοήθεια, όλοι ξαφνικά είναι απασχολημένοι, σαν να μην είμαστε οικογένεια.
Η κόρη μου έχει δύο γιους ο μεγάλος είναι 12 χρονών, ο μικρός 4. Ζω σε ένα μικρό χωριό κοντά στη Λάρισα, και το μόνο που έχω είναι μια μικρή σύνταξη και η ησυχία που τόσο πολύ λατρεύω. Δεν ξέρω πώς τα μεγαλώνουν η κόρη μου με τον άντρα της, ή τι συμβαίνει στο σχολείο, αλλά τα αγόρια μεγαλώνουν τεμπέλικα. Δεν μαζεύουν τίποτα πίσω τους, ούτε τα κρεβάτια δεν φτιάχνουν όλα είναι σαν να πέρασε τυφώνας. Και το φαγητό μου το γυρίζουν με τη μύτη, ζητούν ανοησίες. Αληθινό μαρτύριο!
Όταν τα εγγόνια ήταν μικρά, βοηθούσα την κόρη μου με όλη μου τη δύναμη τα κουβάληγα, τα φρόντιζα, έτρεχα στα μαγαζιά. Αλλά τα τελευταία πέντε χρόνια είμαι στη σύνταξη, και από τότε προσπαθώ να ξεφύγω από το ρόλο της αιώνιας νταντάς. Φέτος, πριν τις φθινοπωρινές διακοπές, αναστεναχτηρά με ανακούφιση: κοίταξα το ημερολόγιο και είδα ότι στις αρχές Νοεμβρίου δεν υπήρχαν μεγάλες αργίες. Άρα, σκέφτηκα, η κόρη μου με τον άντρα της δεν θα πάνε πουθενά, και θα ζήσω ήσυχα. Πόσο λάθος έκανα!
Την Κυριακή, λίγο πριν την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου, χτύπησε η πόρτα. Ανοίγω και να η κόρη μου, η Ελένη, με τους δύο γιους της. Χωρίς καν να χαιρετήσει σωστά, μου πετάει από τα χείλη:
«Μαμά, γεια! Πάρε τα εγγόνια, άρχισαν οι διακοπές!»
Έμεινα κατάπληκτη.
«Ελένη, γιατί δεν με προειδοποίησες; Τι είδους έκπληξη είναι αυτή;»
«Αν σου το έλεγα, θα έβρισκες χίλιες δικαιολογίες για να μην τα πάρεις!» απάντησε απότομα, βγάζοντας τα σακάκια από τα αγόρια. «Εμείς με τον Αντώνη πάμε σε ένα θεραπευτήριο για μια εβδομάδα, δεν αντέχουμε άλλο, είμαι εξουθενωμένη!»
«Περίμενε, και η δουλειά; Δεν υπάρχουν έξτρα αργίες φέτος!» Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, νιώθοντας τον πανικό να με πνίγει.
«Έχουμε άδειες, ο Αντώνης πήρε τρεις μέρες με δικά του έξοδα. Μαμά, δεν έχω χρόνο να εξηγήσω, αργούμε!» μου φώναξε, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και βγήκε από την πόρτα, αφήνοντάς μ





