Η κόρη μαράζωνε, η μάνα άνθιζε Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς στο Ζαρέτσι ήταν σκυθρωπό, κακό. Η…

Η κόρη μαραζώνει, η μάνα ανθίζει
Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς στη Νέα Πέραμο ήταν υγρό και σκληρό. Βροχή χτυπούσε στα παράθυρα του αγροτικού ιατρείου απ το πρωί, λες και ζητούσε να μπει μέσα να ζεσταθεί. Κάθομαι, ξεφυλλίζω φακέλους, και στην ψυχή μου νιώθω την ανησυχία να με βασανίζει. Τίποτα το σοβαρό, κανείς δεν είναι βαριά άρρωστος, κι όμως ένα σφίξιμο, σαν τα έντομα πριν τη μπόρα, γυρνάει συνεχώς μέσα μου.

Ξαφνικά η πόρτα τραντάζεται και σκεπάζεται απ το βάρος. Στο κατώφλι στέκεται η Βέρα Μανωλάκη.

Αχ, Βερούλα Πενήντα-κάτι είναι, μα φαίνεται πιο νέα απ ό,τι πρέπει. Το γκρίζο μαντίλι της γλιστράει, το πανωφόρι κρέμεται στους αδύναμους ώμους της σαν να είναι κρεμάστρα, και κάτω απ τα μάτια μαύροι κύκλοι λες και έχει περάσει χρώμα. Τα χέρια της, κόκκινα και πρησμένα απ το παγωμένο νερό, τρέμουν και γυρνάνε αμήχανα μια κουμπιά του παλτού.

Μαρία, μουρμουρίζει με φωνή αρρωστημένη, δώσε μου κάνα φάρμακο Η καρδιά μου χτυπάει, φτάνει μέχρι τον λαιμό Και στη μάνα μου λίγο βαλεριάνα. Πάλι κρίση, όλο το βράδυ ξαγρυπνήσαμε.

Την κοιτάζω πάνω απ τα γυαλιά και με πιάνει κρύος ιδρώτας. Δεν ζει αυτή, σκέφτομαι, όρθια μπροστά μου είναι αλλά η ζωή της στάζει από μέσα, σαν νερό από ξερό πηγάδι.

Κάτσε, της λέω, και πιάνω το πιεσόμετρο. Τι το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, Βέρα μου; Δεν έχεις πρόσωπο, μαράζωσες.

Δεν έχω καιρό, Μαρία. Δε κάθεται καν, ακουμπάει στην κάσα. Η μάνα μόνη, μπορεί να θέλει νερό, μπορεί η πίεση να ανέβει. Τρέχω. Δώσε τα φάρμακα μόνο.

Της δίνω τα μπουκαλάκια, τα αρπάζει με τα άκαμπτα δάχτυλα και έξω. Μόνο ο κρύος αέρας με ξεσηκώνει στη στιγμή. Τη βλέπω απ το παράθυρο να σέρνεται σκυφτή στη λάσπη προς το σπίτι της και σκέφτομαι: «Θεέ μου, γιατί της έδωσες τέτοια μοίρα;». Δεν έχει μάνα μέσα, έχει μια πέτρα στο λαιμό.

Η κυρία Ζήνα Μανωλάκη ήταν γυναίκα δυναμική, με φωνή δυνατή. Όλη της τη ζωή στο κοινοτικό συμβούλιο, με πάθος διαταγές. Μόλις βγήκε στη σύνταξη, σωριάστηκε.

«Τα πόδια, λέει, με προδίδουν. Η καρδιά, φωνάζει, σταματάει.»

Δέκα χρόνια ξαπλωμένη. Δέκα χρόνια η Βέρα γύρω της, να τη φροντίζει.

Την επόμενη μέρα, δεν άντεξα, ντύθηκα και πήγα στο σπίτι τους. Προφασιζόμενη επίσκεψη Μπαίνω πεντακάθαρα, τα πατώματα τρίζουν, και μυρίζει όχι αρρώστια, όχι. Μυρίζει πίτα και λαχανικά με λαδάκι.

Η Ζήνα πάνω στο κρεβάτι σαν βασίλισσα. Μαξιλάρια βουνό στο βεβαίωμα. Πρόσωπο κόκκινο, χωρίς ρυτίδα, μάτια λαμπερά, κοφτερά.

Α, Μαρία! βροντά. Ήρθες τελικά; Από τη Βέρα τίποτα δεν περιμένεις, κάνει προς τη κουζίνα, βοήθεια δεν δίνει. Της λέω: «Βέρα, με καίει το στήθος», και αυτή: «Μάνα, μόλις τελειώσω το γάλα». Πιο πολύ λυπάται την αγελάδα παρά τη μάνα της!

Η Βέρα φέρνει κουβά νερό, βαρύς, με σμάλτο. Τα πόδια της λυγίζουν, η πλάτη γερμένη. Αφήνει τον κουβά, γονατίζει και αρχίζει να σκουπίζει το πάτωμα. Σιωπηλή. Μόνο το σφύριγμα της ανάσας ακούγεται.

Ζήνα, της λέω αυστηρά, λίγο συμπόνια στη κόρη σου. Μάραζε, έγινε διάφανη.

Συμπόνια; σηκώνεται η Ζήνα. Εμένα ποιος θα με λυπηθεί; Την μεγάλωσα, ξενύχτησα, τώρα τι; Δεν μπορώ ούτε ένα ποτήρι νερό να ζητήσω; Αυτός είναι ο σταυρός μου, Μαρία, η κατάρα της αρρώστιας. Αυτή η κόρη, έχει υποχρέωση.

Την κοιτάζω και βλέπω: έχει υγεία για τρεις. Η ασθένειά της λέγεται «Αγάπη στον εαυτό χωρίς μέτρο». Ρουφάει τη ζωή της κόρης σαν αράχνη το θύμα της. Και πιστεύει όντως ότι είναι άρρωστη. Τόσο που το πιστεύουν όλοι.

Η Βέρα σκυφτή, μόνο σκουπίζει. Σκουπ-σκουπ. Σκουπ-σκουπ. Αυτός ο ήχος ακόμα στα αυτιά μου. Ήχος απελπισίας.

Πέρασε ένας μήνας. Ο χειμώνας έφτασε, πρώτα χιόνια, τραχιά και κακά.

Βράδυ, πίνω τσάι με κουλούρια, όταν χτύπημα στο παράθυρο. Τόσο δυνατά που το γυαλί τρέμει.

Ανοίγω ο μικρός απ απέναντι, ο Πέτρος. Μάτια τεράστια.

Μαρία! Τρέξε! Η θεία Βέρα έπεσε! Στο πηγάδι! Δεν σηκώνεται!

Δεν θυμάμαι πώς έτρεξα. Τα γέρικα πόδια μου πήγαν μόνα τους. Φτάνω. Η Βέρα ξαπλωμένη στο χώμα, κουβάδες δίπλα, νερό χυμένο και ήδη πάγος. Πρόσωπο άσπρο σαν το χιόνι, χείλη μπλε.

Με τη βοήθεια των αντρών τη φέραμε στο σπίτι.

Η Ζήνα από το υπνοδωμάτιο φωνάζει:

Ποιος κάνει φασαρία; Βέρα! Πού γυρνάς; Η θερμοφόρα μου κρύωσε!

Γέρνω στη Βέρα, πιάνω σφυγμό μια κλωστή. Έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Κάλεσαν ασθενοφόρο, τη πήραν στο νοσοκομείο. Εμφραγμα. Βαρύ.

Η Ζήνα έμεινε μόνη.

Μπαίνω στο δωμάτιο της. Κάθεται και πετάει βλέμματα.

Πού είναι η Βέρα; Ποιος θα μ αδειάσει την πάπια; Ποιος θα φτιάξει κουάκερ;

Η Βέρα στο νοσοκομείο, της λέω σκληρά, την τελείωσες, Ζήνα. Πεθαίνει.

Ψέματα! ουρλιάζει. Το κάνει επίτηδες! Θέλει να φύγει! Να αφήσει τη μάνα αβοήθητη! Εγωίστρια!

Νιώθω τόση αηδία, αγαπητοί μου ήθελα να φτύσω, μα ο όρκος του Ιπποκράτη δεν μ αφήνει. Ήπια νερό, έδωσα φάρμακο και έφυγα. Σκεφτόμουν, πώς θα τα βγάλει πέρα τώρα;

Η μοίρα όμως έχει φαντασία. Την επόμενη μέρα, έρχεται το λεωφορείο στο χωριό κι από μέσα βγαίνει η Νάντια. Εγγονή της Ζήνας, κόρη της Βέρας.

Τη Νάντια δεν την αγαπούσαν στο χωριό. Δέκα χρόνια είχε φύγει στην Αθήνα με το που τελείωσε το λύκειο. Δεν ξαναγύρισε ούτε μία φορά. Έλεγαν πως τους βλέπει αφ υψηλού. Η Βέρα πάντα έκλαιγε γι αυτή σιωπηλά, έγραφε γράμματα αλλά απάντηση ποτέ.

Κι όμως, τώρα ήρθε. Δερμάτινο μπουφάν, κοντό, μοντέρνο κούρεμα, βλέμμα σταθερό, σκληρό. Δεν μοιάζει ούτε στη μάνα, ούτε στη γιαγιά.

Πρώτα έρχεται σε εμένα.

Πώς είναι η μαμά; ρωτά απότομα.

Κατά πολύ χειρότερα, της λέω. Στη μονάδα εντατικής. Οι γιατροί λένε πως έχει εξαντληθεί τελείως. Ο οργανισμός τα έδωσε όλα.

Η Νάντια σφίγγει τα χείλη, τα ζυγωματικά σκληραίνουν.

Κατανοητό. Θα πάω στη γιαγιά.

Τι έγινε εκεί, όλο το χωριό αναρωτιόταν. Μία μέρα αργότερα περνάω απ το σπίτι τους και ακούω φωνές. Η Ζήνα ουρλιάζει. Νομίζω θα τη σκοτώσουν. Μπαίνω.

Εικόνα ζωγραφιάς. Η Ζήνα στο κρεβάτι κατακόκκινη, τα χέρια ανεμίζουν. Μπροστά της η Νάντια, σαν βράχος. Κρατάει ένα πιάτο με σούπα.

Δεν θα το φάω! φωνάζει η γιαγιά. Είναι άγλυκο! Και κρύο! Η Βέρα μου έδινε πάντα φρέσκο, καυτό! Πού είναι η κόρη μου;

Είναι στο νοσοκομείο, επειδή εσύ την έφερες εκεί, λέει η Νάντια σταθερά. Εγώ δεν είμαι Βέρα. Δεν θα βάλω παραπάνω αλάτι. Δεν θέλεις, μην τρως. Όταν πεινάσεις, η σούπα είναι εκεί.

Αφήνει το πιάτο στο τραπεζάκι, γυρίζει και φεύγει.

Νερό! φωνάζει η Ζήνα. Δώσε μου νερό, αχάριστη! Πεθαίνω!

Η Νάντια στην πόρτα γυρίζει, λέει:

Εκεί το κανάτι. Εκεί το ποτήρι. Τα χέρια σου δουλεύουν; Προχώρα.

Νόμιζα, πως η Ζήνα θα πεθάνει απ την έκπληξη. Δέκα χρόνια δεν είχε πιάσει ποτήρι!

Μαρία! με βλέπει. Μάρτυρα θέλω! Με αφήνει να πεθάνω απ την πείνα! Με βασανίζει!

Η Νάντια με κοιτάει τόσο βαθιά με τα γκρι της μάτια, που βγήκαν δάκρυα απ τα δικά μου. Δεν ήταν σκληρότητα, αγαπητές μου. Ήταν χειρουργική ακρίβεια. Έκοβε τη σήψη, να φύγει το πονεμένο.

Δυο βδομάδες η Νάντια «εκπαίδευε» τη γιαγιά. Σκληρά.

Την πάπια δεν θα την αδειάζω. Εκεί είναι το ειδικό κάθισμα. Μπορείς; Μετακινήσου.

Το κρεβάτι; Τελείωσε. Έχεις χέρια.

Αν φωνάζεις, θα κλείσω την πόρτα και θα πάω στο μποστάνι.

Το χωριό μουρμούριζε: «Θα σκοτώσει τη γριά, ακούς;». Εγώ σιωπούσα. Γιατί έβλεπα: η Ζήνα ξύπνησε!

Στην αρχή ήταν έτοιμη να σκάσει απ το θυμό και την πείνα. Μετά άρχισε να κινεί το κουτάλι μόνη. Μετά, επειδή η Νάντια δεν της έδινε νερό επίτηδες, την είδα να σηκώνεται! Κρατιόταν απ το κρεβάτι, μα στάθηκε.

Ένα μήνα μετά, η Βέρα πήρε εξιτήριο.

Την έφερε η Νάντια με ταξί. Η Βέρα ακόμα αδύναμη, χλωμή, αλλά όχι διάφανη πια. Προχωράει, κρατιέται απ την κόρη, διστάζει να μπει στο σπίτι. Νομίζει ότι πάλι θα αρχίσει το «Πού ήσουν, τεμπέλα, με τσουτσουνούδες το πόδι μου γαργαλάει».

Μπαίνουν στο σπίτι. Σιγή.

Το δωμάτιο της μάνας άδειο. Το κρεβάτι στρωμένο.

Η Βέρα πιάνει την καρδιά της.

Πέθανε;

Όχι, γελάει η Νάντια. Είναι στην κουζίνα.

Πηγαίνουν. Εκεί η κυρία Ζήνα Μανωλάκη. Κάθεται στο τραπέζι, σκουφάκι με χρυσό σιρίτι, καθαρίζει πατάτες. Μόνη της!

Βλέπει τη Βέρα, αφήνει το μαχαίρι.

Σιγή, τόσο έντονη που ακούγεται το ρολόι: τικ-τακ, τικ-τακ.

Η Βέρα ακουμπάει στον τοίχο, δακρύζει.

Μάνα σηκώθηκες

Η Ζήνα κοιτάει τη Βέρα, μετά την Νάντια. Το βλέμμα της παράξενο, όχι κακό. Σαν να ξύπνησε πρώτη φορά εδώ και χρόνια.

Με τούτη την αστυνόμο, γκρινιάζει χωρίς πικρότητα. Αναγκάζεσαι να σηκωθείς.

Σιωπά και λέει ήρεμα:

Κάθισε, Βέρα. Η πατάτα κρυώνει.

Τους κοιτάζω, νέους και γέρους, και σκέφτομαι: πόση δύναμη σπαταλάμε στους χειρισμούς, στα παιχνίδια αρρώστιας και δυστυχίας. Η ζωή είναι μία, δεν ξαναγράφεται. Και καμιά φορά για να σώσεις άνθρωπο, πρέπει να του τραβήξεις το μαξιλάρι κάτω απ το κεφάλι όχι να το φτιάχνεις.

Ο χειμώνας πέρασε. Τα χιόνια έλιωσαν, ξεπλένοντας μαζί και την παλιά, μουχλιασμένη ζωή.

Ήρθε ο Μάιος. Ξέρετε πώς είναι ο Μάης στη Νέα Πέραμο; Ο αέρας γεμάτος αρώματα από αγριοκερασιές, που τον τρως με κουτάλι. Τα βράδια μπλε, βαθιά, και τα αηδόνια τραγουδάνε στην ρεματιά ξεσηκώνουν την ψυχή.

Περνάω το βράδυ απ το σπίτι των Μανωλάκη.

Καινούρια πύλη, βαμμένη φρεσκο. Στον κήπο κόκκινες τουλίπες καμάρι της Βέρας.

Στο προαύλιο τραπέζι στρωμένο. Το μπρίκι στην άκρη, γυαλίζει στη δύση του ήλιου.

Κάθονται τρεις.

Η Ζήνα στην αναπηρική καρέκλα (μακριά δεν μπορεί), αλλά πια κρατάει μόνη την κούπα, βουτάει το μπισκότο. Μαντίλι γιορτινό, με λάμψη.

Η Νάντια δίπλα, γελάει σε κάτι, το laptop στα πόδια δουλεύει εξ αποστάσεως πια απ εδώ.

Και η Βέρα περπατάει στον κήπο. Όχι σκυμμένη, αλλά όρθια. Σιγά, ψηλαφώντας τα κλαδιά της μηλιάς, μυρίζει το λευκό άνθος. Το πρόσωπο της ήρεμο, φωτεινό. Οι ρυτίδες εκεί, μα τα μάτια ζωντανά.

Με βλέπει η Βέρα, μου κάνει νόημα:

Μαρία! Έλα για τσάι! Άνοιξα το γλυκό φραγκοσταφυλιού που σου αρέσει!

Μπαίνω, η πόρτα τρίζει γνώριμα, σαν σπίτι. Κάθομαι μαζί τους. Τσάι καυτό, δυναμωτικό, με αχνό.

Ξέρεις, Μαρία, λέει ξαφνικά η Ζήνα, κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα.

Νόμιζα ότι η αγάπη είναι να σου προσφέρουν ό,τι θες, όπως το θες. Μα να που Η αγάπη είναι να μη σε αφήνουν να εγκαταλείψεις, να σου δίνουν δύναμη να ζήσεις κι όταν δεν έχεις πια κουράγιο.

Η Βέρα την αγκαλιάζει. Η Νάντια ακουμπάει το χέρι στην γιαγιά της.

Έτσι καθόμαστε, ησυχία, μόνο ο γρύλος παίζει κοντά στη σόμπα, κι έξω μια αγελάδα μουγκρίζει γυρίζει το κοπάδι. Τι καλά, Θεέ μου. Τι γαλήνια. Και πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά από εδώ και πέρα.

Κοιτάζω τώρα το αγροτικό μου ιατρείο, τους σκονισμένους δρόμους και τα σπίτια με τις σκαλιστές πόρτες και σκέφτομαι: δεν υπάρχει καλύτερη γη στον κόσμο απ το χωριό, όταν είναι ειρήνη στο σπίτι. Εδώ κι ο αέρας είναι φάρμακο, κι η γη σου δίνει δύναμη αν ξεριζώσεις απ την καρδιά την κακία, σαν αγριόχορτο.

Σήμερα κατάλαβα: καμιά φορά, για να θεραπεύσεις, πρέπει να κόψεις το οικείο δεσμό και να δώσεις στον άλλον χώρο να αναπνεύσει. Αυτό με άλλαξε.

Oceń artykuł
Η κόρη μαράζωνε, η μάνα άνθιζε Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς στο Ζαρέτσι ήταν σκυθρωπό, κακό. Η…