Δεν ξέρω γιατί, αλλά από μικρή θυμάμαι να περιτριγυρίζομαι από παραδείγματα σχέσεων πεθεράς-νύφης στη ζωή μου. Από παιδί ακόμα, η καθημερινότητά μου ήταν γεμάτη με αλληλοτριβές μεταξύ γυναικών διαφορετικών γενιών.
Στην αρχή παρακολουθούσα τους «πολέμους» της προγιαγιάς με τη γιαγιά μου. Μέχρι να εγγραφώ στο νηπιαγωγείο, οι γονείς μου με άφηναν στη γιαγιά. Εκεί, σε εκείνο το διαμέρισμα στα Πατήσια, γνώρισα τι σημαίνει πραγματική κόλαση. Λες και συζούσαν δυο τελείως διαφορετικές γυναίκες: αφενός, η μια γιαγιά ήταν γεμάτη στοργή, μου πρόσφερε γλυκίσματα, μου διάβαζε παραμύθια και ζωγράφιζε μαζί μου. Αφετέρου, η άλλη, γεμάτη αγανάκτηση, φώναζε θυμωμένη στη μόνιμα κατάκοιτη πεθερά της, αναστενάζοντας για τα βάσανα που της έτυχαν, και ξεστόμιζε φράσεις όπως: «Πότε θα πεθάνεις επιτέλους;»
Όταν πέθανε η προγιαγιά, αφήσαμε το νοικιασμένο διαμέρισμά μας και μετακομίσαμε στης γιαγιάς και ξεκίνησε νέο μέτωπο: μητέρα με πεθερά. Καμιά φορά, ακόμα και οι γείτονες χτυπούσαν την πόρτα και μας παρακαλούσαν να κάνουμε ησυχία. Μα η σιωπή δεν διαρκούσε ποτέ πολύ.
Ήμουν ήδη τελειόφοιτη λυκείου όταν κηδέψαμε τη γιαγιά. Η μητέρα μου, από εγωισμό, δεν πενθούσε ούτε λεπτό. Μόλις πέρασαν οι εννιά μέρες, έκανε κυριολεκτικά επανάσταση στο σπίτι· μάζεψε όλα τα πράγματα της γιαγιάς όπως ήταν και τα πέταξε στα σκουπίδια. Όταν ο πατέρας μου γύρισε από τη δουλειά, σοκαρίστηκε από τη συμπεριφορά της συζύγου του προς τη γιαγιά του, παρότι είχε πεθάνει. Εκείνο το βράδυ, φασαρίστηκαν ώρες που τελικά στάθηκε σίγουρα αφορμή για το διαζύγιό τους. Έξι μήνες μετά, ο πατέρας μου έφυγε
Με τον Σταύρο παντρευτήκαμε απλά και λιτά. Δεν μπορούσαμε να νοικιάσουμε δικό μας σπίτι, κι έτσι, λίγο πριν παντρευτούμε, κατάλαβα πως θα έπρεπε να μείνω με τη μητέρα του. Στο μυαλό μου ερχόταν συνέχεια τα σκηνικά που είχα δει ως παιδί, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα κρατήσω τουλάχιστον πολιτισμένη στάση με την πεθερά μου. Δεν χρειαζόταν να γίνουμε φίλες, αλλά ούτε να τσακωνόμαστε και να χαλάμε τη ζωή η μία της άλλης.
Έβαλα τα δυνατά μου, και για έναν χρόνο ολόκληρο, μάζεψα όλη μου την υπομονή και δεν αντέδρασα σε καμία ειρωνεία ή παρατήρηση της πεθεράς, που αφορούσε από το καθάρισμα και το πλυντήριο μέχρι το φαγητό. Δεν έβριζε ποτέ κανονικά, αλλά οι σπόντες της έφταναν για να με κάνει να νιώθω ότι είμαι άσχετη και εκείνη, η αρχόντισσα του σπιτιού.
Μετά από ένα ακόμη «μάθημα ζωής» από την πεθερά, πήρα την απόφαση: έπρεπε να συζητήσουμε. Αγόρασα μια τούρτα, ζήτησα από τον Σταύρο να μας αφήσει μόνες και ξεκίνησα λέγοντάς της τις δικές μας οικογενειακές ιστορίες ιστορίες γυναικών που μοιάζουν. Πρότεινα, αντί να φτάσουμε ξανά σε φασαρίες και πίκρες, να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να ζούμε σαν καλοί γείτονες.
Η πεθερά με διέκοψε, έσπρωξε μακριά το γλυκό και μου είπε ξεκάθαρα: «Η κυρά του σπιτιού είμαι ΜΟΝΟ εγώ. Θα σου μιλάω όπως θέλω, κι εσύ καλύτερα να μην μου ξαναμιλήσεις. Μην σε ξαναδώ μπροστά μου, μπες-βγες στα μουγκά.»
Όταν μπήκε ο Σταύρος, με κοίταξε με αγωνία, όμως, απλώς του έγνεψα αρνητικά. Η πεθερά όμως πετάχτηκε από το δωμάτιο: «Ε, συγκάτοικε, το φαγητό έτοιμο για τον γιόκα σου είναι ή να περιμένει;»
Της είπα πως, αν συνεχίσει έτσι, σε βαθιά γεράματα δεν θα έχει κανέναν να της ζεσταίνει το πιάτο και τότε έγινε χαμός. Ο Σταύρος προσπάθησε να μας ηρεμήσει, αλλά μετά από έναν χρόνο καταπίεσης, τα ξέσπασα όλα
Για να σώσουμε τον γάμο μας, ξενοικιάσαμε επιτέλους ένα μικρό σπίτι, όσο δύσκολο κι αν ήταν οικονομικά. Σιγά σιγά σταθήκαμε στα πόδια μας ακόμη και στεγαστικό δάνειο πήραμε σε κάποια φάση για να αποκτήσουμε δικό μας σπίτι. Εκείνη την περίοδο, η πεθερά αρρώστησε σοβαρά και χρειαζόταν φροντίδα. Θυμημένη τα παιδικά μου βιώματα, αρνήθηκα κατηγορηματικά να γίνω νοσοκόμα της.
Πρότεινα στον Σταύρο να βρει μια οικογένεια που θα περιποιείται τη μητέρα του με αντάλλαγμα την κληρονομιά του διαμερίσματος, και τελικά πείστηκε. Δοκιμάσαμε αρκετούς, κανείς δεν άντεξε πάνω από δύο εβδομάδες, πληρώναμε τις φροντίστριες με ευρώ, και όλοι έφευγαν, λέγοντας πως με την πεθερά δεν συναντήσεις άκρη. Τελικά βρέθηκε ένα ζευγάρι που επιβίωσε δυο μήνες. Υπογράψαμε συμβόλαιο: εκτός από το σπίτι, τους δώσαμε και δικαίωμα να αξιολογούν τη φροντίδα που παρείχαν.
Γι αυτό, πιστεύω ότι τελικά το πρόβλημα δεν ήμουν εγώ στις σχέσεις με την πεθερά. Κανείς δεν θα πάλευε τόσο για αυτό το σπίτιΚάποια βραδιά, ενώ καθόμουν με τον Σταύρο στο μπαλκόνι του καινούριου μας σπιτιού, τον ρώτησα: «Τι πιστεύεις πως μας έμαθαν αυτές οι γυναίκες;» Χαμογέλασε πικρόγλυκα και έγειρε το κεφάλι του στον ώμο μου. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, νιώθοντας τους ήχους της πόλης να χάνονται μέσα στη νύχτα.
Κατάλαβα τότε πως το πραγματικό δίδαγμα δεν ήταν ούτε οι προστριβές, ούτε οι διαμάχες, ούτε η κληρονομιά. Ήταν η ελευθερία να ορίζεις εσύ τα όριά σου να μην επιτρέπεις σε κανέναν να σου υπαγορεύει πώς να ζεις, να μην εγκλωβίζεσαι στους ρόλους που άλλοι διάλεξαν πριν από εσένα. Για πρώτη φορά, κοιτάζοντας μπροστά, ένιωσα πραγματικά ενήλικη. Δεν χρειάστηκε να μισηθώ με την πεθερά μου ούτε να μοιάσω στη μητέρα μου. Και, το κυριότερο, δεν χρειάστηκε να γίνω θύμα ή θύτης αυτής της περίεργης κληρονομιάς.
Ίσως, λοιπόν, η απάντηση δεν βρίσκεται στο πώς να μαλώσεις ή να αντέξεις, αλλά στο πώς να χαράξεις τη δική σου διαδρομή ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να πεις «αρκετά» και να κάνεις ένα βήμα έξω από τα οικογενειακά πρέπει. Από εκείνη τη βραδιά και μετά, αποφάσισα πως ό,τι κι αν γίνει με τον Σταύρο, με τα παιδιά μας, ή με τις γενιές που έρχονται, το σημαντικότερο θα είναι πάντα να αγαπάς χωρίς να ξεχνάς να προστατεύεις τον εαυτό σου.
Και μέσα σε εκείνο το μικρό, ζεστό μας σαλόνι, ανάμεσα στην ησυχία και στα όνειρά μας, πίστεψα για πρώτη φορά πως ο κύκλος είχε σπάσει.





