Η κοπέλα καθόταν στο κρεβάτι, με τα πόδια μαζεμένα και επαναλάμβανε εκνευρισμένα:

Ήμουν εκεί, στο πατρικό τμήμα του νοσοκομείου Εθνικής Υγείας στην Αθήνα, όταν μια νεαρή γυναίκα, η Ελένη, κάθισε στο κρεβάτι της, τράβηξε τα πόδια της και άρχισε να επαναλαμβάνει, με αυξάνα προχώρημα:

Δεν τον θέλω. Απομακρύνομαι από αυτόν. Θέλω μόνο τον Ανδρέα και αυτός είπε ότι δεν θέλει παιδί. Άρα και εγώ δεν το θέλω. Κάντε ό,τι θέλετε μαζί του· δεν με νοιάζει.

Η αρχαία νοσηλεύτρια, η κυρία Σοφία, την κοίταξε με απορία.

Παιδί μου, αυτό είναι βαρβαροσύνη· άφησες το δικό σου παιδί. Τα ζώα δεν το κάνουν είπε.

Τα ζώα τι να κάνουν! Απομακρύνετέ με άμεσα, αλλιώς θα το ποντίσω φώναξε η νεογένεια γυναίκα, με έντονο πανικό.

Εσύ, κορίτσι, αμαρτωλή ψυχή, να πασχέσω, Θεέ μου σαλπάρει η Σοφία, καθώς η εμπειρία της ήξερε πως η ιατρική δεν θα τα έκανε.

Η Ελένη είχε μεταφερθεί από το τμήμα γέννας στο παιδικό τμήμα μόλις πριν από μια εβδομάδα. Ήταν αθέμιτη, αμφισβητούσα, αρνήθηκε να θηλάσει το μωρό, παρόλο που η γιατρός του παιδιού, η νεαρή Αγγέλα, προσπαθούσε ασταμάτητα να την πείσει. Η Ελένη μόνο έδωσε το γάλα με χυλόμετρο, κι επειδή δεν υπήρχε πού να το βάλει, η Αγγέλα έπρεπε να το παίρνει.

Η Αγγέλα, νεαρή παιδίατρική, τρέχει πίσω από την ερεθιστική αυτή μητέρα. Όταν η Ελένη είπε ότι θα φύγει αν δεν αλλάξει κάτι, η Αγγέλα κάλεσε τη Σοφία, η οποία περνούσε μια ώρα προσπαθώντας να την πείσει να μείνει. Η Σοφία όμως, μετά χρόνια δουλειάς, είχε δει τέτοιες μητέρες· μπορούσε να την κρατήσει εδώ τρεις μέρες ακόμα, να τη σκέφτει, να ηρεμήσει.

Μόλις η Ελένη άκουσε ότι έχει τρεις μέρες, ξέσπασε.

Είστε τρελές! Ο Ανδρέας είναι ήδη θυμωμένος με εμένα για αυτό το καταραμένο μωρό, και τώρα εσείς μου προσθέτετε φορτίο. Αν δεν πάω με αυτόν στη νότια Ελλάδα, θα πάρει το παιδί από μένα φώναξε, κλαίγοντας.

Η Σοφία, αποσπασμένη, άγγιξε τη μπάλα της βαλσαμικού και έπρεπε να βγει από το δωμάτιο. Η αρχική ιατρός, η Μαρία, η οποία είχε σιωπήσει όλη τη διάρκεια, ακολούθησε.

Στο διάδρομο, η Μαρία ρώτησε ήσυχα:

Πιστεύετε ότι το παιδί θα είναι καλά με μια τέτοια μητέρα; Μπορούμε να το ονομάσουμε μητέρα;

Παιδί μου είπε η Σοφία. Τι να κάνουμε; Αν δεν το πάρουν στο Φύλο της Γενιάς (Γεννήσιοι Φορείς), το στέλνουν στο Παιδικό Σπίτι. Θα πρέπει να μιλήσουμε με τους γονείς. Βρες μου τα στοιχεία τους· χρειάζομαι να μιλήσω.

Την επόμενη μέρα η Ελένη έφυγε. Η Σοφία τηλεφώνησε στους γονείς του παιδιού, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να μιλήσουν. Μέσα σε δύο μέρες ήρθε ο πατέρας ένας αυστηρός, σκληρός άνθρωπος. Η Σοφία προσπαθούσε να του προτείνει να δει το μωρό, αλλά εκείνος απάντησε ότι δεν τον ενδιαφέρει. Θέλησε να στείλει τη δήλωση του αποχωρισμού μέσω οδηγού του.

Δεν θα πάει έτσι απάντησε η Σοφία. Πρέπει η μητέρα να έρθει προσωπικά· δεν θα το αποδεχτούμε. Αν δεν ακολουθήσει τους κανόνες, θα έχουμε πρόβλημα. Ο άντρας άφησε τη θέση του, σκεπτόμενος να στείλει τη σύζυγό του.

Την επόμενη μέρα εμφανίστηκε μια μικρή, άσπρη γυναίκα, η Μαρία, η σύζυγος του πατέρα, η οποία άρχισε κλαίγοντας. Είπε ότι οι γονείς του παιδιού είχαν φύγει στο εξωτερικό, ότι ήταν πλούσιοι άνθρωποι με μεγάλα σχέδια, και ότι το παιδί ήταν ένα «μαγικό» κεφάλι. Η μητέρα της Ελένης, που είχε έρθει με το αυτοκίνητο, έλεγε ότι θα πάει με τον Ανδρέα, ακόμη κι αν «το κόσμους ξεσπά» φώναζε.

Η Σοφία έδωσε στην Μαρία λίγη βαλσαμική, ελπίζοντας να ξυπνήσει τα συναισθήματα της. Η Μαρία άφησε δάκρυα στο πρόσωπό της, αλλά αντί για παρηγοριά, το παιδί άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Η Σοφία πήγε στον αρχικό γιατρό, τον κύριο Παναγή, ο οποίος είχε ξεκινήσει τη δουλειά του ως παιδίατρος. Έλαβε το μωρό και με ένα χαμόγελο ρώτησε τι έτρωγε. Το πήρε το όνομα «Μπουγάς», επειδή το μικρό του σχήμα έμοιαζε με ένα μικρό ψωμάκι.

Ο Μπουγάς έμεινε στο τμήμα για μήνες. Η Αγγέλα τον προσπαθούσε να τον παίζει, να του φέρνει χάντρες κόκκινου χρώματος, να του διαβάζει ιστορίες. Η μητέρα Ελένης έρθετε συχνά, έφερε χρήματα, έλεγε ότι έψαχνε τον Ανδρέα, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να κλάει και να λυπάται. Η Σοφία παρατηρούσε πως η μητέρα έλεγε ότι «η αγάπη» ήταν εντροπία, ενώ εκείνη ήξερε πως ήταν μόνο πόθος.

Καθώς ο Μπουγάς άρχισε να χάνει βάρος, η Αγγέλα τον κρατούσε συνέχεια στην αγκαλιά της, λέγοντας πως δεν είναι πια «μπουγάς», αλλά μάλλον «τηγανίτσα». Όταν πήγε στην αποθήκη, ο Μπουγάς ανέκτησε βάρος και έγινε ξανά «μπουγάς», το αγαπημένο του μικρό παιδί του τμήματος. Του άρεσε να πιάνει τα κοσμήματα που έβαζε η Αγγέλα γύρω του.

Μια μέρα η Ελένη έμαθε τυχαία ότι ο φίλος της, ο Ανδρέας, είχε παντρευτεί κάπου αλλού. Απώθηκε σε οργή, φώναξε ότι όλοι έχουν κανονίσει να τη χωρίσουν από το παιδί. Έγραψε δήλωση αποχώρησης και τη χάρισε στον κύριο Παναγή, τη άφησε στο γραφείο, και έφυγε.

Ο κύριος Παναγής κάλεσε τη Σοφία, η οποία, με βαριά φωνή, είπε:

Έγινε. Η δήλωση είναι έτοιμη. Θα το στείλουμε στο Γραφείο Παιδικής Προστασίας. Τι να κάνουμε πια;

Η Αγγέλα ξέσπασε σε κλάματα. Η Σοφία έβγαλε τα γυαλιά της, τα λειδώσε αργά, ψιθυρίζοντας κάτι για το πόσο σκληρά είναι τα πράγματα. Όταν ο Μπουγάς κοίταξε γύρω, άρχισε να κλαίει ήσυχα, σαν να ήξερε ότι κάτι συνέβη.

Η νοσηλεύτρια, η Μαρία, μπήκε στο δωμάτιο, του έδωσε ένα λουλούδι κοριτσούκι. Ο Μπουγάς άνοιξε τα μικρά του χείλη και άκουσε το κλάμα της. Έπλεξε το χέρι του, σαν να ήθελε να πει «είμαι μαζί σου». Όλοι έκαναν σιωπή.

Τότε ήρθε ένα ζευγάρι, η Λένα και ο Λέων, άντρες γύρω στα τριάντα πέντε, χωρίς παιδιά, που είχαν ονειρευτεί χρόνια να υιοθετήσουν. Η Λένα είχε ένα ζεστό χαμόγελο, ο Λέων ήταν δυνατός, σαν στρατιώτης. Η Σοφία τα καλωσόρισε, τους έδωσε το αρχείο του Μπουγά.

Ποιο είναι το βάρος του στο γέννημα; ρώτησε ο Λέων.

Μία μικρή ψίχα· όμως δεν μας ενδιαφέρει, θέλουμε να τον φιλήσουμε απάντησε η Λένα.

Ο Μπουγάς ξαφνικά άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τη Λένα, έσφιξε το δάχτυλό της και χαμογέλασε. Όλοι γέλασαν. Η Σοφία, με μια βαριά αναπνοή, είπε:

Ας δεχτούμε το παιδί. Θα το πάρετε σπίτι σας;

Δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε, το έχουμε αποφασίσει είπε η Λένα, σταθερά.

Ο Λέων κοίταξε την Σοφία, έσπασε το χαμόγελο του και είπε:

Θα το φροντίσουμε όπως ένας μικρός ήρωας.

Η Λένα έβαλε το χέρι της στην καρδιά του Μπουγά, ο οποίος άρχισε να σφιχτακάμπτει το δάχτυλο της. Οι γιατροί, η Αγγέλα και η Μαρία, αντάλλαξαν βλέμματα. Η Σοφία πήρε μια τελευταία γουλιά βαλσαμικής, έσβησε τα γυαλιά της και είπε:

Ας είναι ένα καινούργιο ξεκίνημα. Ας φύγει από εδώ στον κόσμο που το περιμένει.

Και έτσι, ο Μπουγάς πήγε στο νέο του σπίτι, το βλέμμα του γεμάτο ελπίδα, με ένα μικρό δάχτυλο που κράτησε σφιχτά το χέρι της Λένας, έτοιμος για ένα μέλλον που θα του έδωσε αγάπη, ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω του ήταν σκληρός.

Oceń artykuł
Η κοπέλα καθόταν στο κρεβάτι, με τα πόδια μαζεμένα και επαναλάμβανε εκνευρισμένα: