ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΖΩΗ
Στον γάμο της φίλης μου Ελένης, το γλέντι κράτησε δύο ολόκληρες μέρες: ήπιαμε, φάγαμε και γελάσαμε με την ψυχή μας. Ο γαμπρός, ο Βασίλης, ήταν τόσο όμορφος όσο ο Σάκης Ρουβάς αλλά απίστευτα σεμνός για την σαγηνευτική του εμφάνιση. Όλες οι καλεσμένες χωριστά τον κοιτούσαμε με περιέργεια ουρανί μάτια, βλεφαρίδες μακριές και πυκνές (αλήθεια, γιατί άραγε τέτοια ομορφιά στους άντρες και όχι σε εμάς;), δυναμικό πηγούνι, ρωμαϊκή μύτη και ένα καθαρό, βελούδινο δέρμα με μια ελαφριά καστανή απόχρωση. Και το απόλυτο χτύπημα: σχεδόν δύο μέτρα ύψος και πλάτες φαρδιές σαν παλαίμαχος παλαιστής. Αν δεν αγαπούσαμε τόσο την Ελενίτσα, θα είχαμε τσακωθεί όλοι μαζί για το ποιός θα έπρεπε να κάθεται δίπλα του στο τραπέζι. Ναι, ο Βασίλης ήταν πράγματι ξεχωριστός.
Πώς τα κατάφερες και έπιασες τέτοιο κουκλί; πέσαμε όλες πάνω στην Ελένη με πειράγματα και όλοι προσπαθούσαν να δείξουν όσο γίνεται πιο δυστυχισμένο και παραπονεμένο ύφος, λες και ελπίζαμε κάπου να υπάρχει και για μας ένας τέτοιος λεβέντης ξάδελφος ή φίλος!
Κορίτσια, τι λέτε τώρα; Τον Βασίλη τον αγάπησα γι αυτό που είναι απλός, ντόμπρος, αυθεντικός. Είναι από ένα μικρό χωριό στα Ιωάννινα, μεγάλωσε με τη γιαγιά του, κρατάει το σπίτι του με μαεστρία, χρυσοχέρης άνθρωπος. Τον γνώρισα τυχαία, όταν οι γονείς μου αγόρασαν εξοχικό στο χωριό του. Ήταν ευαίσθητος, ευγενικός και αξιόπιστος. Το αγρόκτημά του άψογο. Πραγματικός άντρας, σας λέω! Για να τον πείσω να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη, πέρασα δέκα νύχτες σε παρακάλια, χαχα.
Ο Βασίλης αποδείχτηκε αστέρι στο να βολεύεται παντού: τα πήγε περίφημα με όλους τους καινούργιους συγγενείς, έμαθε σε λίγα χρόνια να ξεχωρίζει το καλό ούζο, τα αρώματα, τη μόδα, να μιλάει για πολιτική, τέχνη, ταξίδια, τον δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τον αθλητισμό· ξεφορτώθηκε άμεσα τη βαριά προφορά της πατρίδας του. Οδήγησε το αμάξι που τους χάρισε ο πεθερός του, βολεύτηκε σε καλή δουλειά στην εταιρεία του πεθερού του, και το σπίτι τους, διαμέρισμα κανονικό, σας αφήνω να καταλάβετε ποιος τους το έκανε δώρο.
Το δεύτερο χρόνο του γάμου, φανερώθηκε η αλλόκοτη αγάπη του Βασίλη για τις λευκές κάλτσες. Επέμενε να φοράει μόνο αστραφτερές λευκές κάλτσες τόσο στο σπίτι όσο και στις επισκέψεις, χωρίς καν παντόφλες, κι έμπαινε με λευκές κάλτσες ακόμη και σε γαλότσες ή πατούσε ξυπόλητος σε τυχόν βρώμικα πατώματα. Η Ελένη τον άφηνε στην τρέλα του, απλά έπλενε το σπίτι δύο φορές την ημέρα και αγόραζε συνεχώς λευκαντικά. Έτσι προέκυψε και το παρατσούκλι του Βασίλη: «Κάλτσα».
Ότι ο Βασίλης είχε ερωμένη, το έμαθε η Ελένη στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της. Και σαν ειρωνεία, η «άλλη» ήταν κι εκείνη στον ίδιο μήνα. Ο «Κάλτσας» βρέθηκε στον δρόμο σε μία μέρα διώχτηκε, καταράστηκε και θρηνήθηκε σε χρόνο ρεκόρ. Και μετά άρχισαν τα βαριά, υγρά απογεύματα του φθινοπώρου, γεμάτα σιωπή. Η Ελένη πέρασε βδομάδες καρφωμένη στην, ομολογουμένως τεράστια πλέον, κρεβατοκάμαρα κοιτώντας τον ουρανό ανέκφραστη:
Θα κλάψω αργότερα. Τώρα δεν κάνει κακό στο μωρό.
Σαν άλλος Βενιζέλος, ακίνητη στη θέση της, την περιβάλαμε με σιωπηλές βάρδιες, μην τύχει και αφεθεί στον πόνο.
Θέλαμε όλοι να κλάψουμε και να σκίσουμε τις σελίδες αυτού του κακού βιβλίου που μας έτυχε, αλλά έπρεπε μόνο να σωπάσουμε και να περιμένουμε.
Την ημέρα του μαιευτηρίου, κάναμε φασαρία με μπαλόνια, παρακαλούσαμε τις μαίες να μας αφήσουν να φέρουμε ένα καφεδάκι και καλέσαμε όλους να μας ακολουθήσουν για πανηγύρι ως τα αρκουδοχώρια. Ιδιαίτερα ο νιόκοπος παππούς, ο Γιάννης, ξεχώρισε: την παραμονή, κίνησε συγκινημένος και μετά από υπόσχεση στις καθαρίστριες ότι θα τα μαζέψει όλα, έγραψε με κιμωλία τεράστια στραβή επιγραφή κάτω από το παράθυρο του δωματίου της Ελένης: «Ευχαριστούμε για τον εγγονό!», κι έπειτα προσπάθησε να τραγουδήσει, αλλά τον σταμάτησε ο σεκιουριτάς του νοσοκομείου, που όμως τελικά τον συμπόνεσε και του κανε παρέα ρίχνοντας ένα κονιάκ στα κρυφά.
Τη μέρα του εξιτηρίου ο παππούς έλαμπε από χαρά, δάκρυσε από περηφάνια κι αγάπη με την ψυχή του. Κλάψαμε κι εμείς, μαζί του, αγκαλίζαμε την Ελένη, ρίχναμε δειλές ματιές στο γαλάζιο φάκελο, και προσέχαμε να μην πούμε κουβέντα για την ελληνική μύτη που ξεχώριζε στο μικρό Ιγνάτη, μπας και πειράξει το γάλα της Ελένης.
Η Ελένη συνέχισε να σωπαίνει άλλα δύο μήνες, ώσπου μια μέρα σηκώθηκε και πήγε να βρει τον Βασίλη. Όχι για να πάρει φωτιά και να τα σπάσει, αλλά με μια τεράστια ανάγκη να ξεσπάσει να φωνάξει, να τον κοιτάξει κατάματα, να τον ντροπιάσει όπως της άξιζε, να ξεφορτωθεί ό,τι πόνο της έμεινε και να του τα ρίξει όλα πίσω.
Κι ήθελε πολύ να κοιτάξει και τη «χωρίς ντροπή» γυναίκα του «άλλον», αυτήν που κοιμήθηκε με τον άντρα της. Τα μάτια της θα ήταν αναμφίβολα θρασύτατα και, πιθανόν, πανέμορφα. Σ αυτά τα μάτια ήθελε η Ελένη και να φτύσει. Ή και να τα ξεσκίσει αν έπρεπε.
Πού να τους βρει όμως; Η πληροφορία ήρθε εντελώς τυχαία, από τις γεμάτες φροντίδα γιαγιάδες της γειτονιάς, κατά τη διάρκεια μιας βόλτας με το μωρό της. Οι γειτόνισσες τη σταμάτησαν, της είπαν ότι ο Βασίλης είναι «άστα να πάνε», τις είπαν αναλυτικά πού μένει το ζευγάρι πλέον και της πρότειναν σχέδια εκδίκησης.
Έτσι βρέθηκε η Ελένη μπροστά στη σωστή είσοδο μιας παλαιάς πολυκατοικίας στα Κάτω Πατήσια, χρειαζόταν μόνο να φτάσει στον πέμπτο όροφο για να βρει αυτό που ζητούσε.
Στον πρώτο όροφο, φοβήθηκε ότι δεν θα βρει κανέναν σπίτι και πήγαινε τζάμπα. Στο δεύτερο, σκέφτηκε ότι ίσως θα ήταν προτιμότερο να μη βρει κανέναν. Στον τρίτο, άκουσε έντονο βρεφικό κλάμα από τον πέμπτο.
Της άνοιξε μια πολύ αδύνατη κι αναμαλλιασμένη κοπέλα, που σε τίποτα δεν ταίριαζε με την εικόνα του μοιραίου θηλυκού. Ακόμα κι η ίδια τα έχασε κοιτάζοντάς τη, καθώς το μωρό έκλαιγε απαρηγόρητα μέσα από το διαμέρισμα.
Γεια σας, Ελένη. Ο Βασίλης έφυγε πριν δύο βδομάδες. Και δεν ξέρω πού είναι μουρμούρισε η κοπέλα και έκατσε στο πάτωμα, κλαίγοντας.
Η Ελένη δεν ήθελε πια να τσακωθεί. Ήθελε να περάσει στο δωμάτιο, να παρηγορήσει το παιδί αυτής της άτυχης μάνας. Ήθελε μετά να της πει, δήθεν αδιάφορα: «Σαν κάνεις τέτοια, μάθε και να τα πληρώνεις, κοπελιά!». Έπρεπε να της τα χώσει και να κοιτάξει με βλέμμα περιφρονητικό το δικαιούταν πλέον.
Το μωρό ήταν καθαρό. Τα μάτια του πρησμένα, η φωνή του σπάραζε. Ήταν φανερό πως πεινούσε. Το αγόρι ούρλιαζε από την πείνα όσο άντεχαν οι μικροί του πνεύμονες, ενώ η νεαρή μάνα του έκλαιγε λιπόψυχα στο χαλί της εισόδου.
Πώς άνοιξε τα άδεια ντουλάπια, πως έψαξε στον γυμνό ψυγείο για γάλα, η Ελένη το θυμόταν αργότερα με δυσκολία. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε ένα χαρτί με δυο λέξεις: «Συγνώμη. Δεν αντέχω…».
Η κοπέλα σπαρτάρησε από το κλάμα και εξομολογήθηκε στην Ελένη πως δεν είχε πού να πάει· σε λίγες μέρες την πετούσαν από το διαμέρισμα, το γάλα της σώθηκε, ο Βασίλης εξαφανίστηκε, χρήματα δεν υπήρξαν ποτέ. Και πως ντρεπόταν πολύ. Της ζήτησε να τη χτυπήσει αν την ανακουφίσει. Ο μικρούλης λεγόταν Παύλος να μην το ξεχάσει ποτέ η Ελένη, είπε η κοπέλα. Ο Παύλος ήταν μόλις εννέα μέρες μεγαλύτερος από τον Ιγνάτη.
Η Ελένη έτρεξε σπίτι βιαστική σε είκοσι λεπτά, ο Ιγνάτης θα ζητούσε το γάλα του. Δεν ήταν εύκολο όμως: δύο βαριές τσάντες της Ουρανίας τράβαγαν τα χέρια της προς τα κάτω, με την Ουρανία να σέρνεται δίπλα της κρατώντας τον χορτάτο Παύλο που γκρίνιαζε.
Η Ελένη έτρεχε και σκεφτόταν πού να βρουν θέση για άλλα δύο κρεβάτια.
Τρία χρόνια μετά, βρεθήκαμε στο γάμο της Ουρανίας, σε τέσσερα της Ελένης. Ο άντρας της Ελένης απεχθάνεται τις λευκές κάλτσες, λέει πως η ζωή θέλει χρώμα, λατρεύει τη γυναίκα του, το γιο και τις δύο κόρες τους. Η Ουρανία, μάνα τεσσάρων αγοριών, περιμένει ακόμα ένα κοριτσάκιΣτα γλέντια μας, όλοι γελούσαμε δυνατά όταν ο Ιγνάτης κι ο Παύλος πιάνονταν χέρι-χέρι και φώναζαν πως είναι δίδυμοι των διαφορετικών μαμάδων, ενώ η Ελένη και η Ουρανία άλλαζαν ματιές γεμάτες συγκατάβαση και αγάπη μυστική, συνωμοτική, αυτή που πατάει στα ερείπια του χθες και χτίζει γέφυρες για το αύριο. Καμιά μας δεν ξαναμίλησε για τον Βασίλη, ούτε για τα λάθη του, ίσως επειδή καταλάβαμε ότι το πιο δύσκολο στη ζωή δεν είναι να χάνεις, αλλά να μαθαίνεις να ζεις αλλιώς.
Τα καλοκαίρια μαζευόμασταν όλοι στο εξοχικό, ανάμεσα σε παιδιά που έτρεχαν ξυπόλυτα στο γρασίδι, ήχους από ποτήρια που τσουγκρίζουν και το φως του ήλιου που έδυε στα Ιωάννινα, πάντα με χρώμα. Ίσως να φταιγε το γέλιο των μικρών, ίσως τα γλυκά φθινοπωρινά απογεύματα που έγιναν μετά όμορφες αναμνήσεις και όχι βρεγμένοι τοίχοι θλίψης.
Η Ελένη μας κοίταζε γύρω από το τραπέζι, χαμογελούσε πλατιά και, για πρώτη φορά, δεν είχαμε καμιά αγωνία μήπως λυγίσει. Γιατί τώρα, ό,τι και να γινόταν, είχε βρει τη δύναμή της όχι σε κάποιον άντρα, αλλά σε μια αγκαλιά που χωρούσε τη ζωή ολόκληρη: μωρά, φίλες, συγνώμες, καινούργιους έρωτες, ακόμα και ένα ζευγάρι παλιές λευκές κάλτσες ξεχασμένες στο κουτί με τα αζήτητα.
Και σαν τελειώναμε τα φαγητά και τα τραγούδια, η Ουρανία έλεγε πάντα: «Πάλι καλά που οι όμορφοι άντρες φεύγουν, για να κάνουν χώρο στους αληθινούς». Όλοι γελούσαμε και αυτή τη φορά το εννοούσαμε πράγματι. Γιατί, τελικά, η ζωή είναι όντως εκπληκτική όταν την αγαπάς με όποιο χρώμα κι αν σου τύχει.





