Η ΚΑΡΔΙΑ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ Η Τατιάνα γέννησε τη μικρή Νίκη χωρίς να ξέρει ποιος είναι πραγματικά ο πατέρας. Έτσι να πούμε, «γλίστρησε» πριν το γάμο. Ναι, ένας νεαρός την πολιορκούσε έντονα, πάντα ευγενικός και εντυπωσιακός, αλλά ποτέ δεν την ζήτησε σε γάμο. Η Τατιάνα, περήφανη, περπατούσε μαζί του κάτω από το βλέμμα των «ηλιοτρόπιων» γιαγιάδων στη γειτονιά. Ο νεαρός, όμως, δεν δούλευε πουθενά· ζούσε τη ζωή ανέμελα σαν πεταλούδα, με την Τατιάνα να του προσφέρει τα πάντα. Ώσπου μια μέρα της είπε πως βαριόταν μαζί της και δεν τον εκτιμούσε αρκετά — κι αν τον αγαπούσε, ας τον πήγαινε μάλιστα και μία φορά στη θάλασσα. Η Τατιάνα έκλαψε μια βδομάδα, έσκισε και έκαψε τις κοινές τους φωτογραφίες και υπέφερε μόνη για ένα μήνα, μέχρι που γνώρισε τον Βίκτωρα. Ένα πρωί, καθυστερημένη στη στάση του λεωφορείου, δέχθηκε πρόταση από ένα ταξί να την πάει στη δουλειά. Ο οδηγός, ο Βίκτωρας, ήταν ευγενικός, περιποιημένος και η θηλυκή φροντίδα στην εμφάνισή του παρέπεμπε στη μαμά του. Άφησε το τηλέφωνό της για να συνεχίσουν τη γνωριμία τους — και αυτή ήταν η μόνη φορά που βρέθηκε να «μετακινείται» δωρεάν με ταξί. Ο Βίκτωρας την γέμιζε λουλούδια, δώρα και τρυφερότητα, και την άνοιξη έκαναν βόλτα στο δάσος, μαζεύοντας λουλούδια. Μα ένα μεγάλο μπουκέτο που έφτιαξε ο Βίκτωρας το άφησε στο πίσω κάθισμα: «Για τη γυναίκα του;» σκέφτηκε η Τατιάνα, με αμφιβολία. Πολύ σύντομα, η σύζυγος του Βίκτωρα έφτασε στο σπίτι με δύο μικρά παιδιά και της τα άφησε: «Πάρ’ τα εσύ! Αγαπούν τον μπαμπά τους!» Η Τατιάνα, εμβρόντητη, είπε ότι δεν γνώριζε πως είχε ήδη οικογένεια και δε θα γινόταν η αιτία να την διαλύσει. Το ίδιο βράδυ τόν άφησε πίσω της. Ο επόμενος έρωτας στην καρδιά της ήταν ο Μαμούκα, Γεωργιανός. Εμφανίστηκε σαν θύελλα και έφυγε το ίδιο ξαφνικά, επιστρέφοντας στη Γεωργία. Η Τατιάνα ένιωσε παρατημένη και αποφάσισε να ζήσει μόνη της, χωρίς δάκρυα. Κι όμως, όταν τελικά είδε τη ζωή της ως μοναχικής γυναίκας, ανακάλυψε ότι κουβαλούσε μέσα της ένα νέο παιδί. Ποιος ήταν άραγε ο πατέρας; Πώς θα ζούσε; Πώς θα άντεχε; Γέννησε ένα κορίτσι — την ονόμασε Βερονίκη. Το παιδί της ήταν ένα κομμάτι της ίδιας, και του Μαμούκα, και έγινε το νόημα της ζωής της. Με τα μαλλιά και το χαμόγελο του Μαμούκα, η μικρή της θύμιζε τις ξέγνοιαστες μέρες της. Η Βερονίκη ξεκίνησε το σχολείο, κάθισε με τον μικρό Δανιήλ, ο οποίος γρήγορα τσακώθηκε μαζί της. Η Τατιάνα επισκέφθηκε το σπίτι της οικογένειας του Δανιήλ για να μιλήσει με τον πατέρα — τον Αλέξη. Ένας άντρας νοικοκύρης, που έβγαζε και δύο καφέδες με παλιό ελληνικό άρωμα. Η συνάντηση αυτή άλλαξε κάτι βαθιά στην Τατιάνα. Είδε έναν άνδρα γεμάτο τρυφερότητα και αληθινή ανάγκη για συντροφιά — και εκεί ξεκίνησε μια νέα ζωή. Ο Αλέξης, διαζευγμένος και μόνος με το παιδί, πλησίασε όλο και περισσότερο την Τατιάνα. Το καλωσόρισμα, η φροντίδα, το μοίρασμα έγιναν οικογένεια: η μικρή Νίκα και ο Δανιήλ έγιναν αδέλφια, μεγάλωσαν μαζί, κι όταν ενηλικιώθηκαν, παντρεύτηκαν. Η νέα οικογένεια στάθηκε δυνατή, η Τατιάνα και ο Αλέξης βρήκαν αληθινή ευτυχία και, μετά τον γάμο των παιδιών, έκαναν το δικό τους ταξίδι στην ελληνική θάλασσα. Μέσα σε μια εβδομάδα απόλυτης ευτυχίας, ο Αλέξης χάθηκε για πάντα στη θάλασσα. Η Τατιάνα πάλεψε με το πένθος και τον πόνο, όμως με τα χρόνια κατάφερε να ευγνωμονεί τη ζωή για τον Αλέξη και για τα χρόνια που της χάρισε. Σήμερα, πια γιαγιά, κρατώντας τα εγγόνια της βόλτα στο πάρκο, πίνει στην υγειά του την καθημερινή της δόση ελληνικού καφέ, τόσο γνώριμο και αγαπημένο, σαν να είναι εκείνος ακόμα δίπλα της. Η ζωή τελειώνει, μα η αγάπη δε χάνεται ποτέ…

Η ΚΑΡΔΙΑ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ

Η Ευγενία έκανε τη μικρή της, την Αριάδνη, χωρίς πατέρα στο προσκήνιο. Κάτι σαν το γνωστό «παραπάτημα» πριν τον γάμο, που λένε οι γιαγιάδες στις γειτονιές της Αθήνας.

Για την Ευγενία ενδιαφερόταν τότε έντονα ένας νεαρός. Ναι, ωραίος σαν αρχαίος θεός και με τρόπους καλύτερους κι από υπουργού. Για γάμο όμως κουβέντα δεν έλεγε. Η Ευγενία τον έπιανε από το μπράτσο και περνούσε περήφανα μπροστά απ το τάγμα των ηλιοτρόπιων τις γιαγιάδες έξω απ την πολυκατοικία, που γύρναγαν κεφάλι με ταχύτητα φτιαριού σε κάθε περαστικό.

Ο νεαρός δεν είχε δουλέψει ούτε μισή μέρα. Δούλευε μόνο το να «πετάει» στη ζωή σαν πεταλούδα. Η Ευγενία τον τάιζε, τον πότιζε, κοιμόταν δίπλα του. Θα μπορούσε να στρώσει και χαλί πολύχρωμο για χάρη του.

Μια ωραία μέρα, λοιπόν, ο νεαρός της είπε πως βαριέται μαζί της, πως δεν τον εκτιμάει αρκετά σαν άντρα κι ότι επιτέλους, αν τον αγαπούσε, θα τον πήγαινε τουλάχιστον μια βδομάδα διακοπές στη Μύκονο!

Η Ευγενία έκλαψε μια βδομάδα ασταμάτητα. Μετά έσκισε και έκαψε τη φωτογραφία του «ανεκπλήρωτου» έρωτα. Ένα μήνα ολόκληρο υπέφερε μόνη της. Ώσπου, γνώρισε τον Βίκτωρα.

Ένα πρωινό, καθυστερημένη για τη δουλειά, νευρίαζε στη στάση του λεωφορείου όταν σταμάτησε μπροστά της ένα ταξί. Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα και της πρότεινε μια βόλτα. Χωρίς να το σκεφτεί, μπήκε στο αμάξι.

Ο ταξιτζής άρχισε αμέσως την κουβέντα. Η Ευγενία τον ζύγισε. Μέσης ηλικίας, περιποιημένος, ξυρισμένος, με σιδερωμένη πουκαμίσα. Το στιλ του μαρτυρούσε γυναικεία φροντίδα. Η Ευγενία γρήγορα θεώρησε πως τον φροντίζει η μαμά του.

Ο Βίκτωρας, όπως συστήθηκε, ήταν το ακριβώς αντίθετο από τον προηγούμενο γόη. Η Ευγενία του έδωσε το τηλέφωνό της χωρίς δεύτερη σκέψη – μοναδική φορά που έκανε δωρεάν βόλτα με ταξί!

Από τότε άρχισαν τα ραντεβού. Ο Βίκτωρας την έπνιγε στα λουλούδια και τα δωράκια. Ήταν τρυφερός και πάντα ευγενής.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, κάνοντας βόλτα στον Υμηττό, η Ευγενία μάζευε μαργαρίτες με χαμόγελο. Ο Βίκτωρας, με ενθουσιασμό παιδιού, μάζεψε ακόμα μεγαλύτερο μπουκέτο και το τοποθέτησε προσεκτικά στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Για τη γυναίκα του, σκέφτηκε με πίκρα η Ευγενία, αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει. Η γλύκα της άγνοιας, καλύτερη από την πίκρα της γνώσης.

Δεν άργησε να εμφανιστεί στην πόρτα της, με συνοδεία δύο παιδιών, η σύζυγος του Βίκτωρα.

Ορίστε, καλό μου κορίτσι, ανέλαβε τα! Λατρεύουν τον μπαμπά τους! είπε η σύζυγος.

Δεν ήξερα ότι είναι παντρεμένος. Δεν έχω σκοπό να χαλάσω το σπιτικό σας. Κάτω από ξένη σκεπή φωλιά δε φτιάχνω, απάντησε παγωμένη η Ευγενία.

Το ίδιο βράδυ, έδωσε τέλος στο δράμα.

Ο επόμενος ήταν ο Κωνσταντίνος. Απεσταλμένος της τύχης από τη Γεωργία και όχι, δεν μιλάμε για κρασί Μοσχοφίλερο. Ο Κώστας, γεωργιανής καταγωγής, μπούκαρε στη ζωή της σαν αέρας, και βγήκε απότομα.

Γνωρίστηκαν σε πάρτι γενεθλίων φίλης. Ο Κωνσταντίνος πολιόρκησε την Ευγενία με το αστείρευτο κέφι του. Η Ευγενία παραδόθηκε στο χιούμορ και τη γενναιοδωρία του. Ποτέ δεν βαρέθηκε μαζί του οργάνωνε όλο και νέες εκπλήξεις. Όμως, σε λιγότερο από χρόνο, της φόρεσε φτερά φιλιού και τράβηξε για Τιφλίδα. Το ελληνικό κλίμα δεν του πήγαινε ή η μαμά του τον αναζήτησε πίσω.

Η Ευγενία έμεινε μόνη, πονεμένη και θυμωμένη με τη μοίρα της. Αποφάσισε πως καλύτερα μόνη, παρά ξανά δάκρυα.

Και τότε που το πήρε απόφαση να μείνει «παλιά ελευθερώνω», μαθαίνει ότι ήρθε στον δρόμο μια νέα ζωή! Σαν να της πέταγε το σύμπαν ένα «Καλημέρα» μες στα μούτρα Ποιος, πότε, πώς;

Γεννήθηκε κοριτσάκι. Η Ευγενία την ονόμασε Αριάδνη. Η μικρή της έγινε το φως στη ζωή της. Ήταν ίδια ο Κωνσταντίνος, με σγουρά μαλλάκια, μαύρα μάτια και χαμόγελο σα να ήπιε όλη τη ρακή της Γιαννούλας. Μάλλον γιατί η Ευγενία τον είχε αγαπήσει όπως κανέναν. Κάθε που έβλεπε την Αριάδνη της θυμόταν τις τρελές εκείνες νύχτες με χορό και γέλια.

Πολλές φορές ζήλευε τις παντρεμένες φίλες της, αλλά ο χρόνος κυλούσε με τη μικρή και τα κλάματα μπήκαν στην άκρη.

Την πρώτη του Σεπτέμβρη, η Αριάδνη πέρασε την πόρτα του δημοτικού. Την έβαλαν να κάτσει δίπλα στον Παναγιώτη. Του την έσπασε από την αρχή, και εκείνος την αποκάλεσε σγουρή κουτούλα. Ούτε που μπορούσαν να σταθούν δίπλα, πάντα βρίσκονταν στη μέση για καβγά στα διαλείμματα.

Η Ευγενία πήγε να ρωτήσει τη δασκάλα τι συμβαίνει. Εκείνη διστακτικά έδωσε τη διεύθυνση του Παναγιώτη. Μιλήστε καλύτερα με τον πατέρα του.

Η Ευγενία, με τη γνωστή της ορμή, πήγε χωρίς φόβο στο σπίτι του μικρού μπελά.

Της άνοιξε ο πατέρας του Παναγιώτη ένας νέος άντρας με πετσέτα στα χέρια, σα μαέστρος της κουζίνας.

Περάστε, κυρία μου, θα σας κεράσω έναν φραπέ, να ταΐσω πρώτα τον μπελά μου!

Η Ευγενία πάτησε σε δωμάτιο που φώναζε «αρσενική εργένικη φάση»: ρούχα παντού, σκόνη σύννεφο, μυρωδιά τσιγάρο-καραμέλα.

Ο πατέρας επέστρεψε με δίσκο, δύο φλιτζάνια ελληνικού, που η ευωδιά κόλλησε για πάντα στη μνήμη της Ευγενίας.

Τι οφείλω στη γοητευτική σας παρουσία;

Μάνα της Αριάδνης, είμαι, του λέει αυστηρά.

Α, κατάλαβα! Ο δικός μου είναι ξετρελαμένος με την κορούλα σας!

Και για αυτό γύρισε η μικρή με νύχια σαν αγριόγατα; επανέλαβε άγρια η Ευγενία.

Χμμ… Μπα, δεν το κατάλαβα, είπε ειλικρινά απορημένος.

Η Ευγενία ευχαρίστησε, ήπιε λίγο καφέ, και έφυγε.

Το βράδυ δεν κατάφερε να κοιμηθεί· σκεφτόταν τον εργένη οικογενειάρχη, το φλιτζάνι από το ωραιότερο καφενείο. Στο μυαλό της είχε ήδη καθαρίσει το σπίτι, είχε βάλει κουρτίνες, λουλούδια στο περβάζι. Και τον μικρό Παναγιώτη τον χάιδευε ήδη σαν παιδί της.

Ξημέρωσε με καλή διάθεση, ζήτησε από την Αριάδνη να κάνει τα στραβά μάτια με τον συμμαθητή.

Πέρασαν οι εβδομάδες. Στο επόμενο σχολικό συμβούλιο, η Ευγενία ξανασυνάντησε τον πατέρα του Παναγιώτη. «Δεν έχει μαμά το παιδί», κατάλαβε άλλωστε, γιατί να πάει μόνος ο μπαμπάς στη συγκέντρωση;

Ο μπαμπάς, κερδίζοντας πόντους θάρρους, προθυμοποιήθηκε να γυρίσει μάνα και κόρη σπίτι, μια κατασκότεινη νύχτα Δεκέμβρη. Η Ευγενία, αποφασισμένη πια: «Ναι!»
Ονομάστηκε: Σπύρος.

Χάρηκα! Είμαι η Ευγενία, είπε με το κλασικό σπινθηροβόλο της.

Μάλλον άρεσε η Ευγενία στον Σπύρο της πρότεινε να κάνουν Πρωτοχρονιά μαζί. Εκείνη, μετά από εφτά χρόνια μοναξιάς, είπε „Τι έχω να χάσω; Πρίγκιπες γιοκ! Εδώ οι καζάνες”

Ο Σπύρος της εκμυστηρεύτηκε: η πρώην γυναίκα του τον παράτησε για τον κολλητό του, τον Παναγιώτη δε τον έδωσε πίσω ποτέ.

Η Ευγενία και η Αριάδνη μετακόμισαν στου Σπύρου, αλλά πρώτα ρώτησαν τα παιδιά. Αριάδνη κι ο Παναγιώτης κατσούφησαν, αλλά τελικά συμφώνησαν δειλά.

Η ζωή πήρε φόρα: Ο Σπύρος ανέβαινε τα βουνά απ τη χαρά του. Αγόρασαν μεγάλο σπίτι, η Ευγενία έγινε νοικοκυρά ολκής και μαμά για όλα τα παιδιά. Ο Σπύρος δεν ξεχώριζε ποια παιδί του ήταν. Η Ευγενία λάτρευε τον Παναγιώτη σαν δικό της.

Όταν ήρθε ο καιρός, τα παιδιά, Παναγιώτης και Αριάδνη, αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο Σπύρος με την Ευγενία τους έδωσαν την ευχή τους γεμάτοι δάκρυα και τσουγκρίσματα.

Το μήνα του μέλιτος τα παιδιά τον πέρασαν στο Παρίσι. Η Ευγενία πρότεινε στον Σπύρο διακοπές στην Ελαφόνησο.

Ευγενία μου, πάρ τα να αγοράσεις καμιά λαμπάδα! έλεγε εκείνος.

Σπύρο μου, μια φορά να αναπνεύσουμε, μόνοι! επέμεινε η Ευγενία.

Ο Σπύρος, αν και λίγο μίζερος για τα ευρώ, τελικά δέχτηκε.

Έζησαν μια βδομάδα όνειρο στο παραθαλάσσιο θέρετρο. Ο Σπύρος έδωσε ρέστα: λουλούδια, κομπλιμέντα, σ αγαπώ που έκανε τις γειτόνισσες να βγάζουν το μαντήλι.

Την τελευταία μέρα, βγήκαν στην παραλία χαράματα. Εκείνος τη φίλησε γλυκά και της είπε μελαγχολικά:

Ευγενία μου, σε λατρεύω Θα μπω να βραχώ πριν φύγουμε.

Δεν τον ξαναείδε ποτέ. Τον έχασε η θάλασσα, με μπουνάτσα, στα 55 του. Οι διασώστες δεν τον βρήκαν. Η Ευγενία έμεινε μόνη, με την απώλεια να τη διαλύει. Γιατί αυτός; Γιατί σαράντα κύματα να γίνει χήρα; Γιατί δεν του είπε ότι τον αγαπά όσο τίποτα;

Κλείστηκε στον εαυτό της, μίσησε τη θάλασσα. Έμαθε ότι ο χρόνος δεν γιατρεύει μονάχα θολώνει τον πόνο, δεν τον εξαφανίζει. Όσο απαλύνει, τόσο μέσα κρύβεται και βγαίνει πάλι κάθε που κάτι το σκαλίζει.

Άλλαζαν τα χρόνια Μια Κυριακή, βγήκε βόλτα με τα τρίχρονα εγγονάκια της, την Κατερίνα και τον Μάξιμο, στο πάρκο. Όπως είχε γίνει παράδοση, μπήκαν στο καφέ. Αγόρασε παγωτό στα μικρά, καφέ για την ίδια αυτής της μυρωδιάς που της θύμιζε τον Σπύρο, τον άντρα που της χάρισε 25 χρόνια πραγματικής ευτυχίας.

Η ζωή τελειώνει, αλλά η αγάπη όχι!

Oceń artykuł
Η ΚΑΡΔΙΑ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ Η Τατιάνα γέννησε τη μικρή Νίκη χωρίς να ξέρει ποιος είναι πραγματικά ο πατέρας. Έτσι να πούμε, «γλίστρησε» πριν το γάμο. Ναι, ένας νεαρός την πολιορκούσε έντονα, πάντα ευγενικός και εντυπωσιακός, αλλά ποτέ δεν την ζήτησε σε γάμο. Η Τατιάνα, περήφανη, περπατούσε μαζί του κάτω από το βλέμμα των «ηλιοτρόπιων» γιαγιάδων στη γειτονιά. Ο νεαρός, όμως, δεν δούλευε πουθενά· ζούσε τη ζωή ανέμελα σαν πεταλούδα, με την Τατιάνα να του προσφέρει τα πάντα. Ώσπου μια μέρα της είπε πως βαριόταν μαζί της και δεν τον εκτιμούσε αρκετά — κι αν τον αγαπούσε, ας τον πήγαινε μάλιστα και μία φορά στη θάλασσα. Η Τατιάνα έκλαψε μια βδομάδα, έσκισε και έκαψε τις κοινές τους φωτογραφίες και υπέφερε μόνη για ένα μήνα, μέχρι που γνώρισε τον Βίκτωρα. Ένα πρωί, καθυστερημένη στη στάση του λεωφορείου, δέχθηκε πρόταση από ένα ταξί να την πάει στη δουλειά. Ο οδηγός, ο Βίκτωρας, ήταν ευγενικός, περιποιημένος και η θηλυκή φροντίδα στην εμφάνισή του παρέπεμπε στη μαμά του. Άφησε το τηλέφωνό της για να συνεχίσουν τη γνωριμία τους — και αυτή ήταν η μόνη φορά που βρέθηκε να «μετακινείται» δωρεάν με ταξί. Ο Βίκτωρας την γέμιζε λουλούδια, δώρα και τρυφερότητα, και την άνοιξη έκαναν βόλτα στο δάσος, μαζεύοντας λουλούδια. Μα ένα μεγάλο μπουκέτο που έφτιαξε ο Βίκτωρας το άφησε στο πίσω κάθισμα: «Για τη γυναίκα του;» σκέφτηκε η Τατιάνα, με αμφιβολία. Πολύ σύντομα, η σύζυγος του Βίκτωρα έφτασε στο σπίτι με δύο μικρά παιδιά και της τα άφησε: «Πάρ’ τα εσύ! Αγαπούν τον μπαμπά τους!» Η Τατιάνα, εμβρόντητη, είπε ότι δεν γνώριζε πως είχε ήδη οικογένεια και δε θα γινόταν η αιτία να την διαλύσει. Το ίδιο βράδυ τόν άφησε πίσω της. Ο επόμενος έρωτας στην καρδιά της ήταν ο Μαμούκα, Γεωργιανός. Εμφανίστηκε σαν θύελλα και έφυγε το ίδιο ξαφνικά, επιστρέφοντας στη Γεωργία. Η Τατιάνα ένιωσε παρατημένη και αποφάσισε να ζήσει μόνη της, χωρίς δάκρυα. Κι όμως, όταν τελικά είδε τη ζωή της ως μοναχικής γυναίκας, ανακάλυψε ότι κουβαλούσε μέσα της ένα νέο παιδί. Ποιος ήταν άραγε ο πατέρας; Πώς θα ζούσε; Πώς θα άντεχε; Γέννησε ένα κορίτσι — την ονόμασε Βερονίκη. Το παιδί της ήταν ένα κομμάτι της ίδιας, και του Μαμούκα, και έγινε το νόημα της ζωής της. Με τα μαλλιά και το χαμόγελο του Μαμούκα, η μικρή της θύμιζε τις ξέγνοιαστες μέρες της. Η Βερονίκη ξεκίνησε το σχολείο, κάθισε με τον μικρό Δανιήλ, ο οποίος γρήγορα τσακώθηκε μαζί της. Η Τατιάνα επισκέφθηκε το σπίτι της οικογένειας του Δανιήλ για να μιλήσει με τον πατέρα — τον Αλέξη. Ένας άντρας νοικοκύρης, που έβγαζε και δύο καφέδες με παλιό ελληνικό άρωμα. Η συνάντηση αυτή άλλαξε κάτι βαθιά στην Τατιάνα. Είδε έναν άνδρα γεμάτο τρυφερότητα και αληθινή ανάγκη για συντροφιά — και εκεί ξεκίνησε μια νέα ζωή. Ο Αλέξης, διαζευγμένος και μόνος με το παιδί, πλησίασε όλο και περισσότερο την Τατιάνα. Το καλωσόρισμα, η φροντίδα, το μοίρασμα έγιναν οικογένεια: η μικρή Νίκα και ο Δανιήλ έγιναν αδέλφια, μεγάλωσαν μαζί, κι όταν ενηλικιώθηκαν, παντρεύτηκαν. Η νέα οικογένεια στάθηκε δυνατή, η Τατιάνα και ο Αλέξης βρήκαν αληθινή ευτυχία και, μετά τον γάμο των παιδιών, έκαναν το δικό τους ταξίδι στην ελληνική θάλασσα. Μέσα σε μια εβδομάδα απόλυτης ευτυχίας, ο Αλέξης χάθηκε για πάντα στη θάλασσα. Η Τατιάνα πάλεψε με το πένθος και τον πόνο, όμως με τα χρόνια κατάφερε να ευγνωμονεί τη ζωή για τον Αλέξη και για τα χρόνια που της χάρισε. Σήμερα, πια γιαγιά, κρατώντας τα εγγόνια της βόλτα στο πάρκο, πίνει στην υγειά του την καθημερινή της δόση ελληνικού καφέ, τόσο γνώριμο και αγαπημένο, σαν να είναι εκείνος ακόμα δίπλα της. Η ζωή τελειώνει, μα η αγάπη δε χάνεται ποτέ…