Пасмадερφή
Όταν γνωριστήκαμε με τη Μαρίνα και γεννήθηκε ο έρωτας ανάμεσά μας, η Ειρήνη ήταν έξι χρονών. Μεγαλωμένη χωρίς πατέρα, είχε τόσο μεγάλη δίψα για αγάπη, που οι δυσκολίες της συνήθειας μεταξύ μας σχεδόν δεν υπήρξαν ποτέ. Ζούσαμε πραγματικά μονιασμένοι, μέχρι που ήρθε αυτός, ο έφηβος εαυτός της!
Δεν είσαι ο πατέρας μου! είχε φωνάξει μια φορά η Ειρήνη, χτυπώντας δυνατά την πόρτα του δωματίου της.
Πώς γίνεται να μην είμαι ο πατέρας σου; Ποιος, παρακαλώ, άκουγε τα παράπονά σου για τους συμμαθητές σου και σε υπεράσπιζε στα συμβούλια γονέων; Ποιος έκρυβε τα τελευταία κομμάτια σοκολάτας, για να σου τα δώσει όταν ήσουν στεναχωρημένη; Ποιος κράτησε το μυστικό για την κούκλα που πήρες από την κακοδιάθετη Γεωργία, το κορίτσι από τη διπλανή πολυκατοικία; Και ποιος, να με συγχωρείτε, τρύπωνε στα πάρκα της γειτονιάς μες στη νύχτα, με τη κούκλα κάτω απ τη μπλούζα, για να την επιστρέψει στα κρυφά και να πει μετά πως «έτσι βρέθηκε»; Κι ας μη ξεχνώ, πριν λίγα χρόνια είχαμε συμφωνήσει να κρατάμε τον λόγο μας κι αφού από μικρή με έλεγες μπαμπά, γιατί τώρα έγινα ξαφνικά «όχι πατέρας»;
Τα λόγια της πασμαδερφής μου, που πάντα τη θεωρούσα κόρη μου, με πλήγωσαν βαθιά, αλλά δεν μπορούσα να αφήσω να φανεί το τραύμα. Πρώτον γιατί είμαι άντρας, δεύτερον γιατί η πικρία απέναντί της δεν θα έλυνε το πρόβλημα, ίσα-ίσα θα το έκανε χειρότερο.
Το δέχομαι το επιχείρημά σου, της απάντησα σοβαρά, φέρνοντας το χέρι μου στο μέτωπο σαν να της χαιρετούσα. Τι λες όμως, να συζητήσουμε για τη νέα μας σχέση; Δικαιώματα και υποχρεώσεις του «όχι πατέρα» και της «όχι κόρης», ας πούμε.
Και πονώντας μέσα μου, ήξερα πως πρέπει να της δώσω ελευθερία να επιλέξει, αλλά μέσα στα όρια που κι εκείνη έβαζε για τον εαυτό της. Η Ειρήνη όμως με ξάφνιασε κι εδώ:
Δεν θέλω, μουρμούρισε κι έκλεισε την πόρτα μπροστά στη μύτη μου. Ποτέ της δεν το είχε ξανακάνει, ούτε ως μικρό παιδί. Συνήθως, όριζε καθαρά τις ανάγκες της κι από κει και πέρα βλέπαμε μαζί πόσο είναι δυνατό να γίνουν. Δηλαδή, αν π.χ. το να πετάξει από τη στέγη της αποθήκης ήταν αδιανόητο, της εξηγούσα αναλυτικά γιατί, μέχρι και με βίντεο από το ίντερνετ. Αντίθετα, όταν στην Α Δημοτικού αποφάσισε να παντρευτεί τον Σπύρο από το άλλο τμήμα και να μετακομίσει σπίτι του, συμφώνησα αμέσως, λέγοντας ότι, μόλις της το επιτρέψει ο νόμος, θα της κουβαλήσω ο ίδιος τα πράγματά της. Με τον καιρό όμως, της πέρασε.
Μέχρι τότε συζητούσαμε κάθε διαφωνία πολύ λογικά. Τώρα, ξαφνικά, μόνο «δεν θέλω» και «δεν είσαι ο πατέρας μου». Πριν, μπορούσε να πει γιατί δεν ήθελε να φάει το ρυζόγαλο.
Δεν μ αρέσει! έλεγε.
Γιατί;
Έχει λίγη ζάχαρη και έχει πέτσα από πάνω.
Εξήγηση ξεκάθαρη! Ή θα έφτιαχνε η Μαρίνα άλλο, ή θα της έδινε κάποιο πεντανόστιμο γλυκό, γεμάτο γάλα σε σκόνη, όπως έλεγε και η διαφήμιση.
Στάθηκα για λίγο έξω από την πόρτα της, περιεργαζόμενος τα νερά του ξύλου, μπας και βρω κάποια απάντηση, αλλά τίποτα. Τάραξα το κεφάλι. Τι να γίνει, θα δούμε πώς θα πάει.
Η Μαρίνα αντιμετώπισε τις αλλαγές στη συμπεριφορά της κόρης της ήρεμα. Έλεγε ότι κι εκείνη στα νιάτα της είχε φερθεί έτσι, που ο πατέρας της θα θελε να φύγει μακριά της, όσο μπορούσε. Με διαβεβαίωνε ότι μόλις τα νεύρα της εφηβείας ηρεμήσουν, όλα θα φτιάξουν. Βέβαια, η επιστροφή στη χώρα του «δεν θέλω και δεν είσαι ο πατέρας μου», σημαίνει άλλοτε γυρισμός γρήγορος, άλλοτε αργός – και εγώ άρχισα ήδη να μου λείπει η Ειρήνη. Δεν είχα πλέον κανέναν με να παρακολουθούμε αθλητικά το βράδυ, ούτε να γελάσουμε με την κολλητή της Μαρίνας, τη Νίκη, που άλλαζε το χρώμα στα μαλλιά πιο συχνά απ όσο άλλαζε ο καιρός στην Αθήνα.
Με τον καιρό η Ειρήνη έβγαινε από το καβούκι της κάποιες φορές, το υπόλοιπο όμως ήταν πιο επιθετική, οπότε καλύτερα να κρατάς αποστάσεις. Το πότε θα έπαιρνε «φως» στην συμπεριφορά της το ήξερε η ίδια μόνο.
Στις καλές της όμως, πανηγύριζα σαν μικρό παιδί.
Κορίτσια, τι λέτε το Σαββατοκύριακο να πάμε στη φύση; πρότεινα. Λένε πως θα έχει καλό καιρό, ας πάρουμε ψαράκια κι αντίσκηνα!
Αλήθεια, Ειρήνη; Πάμε; άστραψε με ενθουσιασμό η Μαρίνα.
Πηγαίνετε μόνοι σας τις καλάμια σας, ψαράδες μου! απάντησε κι έκλεισε πάλι με ορμή την πόρτα. Λίγο πριν ήταν μια χαρά, τίποτα δεν προμήνυε τέτοια ξεσπάσματα.
Μάλλον ξεπέρασε και το ψάρεμα, σήκωσα τους ώμους.
Κάποια μέρα, η Ειρήνη δεν γύρισε σπίτι μετά το σχολείο, κι ούτε απαντούσε στα τηλέφωνα. Πήραμε όλες τις φίλες της τηλέφωνο, μα τίποτα. Δεν άντεξα το άγχος και βγήκα στους δρόμους να την ψάξω. Πρώτα πήγα στον Πέτρο, που μέχρι πρόσφατα ήταν φίλος της.
Δεν ξέρω πού βρίσκεται, μουρμούρισε ο Πέτρος.
Ούτε μια ιδέα;
Από τότε που με είπε βαρετό, δεν μιλάμε ιδιαίτερα
Ξέρεις, κι εμένα με είπε «όχι πατέρα», αλλά εγώ πάλι νοιάζομαι. Από παλιά φιλία, είπες;
Καθώς γύρισα και πήγαινα προς τη σκάλα
Περίμενε, με σταμάτησε. Ίσως είναι με τον Κώστα.
Ποιος είναι ο Κώστας;
Από το διπλανό τμήμα, όχι και το καλύτερο παιδί, μάλλον δεν θα σου αρέσει ό,τι βρεις εκεί.
Ακόμα καλύτερα! Πάμε να μου δείξεις πού είναι ο παραδειγματικός Κώστας.
Δεν έρχομαι.
Πέτρο, καμιά φορά οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια, ακόμη κι όταν δεν το πιστεύουν οι ίδιοι.
Καλά, αναστέναξε και με ακολούθησε.
Φτάσαμε έξω από κάτι παλιά γκαράζ, κι απ έξω ακουγόταν δυνατή μουσική.
Αν φοβάσαι, μείνε στο αυτοκίνητο, είπα.
Χα! Δεν φοβάμαι τίποτα.
Στην είσοδο στέκονταν κάτι αγόρια κι ένα κορίτσι. Η Ειρήνη δεν ήταν εκεί. Προχώρησα πιο κοντά.
Ψάχνω την Ειρήνη, είναι μαζί σας;
Εσύ είσαι απ το «γραφείο αγνοουμένων»; αστειεύτηκε κάποιος.
Τότε την είδα, βγήκε από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Γιατί ήρθες;
Ήρθα για σένα.
Ξέρω το δρόμο για το σπίτι.
Ε, όλο το ξέρεις, αλλά πέρασε η ώρα, δε θέλω να σε μαζεύω απ το αστυνομικό τμήμα. Πάμε, το ταξί έτοιμο, πριγκίπισσα.
Έβαλε τα μάτια ψηλά στον ουρανό, αλλά μπήκε στο αμάξι μουρμουρίζοντας κάτι για τον Πέτρο: «Προδότης!».
Από τότε έλειπε συχνά. Πήγαινα σταθερά να τη μαζέψω από τα γκαράζ, αντέχοντας τα πειράγματα των φίλων της «σου χει οδηγο προσωπικό, Ιρηνάκι!». Ένα βράδυ αρνήθηκε να έρθει μαζί μου.
Τι θες; Άσε με ήσυχη, είμαι μεγάλη! Όσο θέλω θα κάθομαι!
Πες το στη Βουλή, της είπα. Στο Σύνταγμα γράφει ξεκάθαρα τα δικαιώματα ανηλίκων.
Άντε στο διάολο! μου φώναξε, πλάτη γυρισμένη.
Ξέρεις, εγώ δε θα φύγω από δω χωρίς να σε πάρω, κι ας μου λες όσο θέλεις.
Μετανιώνω που γνώρισες τη μαμά μου, μακάρι να μην είχες υπάρξει ποτέ!
Άλλη μια μαχαιριά στην καρδιά μου κι ως το σπίτι τα μάτια μου έκαιγαν. Σκέφτηκα να τα παρατήσω, ποιος είμαι εγώ να ανακατεύομαι; Ξένος, απλά ο άντρας της μάνας της! Μα δεν μπορούσα να την αφήσω μόνη, όχι σε δρόμους κι αδιέξοδα. Αν έπεφτε και δεν είχε κανέναν να τη σηκώσει; Μπορεί να με βρίζει και να με πικραίνει, μα εγώ δεν υποχωρώ.
Μετά, άλλαξαν στέκι. Το γκαράζ έκλεισε κι εγώ δεν ήξερα πού να ψάξω πια. Μετά από πίεση, ο Πέτρος μου είπε κάποια στέκια, αλλά η Ειρήνη δεν ήταν πουθενά.
Γυρνούσε όποτε ήθελε και ώρες ό,τι να ναι μες στη νύχτα. Έβλεπα το άγχος στη Μαρίνα, το μόνιμο υπομονετικό χαμόγελό της έκρυβε το ίδιο άγχος με το δικό μου. Ξαγρυπνούσαμε μέχρι να ακούσουμε το κλειδί στην πόρτα. Κάναμε πως κοιμόμασταν, μην τρελάνουμε ο ένας τον άλλο από την αγωνία.
Ένα βράδυ, τέτοια ώρα, χτύπησε το κινητό μου.
Νίκο Σταυρίδη, άκουσα τον Πέτρο, πήρε τηλέφωνο η Ειρήνη, είναι σε ένα διαμέρισμα στην Πατησίων και δεν μπορεί να βγει.
Σου είπε τον αριθμό του κτιρίου;
Μόνο το περιέγραψε, αλλά κατάλαβα πού είναι.
Έρχεσαι μαζί μου.
Κοίταξα τη Μαρίνα. Τα χείλη της έτρεμαν. Ίσως τα είχε ακούσει όλα.
Ηρέμησε σε παρακαλώ, θα τα φροντίσω όλα! Μείνε σπίτι, φτιάξε λίγες τηγανίτες πεινάω πάντα τέτοιες ώρες! Σ αγαπώ, μη με αφήσεις να πεθάνω της πείνας, νυχτερινός οδηγός άνθρωπος είμαι! της ψιθύρισα, φιλώντας τη στη μύτη, γεύτηκα αλμυρές σταγόνες.
Μαζί με τον Πέτρο φεύγουμε παραβιάζοντας φανάρια, στο κέντρο χαμός ακόμα και νύχτα, ταξί, περαστικοί, φωνές, σαν ένα διαρκές πανηγύρι των Αθηνών. Δύο μεθυσμένοι πέφτουν μπροστά στο αυτοκίνητο, όχι μόνο δεν έκαναν άκρη, αλλά ένας κλωτσάει το αμάξι και ο άλλος πετά μπουκάλι, ευτυχώς αστόχησε.
Τέλος φτάνουμε στο κτίριο. Μείνε στο αμάξι, μην έχουμε περιπέτειες, είπα στον Πέτρο.
Πριν μπω, κοίταξα τα παράθυρα. Φώτα, μουσική από κάπου, σκιές στα μπαλκόνια. Χτύπησα κουδούνια στους δύο πρώτους ορόφους, τίποτα. Στον τρίτο με σταμάτησε μια γιαγιά χωρίς ύπνο.
Τρεις ύποπτες γκαρσονιέρες έχει η πολυκατοικία μας! είπε, όλοι πίνουν ή κάτι περισσότερο κι οι τρεις.
Α, ναι; χαμογέλασα.
Τα είδα με τα μάτια μου, παιδί μου!
Κι αν υπερβάλλει από μοναξιά, κάτι ίσως να ξέρει παραπάνω
Χτύπησα την πρώτη πόρτα, οικογενειάρχης μουσικός και το σκυλί του που με κοίταξε με απίστευτη σοφία. Η δεύτερη άδεια. Στην τρίτη, πριν προλάβω να χτυπήσω, βγήκε κοπέλα ίδια η Ειρήνη, μόνο που το βλέμμα της γυάλινο, το στόμα της αγκυλωμένο σε ένα παγωμένο χαμόγελο. Τραβήχτηκα, χτύπησα την πόρτα κι όρμησα μέσα φωνάζοντας:
Ειρήνη! Ειρήνη!
Ανάμεσα σε μπουκάλια και ανθρώπους, την άκουσα να φωνάζει:
Μπαμπά! Μπαμπά!
Η φωνή έβγαινε από το μπάνιο. Τράβηξα τη χαλασμένη κλειδαριά άνοιξε με δυσκολία.
Έπεσε στην αγκαλιά μου μόνη της, παγωμένη από τον φόβο.
Κατεβαίνοντας, ανέβαιναν οι αστυνόμοι η γιαγιά κάλεσε το αστυνομικό τμήμα κι ένα περίπολο ήρθε αμέσως.
Σας την κρατούσαν με το ζόρι; με ρώτησε ο αστυνόμος.
Ναι, αλλά είμαι ο πατριός της, διευκρίνισα.
Αυτός είναι ο πατέρας μου! είπε δυνατά η Ειρήνη.
Το σπίτι γέμισε αρώματα, τηγανίτες και αλατισμένη, μάλλον, από δάκρυα, ξινόγαλα. Εκεί, δίπλα στην αγωνία, με τη Μαρίνα και τη «μη κόρη» ή μάλλον πια δική μου κόρη, έλεγα ιστορίες πως, κι αν με κυνηγήσει με τη σκούπα, δεν θα φύγω ποτέ από τη ζωή της, γιατί χωρίς αυτές δεν έχω νόημα. Για τη ζωή, που μαθαίνεις να τη χειρίζεσαι σαν σπουδαίο ακροβάτη. Για τα πεσίματα και τα ξανασηκώματα, κι όποιες ανοησίες μου ερχόντουσαν και οι δυο με κοίταζαν, παίρνοντας το κεφάλι στην παλάμη, χαμογελώντας γλυκά.
Τόσο κοντινές. Τόσο δικές μου.





