Η Θέση Μου στη Σύγχρονη Ελλάδα

Η θέση σου

Μαμά, τι κάνεις;! η Ελένη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα, κοιτάζοντας τη μητέρα της να πετάει από τη ντουλάπα της τα φτωχικά της υπάρχοντα. Το κόκκινο πουά φόρεμά της, το αγαπημένο της, πετάχτηκε απρόσεκτα στο πάτωμα και αμέσως τράβηξε το ενδιαφέρον του μικρότερου αδερφού της, του Παύλου, που καθόταν στο πάτωμα. Ο Παύλος άρπαξε τη ζώνη και την έβαλε στο στόμα του. Όχι, Παυλάκη! Δώσ το πίσω!

Μην μου στενοχωριέσαι τώρα για το κουρέλι, η Νατάσα πέταξε το τζιν της Ελένης στο σωρό με τα υπόλοιπα και έκλεισε με δύναμη τη ντουλάπα. Άιντε, δρόμο!

Πού να πάω τέτοια ώρα, μαμά; Τι κάνεις; Τρελάθηκες;

Ό,τι θέλω, κάνω! Εδώ είναι το σπίτι μου και εσύ δεν έχεις καμία θέση πια!

Και εγώ; Δε λες ότι είναι και το δικό μου σπίτι;

Όχι, καλή μου! Εσύ εδώ δεν έχεις τίποτα που να σου ανήκει! η Νατάσα σήκωσε το γιο της στην αγκαλιά και του σκούπισε τη μύτη με το ποδόγυρο του φορέματος της Ελένης. Τίποτα! Και ως εδώ και μη παρέκει την υπομονή μου! Μόλις είπα να βάλω τη ζωή μου σε σειρά, εσύ θες να τα χαλάσεις όλα; Δεν θα σου περάσει!

Μα τι σου χάλασα δηλαδή, μαμά; Εγώ, τι;

Ποια κουνάει την ουρά της μπροστά στον Βάγγο; Δεν είσαι εσύ;

Μαμά! Η Ελένη φώναξε τόσο δυνατά που ο Παύλος τρόμαξε και άρχισε να κλαίει. Τι λες; Ακούς τι λες;

Πολύ καλά ακούω! Έφτασε! Τα είπα όλα! Σε πέντε λεπτά θέλω να μη σε βλέπω!

Η Νατάσα έδιωξε την πόρτα με το πόδι και βγήκε, αφήνοντας την Ελένη χαμένη στη μετάφραση της στιγμής. Έμεινε εκεί, μη καταλαβαίνοντας τι συνέβη. Μάλλον την πέταξαν από το σπίτι Το μυαλό της απλά αρνήθηκε να λειτουργήσει. Προσπάθησε να βρει μια σκέψη να πιαστεί, αλλά όλες της ξεγλίστρησαν σαν κομματάκια αέρα. Πίσω απ την πόρτα ακουγόταν το έντονο κλάμα του Παύλου και η Ελένη κατάλαβε ότι πρέπει να δράσει. Ήταν αυτή που πάντα φρόντιζε να τον ηρεμεί, να του τραβάει αλλού την προσοχή, αρκεί να μη φωνάζει. Ο καινούριος άντρας της μητέρας της δεν άντεχε τα παιδιά, του προκαλούσαν νευρικότητα γενικώς, για να μη μιλήσουμε για τα κλάματα. Και η Ελένη, που είχε μεγαλώσει αλλιώς, με αγκαλιές και φροντίδα, δεν μπορούσε να πιστέψει πώς είχε καταντήσει η μητέρα της. Αντί να αγκαλιάσει το γιο της και να τον ανακουφίσει, του τον φόρτωνε στην κόρη της και εξαφανιζόταν πλάι στο σύζυγο.

Ώρα να βοηθήσεις! Είσαι πια μεγάλη βάλ ένα χεράκι!

Μεγάλη Να ήταν μόνο χθες που ήταν ακόμα το καλομαθημένο κορίτσι του μπαμπά και της μαμάς· σήμερα, όμως, ήταν σαν απόκομμα, όπως της το πέταξε πια και η μάνα της. Τα τελευταία δυο χρόνια ο κόσμος της άλλαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα. Πρώτα έφυγε με ένα έμφραγμα ο πατέρας της, άδικα και ανόητα, αφού μπορούσε να είχε σωθεί αν έστω ένας άνθρωπος είχε βρεθεί δίπλα στην στάση την κατάλληλη στιγμή. Ο μπαμπάς της ούτε πενήντα κύριος στην τρίχα και μη μοιάζοντας ούτε κατά το ελάχιστο άστεγος, είχε μείνει στο πεζοδρόμιο ένα ολόκληρο μερόνυχτο και κανένας δεν στάθηκε πάνω από πέντε δευτερόλεπτα να τον ρωτήσει αν χρειάζεται βοήθεια. Νομίζανε ότι θα ήταν μεθυσμένος, φαντάζομαι, για να κοιμάται Νοέμβρη μήνα στη στάση. Τον πλησίασε μετά από ώρα μια κυρία, να τον τραβήξει στον ώμο, αλλά αστεία να το πεις ήταν πια αργά.

Η Ελένη θυμόταν ολοκάθαρα πώς αντέδρασε η μητέρα της. Πάγωσε. Έγινε ένα άδειο περίβλημα, βουβή κι απόμακρη. Η Ελένη έκλαιγε, προσπαθούσε να τη συνεφέρει, μάταια. Η Νατάσα, χωρίς να ρίξει δάκρυ, αποχαιρέτησε το σύζυγο και έπειτα κλείστηκε με τις μέρες στο δωμάτιό της, λησμονώντας την κόρη της.

Κανείς συγγενής, οι παλιοί φίλοι των γονιών εξαφανισμένοι στα πανηγύρια και ούτε που τούς ξαναείδε. Πάντα καμάρωναν, ο μπαμπάς και η μαμά, ότι η οικογένεια αρκεί και δεν χρειάζεται κανέναν άλλο. Κι εκείνη το πίστευε, και της την έσπαγαν οι καλεσμένοι. Τι να τους κάνουμε τους μπελάδες δεν περνάμε καλύτερα μόνοι μας;

Αυτό κράτησε μέχρι την πρώτη τάξη. Είχαν περισσότερα κορίτσια παρά αγόρια και την έβαλαν θρανίο με τη μικρή, φασαριόζα Αντιγόνη. Η Αντιγόνη είχε μαλλιά τόσο μαύρα και μακριά, που χρειαζόταν να σηκώνει το κεφάλι με αυτοκρατορικό ύφος. Η Ελένη τη ζήλευε όσο δεν πάει, τα δικά της ξανθά, μικροπρεπή σγουράκια τα μισούσε! Ό,τι κι αν δοκίμαζε η μαμά της να τα πλέξει, να τα ισιώσει εκείνα, όλο αγριόχορτο γύρω από το κεφάλι. Έτσι την είπαν Πικραλίδα από την πρώτη μέρα…

Την κοτσίδα της Αντιγόνης τη μάζεψε να την πιάσει μόνο δυο μέρες μετά, όταν η Αντιγόνη, νευριασμένη, πέταξε τα κορδελάκια της και μουρμούρισε:
Θα τα κόψω, δεν αντέχω άλλο! Κι ας με μαλώσει η μάνα μου!
Η Ελένη άπλωσε αυθόρμητα το χέρι, χάιδεψε το μαύρο γυαλιστερό μαλλί και ψιθύρισε:
Καλά, τρελή είσαι; Είναι πανέμορφα!

Έτσι γεννήθηκε η φιλία τους. Στο σχολείο την έλεγαν Αντιγόνη η νερομάνα, για κάποιο λόγο, και σταδιακά έγινε το καταφύγιο της πιτσιρίκας Ελένης. Η Αντιγόνη ήταν το τέταρτο παιδί σε μια οικογένεια φουλ παραδοσιακή: η πολυκατοικία τους στην Κυψέλη ήταν τεράστια και παλιομοδίτικη γέμιζε ασφυκτικά από κάθε λογής συγγενή, λάδι και μωρό. Ήταν αδύνατο να βγάλεις άκρη ποιος ήταν ποιος. Η μαμά της, αρχετυπική Ελληνίδα οικοδέσποινα, καθόταν όποιον περνούσε το κατώφλι και τον έτρεφε μέχρι σκασμού μόνο με τα τέσσερα σηκωνόσουν! Τα αδέλφια της, όποια ώρα και να παιζε, περνούσαν να βοηθήσουν στο σπίτι ή στα μαθήματα· τα κορίτσια ήξεραν να ανοίγουν φύλλα και να γεμίζουν όλο το σπίτι μυρωδιά τυρόπιτας, ενώ η δική της μαμά της απαγόρευε το μπες-βγες στην κουζίνα είσαι μικρή ακόμα έλεγε.

Μπαίνοντας στο σπίτι της Αντιγόνης, η Ελένη κατάλαβε κάτι βασικό οι συγγενείς και οι φίλοι, τελικά, δεν είναι και τόσο κακοί! Αργότερα, βέβαια, ανακάλυψε ότι τα πράγματα γίνονται και βαρύτερα αλλά τότε έβλεπε απλά το βουνό δώρων της Αντιγόνης κάθε γιορτή όχι μόνο γενέθλια, αλλά και κάθε λογής γιορτή! Τα παιδιά χαϊδεύονταν άνευ λόγου· ακόμα και της θείτσας της ονομαστική είχε ζαχαρωτά και κορδέλες!

Μα, γιατί; Σήμερα δεν έχεις γιορτή! απορούσε η Ελένη, βλέποντας τη φίλη να χτενίζεται με τα καινούρια της.
Ε και; Πρέπει να περιμένουμε αφορμή για να χαρούμε αυτούς που αγαπάμε; Κράτα και δες στο νέο χρόνο τι έχει να γίνει και γελούσαν και οι δυο.

Η μαμά της Ελένης, φυσικά, σιχαινόταν αυτή τη φιλία. Αν είχε δει και το σπίτι της Αντιγόνης, σίγουρα απαγόρευση θα πεφτε. Ευτυχώς, δούλευε ακατάπαυστα. Έτσι, η Ελένη προλάβαινε να φάει ένα πιάτο φακές, να καθησυχάσει τους δικούς της και να την κάνει τρέχοντας στο σπίτι όπου τη λέγανε με χαϊδευτικό, της δίναν τυρόπιτα και ήσυχα μαθήματα μαγειρικής μέχρι να βρει η ψυχή της τη γαλήνη της.

Όταν ήρθε η συμφορά, η οικογένεια της Αντιγόνης στάθηκε δίπλα τα αδέρφια της, ο Κώστας και ο Άρης, την ίδια νύχτα, έφεραν χρήματα και τη βοήθησαν με τα τρεξίματα. Η μαμά της Ελένης σχεδόν αρνιόταν να μιλήσει. Εκείνοι, ατσαλάκωτοι, την σήκωσαν, την πήγαν παντού. Η Αντιγόνη προσπαθούσε να παρηγορήσει τη φίλη, μαζί κλαίγανε πάνω στη ζύμη για τα κουλουράκια. Και έφτιαξαν τόσα που ζήτησαν καταφύγιο απ τη γειτόνισσα για το ψυγείο.

Από κει και πέρα, οι άντρες του σπιτιού της Αντιγόνης στέκονταν σκιά διακριτική στην καθημερινότητά τους όταν η μαμά της Ελένης δεν παρατηρούσε καν μα η Ελένη το είχε φυλαγμένο στην καρδιά της.

Πώς αλλιώς να γίνει; Εννοείται πως δεν είσαι ξένη εδώ, της απάντησε αργότερα μια μέρα η Αντιγόνη. Και σπίτι σας δεν έχει άντρα πια. Κάποιος έπρεπε να στηρίξει. Απλό.

Έξι μήνες μετά, πάντρεψαν την Αντιγόνη! Η Ελένη έμεινε άναυδη, και όταν κατάφερε να μιλήσει, της επιτέθηκε σχεδόν.

Αλήθεια τώρα; Παντρεύεσαι; Και το πανεπιστήμιο, ο στόχος να γίνεις γιατρός;

Ε, δεν αλλάζει αυτό, χαζό! Ο μπαμπάς τα συμφώνησε με τον μελλοντικό Ρώτησε, πρόλαβε η Αντιγόνη, καθώς διπλωνόταν τη φουσκωτή της φαντα.

Δεν το πιάνω Τι νόημα να παντρεύεσαι τόσο μικρή; Ποιά αγάπη, δε, και τέτοια;

Η Αντιγόνη την κοίταξε μ ένα βλέμμα ειλικρινά απορημένο.

Δυο φορές τον είδα όλο κι όλο. Απλό ενδιαφέρον ακόμα. Η αγάπη έπεται
Μα πώς το δέχεσαι αυτό;
Έτσι γίνεται στην οικογένειά μας. Διαλέγουν οι γονείς και εμείς κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε.
Και αν δεν τον αγαπήσεις ποτέ;
Δε μπορώ να ξέρω, αλλά είμαι σίγουρη πως οι γονείς μου μόνο το καλό μου θέλουν. Άρα, καλά θα το σκεφτούν ποιον θα διαλέξουν.

Στο γάμο της φίλης της το παιζε δυνατή, αλλά όταν πληροφορήθηκε ότι μετακόμιζε Θεσσαλονίκη με τον άντρα της, η συγκίνηση την έπνιξε.
Πώς θα τη βγάλω χωρίς εσένα;
Το ίδιο θα γίνεται για μένα!
Εσύ έχεις πια άντρα, μια ολόκληρη ζωή
Και να μην αντέχεις, έλα. Θα βρούμε τη λύση. Πάντα κάτι σκαρφιζόμαστε!

Στο μεταξύ, στη ζωή της μαμάς της Ελένης είχε ήδη εγκατασταθεί ο μεγάλος ο Βαγγέλης. Η Αντιγόνη παρατηρούσε με ανησυχία την Ελένη να αργεί να επιστρέψει από το ΤΕΙ.

Τι έχεις και αποφεύγεις το σπίτι;
Η Ελένη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Να της έλεγε πως ο νέος άντρας της μητέρας της την κοιτάζει περιέργα στις σκοτεινές γωνιές της κουζίνας ή του χωλ; Ότι η μαμά της έγινε γκρινιάρα και βαρύθυμη μετά τον ερχομό του δεύτερου παιδιού; Ότι έπρεπε να κλειδώνει το δωμάτιό της, το οποίο η μαμά της έβρισκε παράλογο όταν μπορούσε να της αφήσει τον Παυλάκη και αυτή να πηγαίνει με ήσυχη τη συνείδηση στο κρεβάτι της; Έβλεπε τον αδελφό της σαν γιο, το φρόντιζε και ήθελε να τον βοηθά, αλλά τα ξενύχτια την εξαντλούσαν. Μάλιστα, δυο φορές λιποθύμησε ακόμα και στο ΤΕΙ και να ταν μόνο αυτό, πήραν και κακό όνομα.

Πιάνοντας δουλειά σ ένα νοσοκομείο πριν καν τελειώσει τις σπουδές, βρήκε διέξοδο. Τώρα, με τις νυχτερινές εφημερίες, γλίτωνε και τη βάρδια στο σπίτι.

Το πολύ μεγάλο ξέσπασμα με τη μητέρα της έγινε ένα βράδυ που γύρισε μετά τη δουλειά. Τα νεύρα είχαν φτάσει στα κόκκινα και δεν έβρισκε τρόπο να συννενοηθούν.

Η Νατάσα δεν άκουγε κανέναν εκτός από τον εαυτό της. Και όταν μια γειτόνισσα βρέθηκε να της πει:

Όμορφα παιδιά έχεις, Νατάσα, και ο Παυλάκης και η Ελενίτσα! Πολύ όμορφη κοπέλα! Νύφη σωστή. Άνθρωπο δεν έχει; Σα βλέπω όλο τρέχει μεταξύ δουλειάς και σπουδών. Βάλε στόχο για το μέλλον της
Τι την τσίτωσε έτσι η γειτόνισσα; Δεν ξέρεις. Πάντως, αμέσως μετά την πέταξε έξω από το σπίτι.

Και τώρα η Ελένη, μαζεύοντας βιαστικά μερικά ρούχα, αναρωτιόταν: αν δεν έχει θέση εδώ, πού έχει; Πού να πάει; Καμιά απάντηση. Θα μπορούσε να καλέσει την Αντιγόνη, αλλά εκείνη ήταν έγκυος και φοιτήτρια, πού να της φορτώσει κι άλλα βάρη; Είναι και σκληρή η ηρωίδα, αλλά ας μην το παλέψουμε τόσο!

Έριξε μια τελευταία ματιά, πήρε από το γραφείο της τη φωτογραφία του πατέρα της, την έχωσε στη σακούλα και σκούπισε τα μάτια της. Ίσως καλύτερα έτσι ήταν καιρό τώρα ξένη εδώ. Άσε τη μάνα να φτιάξει τη ζωή της όπως θέλει.

Στην κουζίνα, ο θόρυβος της τηλεόρασης και το χτύπημα των πιάτων έφτιαχναν ένα θολό σκηνικό. Η Ελένη έκανε να περάσει απ τον διάδρομο προς την κουζίνα, δίστασε όμως. Τι να πει στη μάνα της; Δεν έχουν ειπωθεί όλα; Και, μεταξύ μας, μπορεί να συγχωρεθεί ποτέ αυτό που της είπε; Όχι! Ως εδώ. Κάποτε υπήρξε αγάπη, τώρα όμως όλα έχουν αλλάξει. Δεν έχει άλλη δουλειά εδώ.

Βγήκε στη νύχτα, έσφιξε το κασκόλ στο λαιμό, σημάδι του πρώιμου φθινοπώρου που είχε πατήσει πόδι, και είδε με ειρωνική χαρά ανθρώπους με σορτς να προσπερνούν καλυμμένους από το πάνω ως κάτω σε παλτό. Είχε φορέσει το κασκόλ που της είχε χαρίσει η Αντιγόνη τα περασμένα Χριστούγεννα και το αγαπημένο της μπουφάν. Μέχρι να επιστρέψει για τα χειμωνιάτικα δε θα το άντεχε έτσι κι αλλιώς. Η πίκρα μικρή ακόμα σαν ποντικάκι με γαμψά δοντάκια μόλις άρχιζε να τρώει τη ψυχή της, αλλά την έδιωχνε όσο μπορούσε. Τώρα δεν είχε χρόνο για δαύτα. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει.

Στη στάση, λίγοι περαστικοί και μία μεγαλόσωμη αδέσποτη σκυλίτσα αυτός ήταν ο νυχτερινός της θίασος. Ακούμπησε τη σακούλα στο παγκάκι και ξεπάγιασε τα χέρια της στις τσέπες.

Όταν μια BMW σταμάτησε δίπλα της, έκανε ένα βήμα πίσω από φόβο Ελλάδα, μεσημέρι ή βράδυ ποτέ δεν ξέρεις! Αλλά τελικά

Ελένη;
Άρη!

Κι αντί να λυγίσει, αναστέναξε με ανακούφιση. Ο μεγάλος αδερφός της Αντιγόνης, αυτός που τους έλυνε τα μαθηματικά και τους κουβάλησε κιόλας στην κηδεία του μπαμπά της.

Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Πας για βάρδια;

Ε, ναι μάλλον! Στο νοσοκομείο! Εκεί πάω!

Γλυκιά μου, κάτι κρύβεις Τι έγινε; Γιατί με τα μπαγκάζια;

Χωρίς να καταλάβει πώς, του τα είπε όλα τη μαμά, τον Βαγγέλη, το νέο της „άστεγη”. Της είπε ένα λιτό μπες μέσα! και, χωρίς δεύτερες σκέψεις, ακολούθησε.

Η διαδρομή ήσυχη. Η Ελένη πάγωσε, αλλά της φάνηκε ασφαλές αυτό. Κι ίσως, ακριβώς γιατί το ήξερε πως θα τελειώσει σύντομα, άφησε τον εαυτό της να παραδοθεί στη γαλήνη του αυτοκινήτου, μόνο με τα λόγια της μάνας της να βουίζουν στο μυαλό:
„Εσύ εδώ δεν έχεις θέση!”

Συνήλθε μόνο όταν είδε πως δεν πήγαιναν προς το νοσοκομείο.

Άρη, που πάμε;
Εκεί που ανήκεις. Δεν είναι το νοσοκομείο το καταφύγιο σου απόψε.
Και πού;
Θα δεις!

Η πολυκατοικία στην Πεύκη, φυλαγμένη με καγκελάκια, τις άνοιξε πόρτα η γιαγιά της Αντιγόνης μια γεροδεμένη κυρία με φοβερό σκέρτσο.

Γιαγιά!
Α, Άρη μου! Γιατί δεν πήρες ένα τηλέφωνο;
Και ποια είναι αυτή; Αμέ! Σε ξέρω εγώ. Εσύ είσαι η φίλη της Αντιγόνης, έτσι; Σε θυμάμαι από το γάμο! Μπες μέσα, μην ντρέπεσαι! Δεν είσαι ξένη εδώ μην ακούω χαζά.

Η Ελένη, μη ξέροντας πού πατά και πού βρίσκεται, μπήκε στο σπίτι που είχε άρωμα γλυκού και καφέ. Μάρμαρο στο πάτωμα, πολυέλαιος με χίλιες χάντρες, νόμιζες ότι είσαι στο „Μεγάλο Σπίτι”. Ο Άρης κάτι ψιθύρισε στη γιαγιά και εξαφανίστηκε.

Ένιωσε το βλέμμα της γιαγιάς επάνω της.
Τι στέκεσαι εκεί κορίτσι μου; Βγάλε το μπουφάν, μπες! Θα σου βάλω καφέ να συνέλθεις και θα μου πεις γιατί μια τόσο όμορφη κοπέλα έμεινε στους δρόμους τέτοια ώρα. Δεν έχεις σπίτι; Δεν έχεις μάνα;

Δεν ξέρω αν έχω πια είπε η Ελένη, καταρρέοντας τελικά πάνω σ ένα πουφ. Ξέσπασε σ ένα τέτοιο πικρό κλάμα, που η γιαγιά πάγωσε, μετά την πήρε αγκαλιά σαν μωρό και της χάιδευε το κεφάλι.

Έλα μωρέ ψυχή μου, τίποτα δεν είναι για πάντα, θα τα ξαναφτιάξουμε! Ε, και τι, εγώ τι είμαι στη ζωή μου, λίγο δεν έζησα; Αν σε αφήσω να λυγίσεις ακόμα, τι να τα κάνω όλα αυτά που κουβάλησα ως τώρα;

Με καφέ φίνο ελληνικό και πικρότερο από στεναχώρια, άκουγε την ιστορία της γιαγιάς τη λέγανε Σόνια από τότε που ήταν μικρή και ζούσε στον Πόντο. Ήταν το πατρικό της μακριά από την Αθήνα· λεπτομέρειες από χαμένες πατρίδες, από τη βία και το φόβο, ιστορίες που σπάνια λέγονται στα εγγόνια.

Η θέση σου είναι εκεί που αγαπιέσαι, κορίτσι, της ψιθύρισε. Μάθε το: ούτε η σκιά της μάνας σου να μη σε ταράξει. Η οργή και ο πόνος καίνε τους ανθρώπους μη γίνεις πέτρα κι εσύ. Πρέπει να προχωρήσεις. Κι αν θελήσεις ποτέ να συγχωρέσεις; Το κάνεις πρώτα για σένα. Εγώ εδώ θα τα σου μάθω όλα. Θα σε κάνω μαγείρισσα, θα σε κάνω νύφη για προκοπή. Έλα, μη φοβάσαι! Τα δύσκολα είναι αλλιώς κι εγώ δεν λυπάμαι τον κόπο!

Και όντως δυο χρόνια μετά, η Ελένη μαγείρευε καλύτερα κι από την Αντιγόνη, που ερχόταν να φάει τις μπουγιουρντί της Ελένης και να γελάει με τη γιαγιά Σόνια.

Πιο νόστιμα τα κάνεις εσύ! Τι μυστικό έχεις;

Νασαι καλά, όλα της γιαγιάς! αν δεν ήταν αυτή

Άιντε παιδί μου! Μη με λες έτσι πολύ, θα την πιστέψω και δε θα περάσω τον Άγιο Πέτρο!

Η φιλενάδα της το έπιασε αμέσως. Τα λόγια της Ελένης πια θύμιζαν τη σοφία της γιαγιάς. Αλλά η γιαγιά Σόνια έκοψε το γέλιο απότομα.

Άσε τις πλάκες, κορίτσια. Η Ελένη έχει κάτι…

Η Ελένη στραβοκατάπιε. Τελευταίο δίμηνο η μητέρα της ήταν στο νοσοκομείο που δούλευε η ίδια σιωπηλά εθελοτυφλούσε.

Η μαμά είναι άρρωστη, σοβαρά.
Και δεν πήγες να τη δεις;
Δεν μπόρεσα Πώς;
Ελένη! Και όταν δεν θα μπορείς να τη δεις, όταν φύγει, τι θα κάνεις; Να την αγκαλιάσεις τώρα!
Και δεν αντέχω Όταν θυμάμαι πως με έδιωξε Αν δεν περνούσε ο Άρης εκείνο το βράδυ, αν δεν με πρόσεχε η γιαγιά, πού θα μουν;
Και ο Παυλάκης;
Στο ίδρυμα. Ακόμα δεν μου τον άφησαν δεν έχω σπίτι! Με τους μισθούς στο δημόσιο, ούτε δυάρι δεν κλείνεις!
Γιατί δεν μπορείς να επιστρέψεις στο μητρικό διαμέρισμα;
Με έβγαλε απ τα χαρτιά. Χωρίς συμβόλαιο πού να σταθεί ο Παυλάκης, δεν με δέχονται. Τι να κάνω;
Αν ανησυχούσες πραγματικά, θα ήσουν ήδη στο νοσοκομείο! Σήκω, πάμε!

Πού;
Στη μητέρα σου!

Δύο μέρες πριν φύγει από τη ζωή, η Νατάσα κατάφερε να ζητήσει συγγνώμη. Το τελευταίο διάστημα η Ελένη την φρόντιζε, παρά την παλιά της πίκρα, και έτρεχε στις υπηρεσίες για να πάρει τον Παυλάκη. Τότε μόνο κοιτάζοντάς τη μητέρα της, βαριά στο κρεβάτι και σακατεμένη πια δεν τη γέμισε άλλο το δηλητήριο της οργής. Αντί αυτού, θυμήθηκε ένα πρωινό παιδικής ηλικίας: εκείνη και η μαμά της, νέα και όμορφη, με κόκκινο φόρεμα με πουά, να της ταΐζει κεράσια. Τα κεράσια τεράστια, γλυκά σαν τα φιλιά της.
Και μόνο η φράση βγήκε φυσικά:
Σε συγχωρώ, μαμά

Και μόνο τότε έβγαζε απόλυτο νόημα αυτό που είπε κάποτε η γιαγιά Σόνια:
Την πίκρα την αφήνεις πίσω. Αν δεν το κάνεις, σου καταστρέφει κάθε χαρά της ζωής.

Κι έτσι, λίγες μέρες μετά, ο μικρός Παυλάκης θα μπει στη νέα τους σπιτική πολυκατοικία, θα κοιτάξει κατάματα την αδερφή του και θα πει:
Τώρα είμαστε πάντα στο σπίτι μας;
Ναι, μικρέ! Εδώ πια είναι το σπίτι μας. Η θέση μας. Εντάξει;

Κι ο πιτσιρίκος θα νεύσει σοβαρά, και η Ελένη θα νιώσει επιτέλους ότι όλα με τον τρόπο τους έβαλαν τόπο και τάξη.

Oceń artykuł
Η Θέση Μου στη Σύγχρονη Ελλάδα