Η δεύτερη πεθερά
Μια γυναίκα με ρόμπα καθαρίστριας κοιτά προσεκτικά μέσα στο γραφείο του ιδιοκτήτη της κλινικής αισθητικής χειρουργικής *Άστερος*. Τη λένε Ιωάννα και τώρα προσπαθεί να μιλά όσο πιο σιγά γίνεται, για να μην εκνευρίσει τα αφεντικά.
Άκουσα πως υπάρχει θέση για βοηθό μασέρ.
Ο Σπύρος Γρανίτης σηκώνει το βλέμμα και τη χαζεύει με αυστηρότητα. Εκείνη τη στιγμή νιώθει πιο εκνευρισμένος από ποτέ μόλις του ανακοίνωσαν πως οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις με επενδυτές ναυάγησαν και το κεφάλι του πάει να σπάσει από το άγχος.
Και τι, εσείς, με τη σφουγγαρίστρα, θα κάνετε μασάζ στους πελάτες μας;
Όχι, αλλά έχω παρακολουθήσει online μαθήματα. Και έγραψα βιογραφικό, λέει αμήχανα η Ιωάννα και του δίνει ένα τσαλακωμένο χαρτί από την τσέπη της.
Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο γραφείο ο αναπληρωτής του Γρανίτη, ο Λέων Σιδέρης. Ο Σπύρος, τρίβοντας τους κροτάφους του, ξεσπάει:
Λέων, τι δουλειά έχουν οι καθαρίστριες να περιφέρονται όπου και όποτε θέλουν; Πέταξέ την έξω από το γραφείο μου! Η σφουγγαρίστρα νόμισε πως είναι μασέρ Διώξ’ την αμέσως και φρόντισε να μην τολμήσει να το ξανακάνει!
Χωρίς να περιμένει απάντηση, αρπάζει το βιογραφικό, το σχίζει σε κομμάτια και το πετάει στα πόδια της καθαρίστριας.
Η Ιωάννα, δαγκώνοντας τα χείλη, γονατίζει μαζεύοντας τα κουρελάκια. Τα μάτια της στάζουν δάκρυα. Ο Λέων, χωρίς δεύτερη σκέψη, τη σηκώνει από τον αγκώνα, τη σέρνει μπροστά από εργαζόμενους και πελάτες, και τη χώνει στην αποθήκη.
Εκεί, καθισμένη δίπλα σε μια παλιά πυροσβεστική ντουλάπα γεμάτη άμμο σίγουρα από τον προηγούμενο αιώνα, η Ιωάννα κάθεται και ξεσπάει σε λυγμούς.
Στο Άστερος δουλεύει ελάχιστο καιρό. Δεν ονειρευόταν να καθαρίζει πατώματα, αλλά εδώ πληρώνουν καλύτερα από παντού. Εξάλλου, ο κύριος Σπύρος εκπέμπει σεβασμό. Όλοι έλεγαν: δουλευταράς, τα κατάφερε μόνος του, έστησε όλη τη κλινική με τα χέρια του.
Κι ήταν αλήθεια. Ο Γρανίτης μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Μάννα του δεν γνώρισε ποτέ, για πατέρα ούτε λόγος, μια ζωή γυρεύει τα ίχνη των γονιών του χωρίς αποτέλεσμα. Κατάφερε όμως απ το πουθενά να σπουδάσει, έγινε πρώτα χειρουργός και μετά ειδικός στην αισθητική ιατρική. Έρχονται ακόμα κι Αθηναίες ηθοποιοί για τις υπηρεσίες του, πληρώνοντας μια περιουσία. Κάθε χρόνο ανέβαζε τις τιμές του και δεν στερούνταν τίποτα.
Γι αυτό ρίσκαρε και η Ιωάννα περί δουλειάς για μασέρ άκουσε και σκέφτηκε να το προσπαθήσει έστω.
Όνειρό της: να γίνει μασέρ. Διάβαζε μόνη εγχειρίδια, προσπάθησε να τελειώσει εξ αποστάσεως το αντίστοιχο τεχνικό σχολείο. Πτυχίο όμως δεν έχει. Μάζευε ευρώ-ευρώ για κανονική εκπαίδευση, αλλά ο άντρας της το έσκασε παίρνοντας όλες τις οικονομίες και άφησε την Ιωάννα μόνη με τη μικρή τους κόρη, χωρίς τίποτα.
Ο Αλέξανδρος αποδείχθηκε μικροαπατεώνας, κάθισε φυλακή για απατεωνιές και είχε φτιάξει μάλιστα μια ψεύτικη ζωή για τον εαυτό του. Το διαζύγιο τραβούσε δεν εμφανιζόταν ποτέ στα δικαστήρια. Για χάρη της μικρής της Χρύσας, η Ιωάννα τα υπέμενε όλα, και τότε ξεκίνησαν οι περιπλανήσεις της.
Με παιδί, κανείς δε θέλει να σε προσλάβει. Οι τρεις τους η Ιωάννα, η Χρύσα και η μάνα της, η Ελένη στριμώχνονται σε μια μικρή γκαρσονιέρα. Μερικές φορές, ζούσαν μόνο με τη σύνταξη της γιαγιάς. Η Ελένη, πάντα αισιόδοξη: πρώην γυμνάστρια, δυνατή, πεισματάρα, φροντίζει τη Χρύσα για να μπορέσει η Ιωάννα να δουλέψει.
Για να πλησιάσει το όνειρό της, η Ιωάννα τελειώνει φθηνά σεμινάρια. Το πτυχίο εκείνο ήταν στα σκισμένα χαρτιά που μόλις πέταξε ο Γρανίτης.
Σκουπίζει τα δάκρυά της, σηκώνεται και συνεχίζει να καθαρίζει. Τη στραβοκοιτούν, ψιθυρίζουν πίσω της. Τουλάχιστον σπίτι την περιμένει ένα καλό νέο: η Χρύσα βραβεύτηκε στον παιδικό σταθμό για το πιο ωραίο ζωγραφικό. Ταλέντο μεγάλο το κορίτσι και της έκανε πάντα δώρο τα καλύτερα χρώματα και υλικά που χωρούσε ο προϋπολογισμός. Η Χρύσα πάει προετοιμασία για Σχολή Καλών Τεχνών, κι η Ιωάννα το βλέπει σα θαύμα.
Ο κουβάς γίνεται αβάσταχτος. Πάει να τον αδειάσει κι εκεί τη συναντά ο κυρ-Φώτης, ο θυρωρός. Ο μόνος στην κλινική που δεν παριστάνει το σπουδαίο. Ο κυρ-Φώτης είναι μεγάλος σε ηλικία, κοιτά τον Σπύρο Γρανίτη κάπως συγκαταβατικά, λες και τον ειρωνεύεται που ξεχνάει από πού ξεκίνησε. Ο κυρ-Φώτης βοηθάει πάντοτε την Ιωάννα, της δίνει και κανένα μεζέ από τα χέρια του, την ενθαρρύνει. Και μόνο εξαιτίας του τόλμησε εκείνο το βιογραφικό στον ιδιοκτήτη.
Μόλις τον βλέπει, ξεσπάει ξανά σε κλάματα.
Μη φοβάσαι, κόρη μου, θα αλλάξουν τα πράγματα, της λέει ανάλαφρα ο κυρ-Φώτης.
Καλύτερα να μην το είχα δοκιμάσει καν, ψιθυρίζει η Ιωάννα.
Ο Γρανίτης σήμερα δεν είναι καλά. Δοκίμασε άλλη μέρα.
Μου απαγόρεψαν να τον ξαναενοχλήσω, μουρμουρίζει η Ιωάννα. Απλώς ονειρεύτηκα για μια στιγμή πως θα τα καταφέρω, όπως κι εκείνος. Τελικά, είναι απλά αλαζόνας, κρυμμένος πίσω απ το πτυχίο του.
Ο κυρ-Φώτης σηκώνει τους ώμους. Η Ιωάννα επιστρέφει στην αποθήκη και μετά σπίτι, ανησυχώντας πως πάλι δε θα φτάσουν τα λεφτά. Η Χρύσα ζήτησε μια ακριβή κούκλα μα πώς να της την πάρει;
Στο σπίτι τίποτα δεν είναι όπως πάντα. Η μαμά της, η Ελένη, κάθεται βουβή, σκουπίζοντας τα μάτια. Η Ιωάννα νιώθει να της κόβονται τα πόδια αν αυτή η γυναίκα κλαίει, τότε κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει.
Μαμά, τι έγινε; ρωτά ανήσυχα η Ιωάννα.
Τίποτα, όλα καλά, προσπαθεί να προσπεράσει η Ελένη.
Πες μου τι συμβαίνει, επιμένει η Ιωάννα.
Η μητέρα ξεσπάει.
Έκανα ιατρικές εξετάσεις μέσω του δημοτικού θεάτρου. Έβγαλαν ένα σοβαρό πρόβλημα χρειάζομαι επέμβαση. Αλλιώς, μου δίνουν το πολύ ένα χρόνο. Τεράστια ουρά. Ιδιωτικά, ούτε λόγος. Τα μηχανήματα που χρειάζονται υπάρχουν μόνο στην Αθήνα. Ταξίδι, εξετάσεις, θεραπείες Ε, φαίνεται ήρθε η ώρα μου.
Μη λες τέτοια, πετιέται η Ιωάννα. Κάτι θα βρούμε.
Με το μισθό της καθαρίστριας κι αυτή τη σύνταξή μου; Δε φτιάχνεις βρακί με κουρέλια, κόρη μου.
Η Ιωάννα όλο το βράδυ δεν κοιμάται. Το πρωί αποφασίζει: θα προσπαθήσει ξανά να μιλήσει με τον Γρανίτη, ό,τι κι αν γίνει.
Δεν την αφήνουν όμως καν να μπει στην κλινική. Τη διώχνουν, επικαλούμενοι περικοπές στελεχών. Της δίνουν τρεις βασικούς μισθούς αποζημίωση και δρόμο.
Ο κυρ-Φώτης της δίνει τον αριθμό του φεύγοντας. Η Ιωάννα τον σημειώνει μηχανικά, ενώ σκέφτεται: τι τώρα; Ένας μήνας βγαίνει, έπειτα τίποτα.
Δεν παραδίδεται. Αναφέρει στην Ελένη πως έφυγε από μόνη της. Ψάχνει δουλειές. Χωρίς πιστοποίηση, οι μισθοί παντού γελοίοι. Ώσπου βλέπει αγγελία: ζητείται οικιακή βοηθός μαγείρεμα, καθάρισμα, βοήθεια στο σπίτι. Ιατρικές σπουδές δεν απαιτούνται.
Δεν είναι ντροπιαστικότερο απ την καθαρίστρια. Αφήνει το βιογραφικό απαντούν σε μία ώρα. Μέσω γραφείου, για λογαριασμό πλούσιας, μοναχικής γυναίκας.
Τη ζητούν να πάει με το βιβλιάριο υγείας και εργασίας. Σύντομα κάθεται απέναντι στην προϊσταμένη, τη Μαρία.
Μην έχετε ψευδαισθήσεις, ξεκινά αυστηρά η Μαρία. Η πελάτισσα δύσκολη. Είστε η δέκατη κατά σειρά οικιακή βοηθός. Κανείς δεν αντέχει.
Η Ιωάννα δε μιλά.
Το όνομα το ξέρετε. Εμμανουέλα Δημητρίου Μορφέα. Καλλιτεχνικό φυσικά. Πρώην αστέρι της όπερας. Γκρινιάρα, εκκεντρική αλλά με χρήματα. Λένε, της άφησαν περιουσίες.
Μου είναι αδιάφορο, λέει σιγανά η Ιωάννα. Δεν διαλέγω πλέον.
Αν έχετε παιδί, να ξέρετε: η Μορφέα δεν αντέχει παιδιά. Ούτε ζώα. Με το ζόρι κινείται με περπατούρα, προτιμά καρότσι. Σας προειδοποίησα. Τρεις μήνες δοκιμαστική περίοδος. Αν κρατήσετε, παίρνετε διπλάσιο μισθό και συμβόλαιο χρόνου.
Η Ιωάννα κάνει νόημα. Μόνο ο δοκιμαστικός μισθός διπλάσιος απ ό,τι έπαιρνε. Είναι ευκαιρία να γλιτώσει τη μάνα της. Δεν πρόκειται να την αφήσει.
Πρέπει να ξεκινήσει την επόμενη κιόλας μέρα, από επτά το πρωί.
Το βράδυ η Ιωάννα ψάχνει πληροφορίες online. Βρίσκει μόνο παλιά άρθρα με φωτογραφίες της Εμμανουέλας γεροδεμένη γυναίκα με μαύρα μαλλιά και διεισδυτικό βλέμμα. Δεν τη βοηθά να φανταστεί τι θα συναντήσει.
Την πόρτα ανοίγει ο φύλακας. Η Μορφέα μένει σ ένα μεγαλοπρεπές νεοκλασικό στην καρδιά της Αθήνας. Η Ιωάννα δεν πίστευε στα μάτια της.
Τι χαζεύεις; Ψάχνεις τι να κλέψεις; γρυλίζει μια σπασμένη φωνή.
Η σκυτάλη καρότσι γλιστράει προς το λόμπι καλοντυμένη, γεροντική, με μάτια γέρακου, μικροκαμωμένη λες και την πήρε ο αέρας.
Καλημέρα, κυρία Εμμανουέλα, ψελλίζει η Ιωάννα.
Μίλα δυνατά. Μη χαζεύεις, διατάζει η Μορφέα. Τα χέρια απ τις τσέπες. Μη ξεχάσεις καλύμματα παπουτσιών. Έχω δρύινο παρκέ. Από κει βάλε τα ειδικά. Πάμε γρήγορα. Ώρα για πρωινό.
Η Ιωάννα φοράει ατσούμπαλα καλύμματα, τρέχει από πίσω της.
Χτένισέ μου τα μαλλιά. Αλλά ήρεμα! διατάζει ξανά. Όχι, δε σκαμπάζεις. Άφησέ τα. Πιάσε το περούκα. Χτένισέ το καλά.
Συγγνώμη, δεν κατάλαβα τι θέλετε, διστάζει η Ιωάννα.
Πάντα ανίκανες στέλνουν! Δεν υπάρχει εργοστάσιο ηλιθίων; Φέρε μου τσάι, γρήγορα.
Στην κουζίνα, η Ιωάννα βάζει τσάι. Η Μορφέα το περιεργάζεται στο φως, λες κι αναζητά δηλητήριο, κι ύστερα το αδειάζει κατά λάθος πάνω στην Ιωάννα.
Με σκούντησες. Δικό σου το λάθος.
Η Ιωάννα αναπνέει βαθιά.
Μπορώ να πλυθώ;
Του υπηρετικού προσωπικού το μπάνιο κάτω. Ώρα σου να μάθεις.
Όλα όπως τα ζητά. Μέχρι το βράδυ, η Μορφέα παίρνει χαρά να παιδεύει τη νέα βοηθό. Η Ιωάννα καταλαβαίνει: πρόκειται για τεστ αντοχής. Σφίγγει τα δόντια κι αντέχει δεν μπορεί να την διώξει απ τα πρώτα λεπτά.
Το βράδυ, η Μορφέα κουράζεται, ηρεμεί. Πριν κοιμηθεί, η Ιωάννα της κάνει απαλό μασάζ. Όταν σιγουρεύεται πως ροχαλίζει, πηγαίνει να φύγει.
Το επόμενο πρωί, η ατμόσφαιρα είναι καλύτερη. Η Μορφέα από τις 07:00 την προσβάλλει για τα ρούχα και το στυλ της. Η Ιωάννα της ετοιμάζει το πρωινό, χτενίζει το περούκα της εύκολα αυτή τη φορά.
Μετά, ζητά ραντεβού για μανικιούρ, απαιτεί να αλλάξει ρόμπα και να πάει στο μπουγιάρ το ιδιωτικό της δωμάτιο.
Δεν άργησε να φανεί το γιατί τόση φασαρία.
Μετά το μεσημεριανό, φέρνουν μανικιουρίστα και ακολουθεί επίσκεψη γηραιού κυρίου, του Ορέστη, παλιού φίλου. Η Ιωάννα ετοιμάζει καφέ, τρομάζει μην κάνει λάθος. Η Μορφέα, μπροστά στο φίλο, ηρεμεί.
Το βράδυ, ρωτά.
Τι ήταν εκείνο που μου έκανες πριν κοιμηθώ;
Μασάζ, απαντά η Ιωάννα.
Είσαι ειδικός;
Όχι, μόνη μου έμαθα.
Καλά, κάνε μου ξανά, συγκαταβατικά επιτρέπει η Μορφέα.
Έτσι, κάθε βράδυ το τέλος είναι μασάζ.
Τρεις μήνες περνούν χωρίς να το καταλάβει. Η Ιωάννα έχει μόνο μια μέρα ρεπό, σχεδόν δεν βλέπει τη Χρύσα, αλλά τουλάχιστον η Ελένη σταμάτησε να δουλεύει και ξεκουράζεται. Ο καιρός γλυκαίνει μεταξύ τους. Η Μορφέα την παρατηρεί, δοκιμάζει την υπομονή και το χαρακτήρα της. Μια μέρα, ρωτά ξαφνικά:
Οι δικοί σου πώς αντέχουν το αγχωτικό σου ωράριο;
Μόνο η μάνα μου κι η κόρη μου, απαντά η Ιωάννα. Μα δεν έχουμε και πολλά περιθώρια επιλογής.
Πόσων χρόνων είναι το παιδί; Κάτι ασχολείται;
Κλείνει τα έξι. Ζωγραφίζει από μικρή, περιορίζεται η Ιωάννα, θυμούμενη την αυστηρή προειδοποίηση της Μαρίας.
Να την φέρεις. Να γνωριστούμε, κάνει νεύμα αυταρχικά η Μορφέα.
Έτσι, η μικρή Χρύσα αρχίζει να έρχεται στη δουλειά της μαμάς της. Καθισμένη διακριτικά σε μια γωνιά, ζωγραφίζει με τα χρώματά της. Μια μέρα, φτιάχνει το πορτρέτο της Μορφέα, τόσο πετυχημένο που η κυρία της ζητά να το κορνιζάρουν.
Σταδιακά, αρχίζουν να δένονται. Η Ιωάννα δεν τρέμει πια μη χάσει τη δουλειά.
Η Μορφέα πάσχει από σοβαρή εκφυλιστική νόσο των αρθρώσεων οι χειρουργικές επεμβάσεις δεν ωφελούν. Όταν υποφέρει, η Ιωάννα της κάνει για ώρες μασάζ, κι ηρεμεί κάπως. Κάποια νύχτα η Μορφέα ζητά να μείνουν η Ιωάννα και η Χρύσα. Τους δίνει τον ξενώνα.
Κάτω απ το ροχαλητό της κόρης της, η Ιωάννα φαντάζεται για μια στιγμή πως αυτό είναι το μέλλον της. Έχει αγαπήσει αυτό το παλιό σπίτι, με τον αέρα του παλιού καιρού.
Το επόμενο πρωί η Μορφέα σηκώνεται καλύτερα, τρώει πρωινό με τη Χρύσα, και δίνει εντολή στην Ιωάννα να καθαρίσει το γραφείο της. Εκεί, βρίσκει ένα κιτρινισμένο άλμπουμ. Τελειώνοντας την καθαριότητα, το πηγαίνει στην κυρία της.
Μπορούμε να το δούμε μαζί;
Αχ, αλλοτινές εποχές άνοιξέ το, κουνά το κεφάλι η Μορφέα.
Κάθονται τρεις γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Πρώτες, παιδικές φωτογραφίες της Εμμανουέλας. Ξαφνικά, η Χρύσα πετάγεται:
Ορίστε, η γιαγιά! Έχουμε ίδια φωτογραφία.
Η Ιωάννα κοιτάζει έκπληκτη. Πράγματι, στη σελίδα, η νεαρή Ελένη.
Από πού είναι αυτή η φωτογραφία; ψιθυρίζει η Ιωάννα.
Η Μορφέα την κοιτάει εξεταστικά.
Είσαι δηλαδή κόρη της Ελένης; μουρμουρίζει. Πόσο χαζή είμαι… Πάντα έλεγα πως κάπου σε ξέρω.
Γιατί έχετε φωτογραφία της μαμάς; Ξεχάστηκαν;
Ήμασταν φίλες παιδικές, ξεφυσά η Μορφέα. Εκείνη… ταλέντο στη γυμναστική, εγώ στο τραγούδι. Ζούσαμε στο ίδιο τετράγωνο, στα ίδια φροντιστήρια. Κάποτε τσακωθήκαμε για τον Ιάσονα, το νέο τότε προπονητή της Ελένης. Εκείνος έμεινε σ εμένα, η δική σου μάνα λόγω αυτού αποκλείστηκε από την εθνική. Από τότε σπάνια ειδωθήκαμε.
Δεν ήξερα τίποτα, ψιθυρίζει η Ιωάννα. Μα το επίθετό σας τότε;
Ήμουν Σιδέρη τότε. Παντρεύτηκα τον Ιάσονα, αλλά χωρίσαμε σ ένα τρίμηνο. Κράτησα το δικό του επίθετο, Μορφέα, γιατί ακουγόταν καλύτερο για την καριέρα.
Απ εκείνη τη στιγμή, το μυαλό της Ιωάννας είναι μόνο στη συνάντηση των δύο γυναικών. Η ευκαιρία εμφανίζεται μόνη της.
Η Μορφέα ζητά πάλι να μείνει η Χρύσα το βράδυ. Το πρωί όμως έχει εκδρομή, κι έτσι η Ιωάννα παρακαλεί τη μάνα της να περάσει να την πάρει. Η Ελένη εμφανίζεται με το παλιό, ξεσκισμένο της πανωφόρι.
Η Μορφέα ήδη προετοιμαζόταν για ύπνο, αλλά κατεβαίνει στον προθάλαμο.
Ποιος είναι; Δεν περιμένω κανέναν, γρυλίζει.
Καλησπέρα, Εμμανουέλα, λέει η Ελένη ψυχρά. Ούτε εγώ χάρηκα να σε δω.
Αμοιβαία, ρουθουνίζει η Μορφέα. Βλέπω, η ζωή σε πείραξε.
Όσο όλους, απαντά η Ελένη. Τουλάχιστον, έχω κόρη και εγγονή. Ενώ εσύ περιμένεις ξένους να σε φροντίσουν. Όλα αυτά τα παντρολογήματα τι σου 'φεραν;
Ούτε εσύ έκανες τίποτα καλύτερο, ξεκαρδίζεται η Μορφέα. Ξέρω ακόμα ότι ζεις ακόμη με το πατρικό όνομά σου, σαν παλιά κόρη.
Τότε η Ελένη χαμογελάει γλυκά.
Α, Εμμανουέλα Δεν σε μίσησα ποτέ. Ήμουν περήφανη που ένα κορίτσι απ τη γειτονιά μας τα κατάφερε. Θυμάσαι πριν πέντε χρόνια το τηλέφωνο με παραποιημένη φωνή;
Η Μορφέα ασπρίζει.
Τότε που σε ξελόγιαζε ο ηθοποιός από το μικρό θέατρο; Εσύ ετοιμαζόσουν να του αφήσεις το σπίτι. Τον άκουσα να λέει πως θα σε βάλει σε ίδρυμα και θ αράξει με τη μικρή του κοπέλα. Έτσι, άλλαξα φωνή και σε προειδοποίησα.
Εσύ ήσουν λοιπόν; ψιθυρίζει χαμένη η Μορφέα.
Δεν έμαθα να σε μισώ, λέει η Ελένη. Καλλιτέχνες σαν εσένα, άλλο μέτρο έχουν. Μα όταν κινδύνευες στ αλήθεια, εκεί έκανα το βήμα.
Η Μορφέα σκύβει το βλέμμα.
Με έσωσες τότε, παραδέχεται. Αυτός ο άχρηστος μου είχε θολώσει το μυαλό. Μετά, προσέλαβα ντετέκτιβ.
Μπράβο, ειρωνεύεται ελαφρά η Ελένη. Εμείς πάμε τώρα, η μικρή νυστάζει.
Ελένη, στάσου. Πώς ζεις τώρα;
Σε διαμέρισμα, μετά την έξωση απ το παλιό σπίτι. Ούτε τα δικά σου παλάτια, αλλά τη βγάζουμε.
Ωραία. Από αύριο μετακομίζετε εδώ. Το παλάτι έχει δωμάτια. Χύτρα για τη Χρύσα ετοίμαζα ούτως ή άλλως. Χωρίς αντιρρήσεις έχουμε να πούμε πολλά. Ποιος ξέρει πόσο μένει σε δύο γριές σαν εμάς; Εγώ ξέρω πια τον χρόνο μου.
Η Ελένη κάθεται, εξουθενωμένη.
Περίπου οχτώ μήνες.
Τι λες; πανιάζει η Μορφέα. Καρκίνος;
Όχι, καρδιά. Για χειρουργείο δεν φτάνουν τα λεφτά, ξεφυσά η Ελένη. Υγεία ούτε αγοράζεις ούτε προλαβαίνεις να μαζέψεις.
Εντάξει, μετακομίζουμε, και μετά βλέπουμε, διατάζει η Μορφέα. Εγώ σου χρωστάω. Και μην παραπονιέσαι, χρόνια το μετάνιωνα για τον Ιάσονα.
Άμα αρχίσουμε τους Έρωτες του γυμνασίου, καήκαμε, γελά η Ελένη. Εμείς σήμερα στο σπίτι, αύριο συζητάμε.
Ο οδηγός μου θα σας πάει, ανακοινώνει η Μορφέα. Αύριο επιστρέφετε με τη μετακόμιση και την Ιωάννα.
Εκείνη την νύχτα, η Μορφέα δεν κοιμάται. Ρωτά τη Ιωάννα για την υγεία της μητέρας της, θυμάται τα παλιά, μετανιώνει για όσα έχασε. Η ευγνώμονη φιλία της Ελένης αγγίζει απρόσμενα την καρδιά της.
Μέσα σε μια βδομάδα το παλάτι αλλάζει. Έρχονται κατάλογοι, δείγματα, επιπλώσεις, χρώματα, φωτιστικά η Μορφέα επιβλέπει κάθε λεπτομέρεια.
Τα βράδια, πίνουν τσάι στο μεγάλο σαλόνι, με θύμησες και ιστορίες. Όταν τελειώνει η μετακόμιση, η Μορφέα ανακοινώνει:
Ελένη, ο καρδιοχειρουργός είπε: επέμβαση σε 2 βδομάδες. Ο γιατρός γιος καθηγητή, αλλά κράτα τον χαρακτήρα!
Κατάφερες να πάρεις σειρά; σαστίζει η Ελένη. Μα γιατί;
Δεν υπάρχει σειρά. Τα πλήρωσα όλα. Θα χειρουργηθείς και θα γίνεις καλά. Η Χρύσα θέλει δυνατή γιαγιά, γιατί εγώ πια χαλάω.
Είσαι τρελή, δακρύζει η Ελένη. Δεν έπρεπε τέτοια θυσία.
Τα λεφτά δεν πάνε στον τάφο, κλείνει τη συζήτηση η Μορφέα. Εσύ θα εγχειριστείς, η Ιωάννα θα περιποιείται, κι εγώ μένω με τη Χρύσα. Μετά το μασάζ, να δεις, όντως νιώθω καλύτερα.
Η Ελένη μπαίνει τελικά στο ιδιωτικό νοσοκομείο. Ο γιατρός: Βασίλης Σμυρνιώτης νέα γενιά καρδιοχειρουργών, με ήθος και ανθρωπιά. Μια μέρα, βλέποντας την Ιωάννα με τη μητέρα της, χαμογελά:
Σπάνια βλέπω τέτοιους δεσμούς. Πολύ τυχεροί όσοι σας έχουν. Και ο άντρας σας, είμαι σίγουρος.
Μόνο μια κόρη έχω, ντρέπεται η Ιωάννα. Μα είναι ο κόσμος μου.
Δεν αμφιβάλλω, της ανταποκρίνεται ο Βασίλης. Εγώ παντρεύτηκα μικρός, πάνω στα όνειρα. Εκείνη ήθελε την καλοπέραση του όνοματος κι όχι εμένα. Η αγάπη μας τέλειωσε όταν αναγκάστηκα να φύγω από την Αθήνα.
Θα βρείτε την κατάλληλη, του λέει σιγανά η Ιωάννα.
Ίσως ήδη τη βρήκα, λέει σχεδόν σιγανά, στρέφοντας το κεφάλι αλλού.
Η Ιωάννα πιάνει τον εαυτό της να κοιτά τον γιατρό αλλιώτικα. Δεν έχει τα εξωτερικά χαρίσματα του Αλέξανδρου, αλλά είναι γεμάτος καλοσύνη, μυαλό και άνεση.
Η ανάρρωση της Ελένης διαρκεί μία εβδομάδα. Η Μορφέα κάνει πως τα βγάζει πέρα μόνη αλλά το βράδυ υποφέρει. Η Χρύσα έχει αρχίσει να τη λέει γιαγιά, να τη νιώθει κομμάτι της οικογένειας.
Η Μορφέα δείχνει κουρασμένη, ακόμα και το καρότσι βαραίνει στα χέρια της.
Ένα βράδυ της λέει:
Ώρα να σταματήσεις τη δουλειά ως οικιακή βοηθός.
Θέλετε άλλη γυναίκα; τρομάζει η Ιωάννα.
Βλαμμένη Γιατί να θέλω; Θέλω να πας να σπουδάσεις μασάζ σωστά. Με επίσημο δίπλωμα. Τα πληρώνω εγώ. Μπορείς;
Φυσικά, γνέφει ενθουσιασμένη. Μα είναι πολύ ακριβό
Είμαι η νεράιδα σου! χαμογελά η Μορφέα. Θέλω όμως να είσαι η καλύτερη. Θα πληρώσω τα πάντα. Με έχεις κάνει καλά, μου το οφείλω.
Η Ιωάννα ξεκινά σπουδές. Τα μαθήματα παραδίδει ο Στέφανος Αντωνίου έμπειρος δάσκαλος, της δείχνει εμπιστοσύνη. Κατά την αποφοίτηση, λέει:
Ξέρετε το spa Βανίλια;
Το όνειρο κάθε μασέρ! γελάει η Ιωάννα. Το κορυφαίο κέντρο στην Αθήνα.
Είναι δικό μου. Θα έρθετε μαζί μου; Θέλω άτομα με μεράκι. Εμπιστεύομαι τα χέρια σας.
Η Ιωάννα δε βρίσκει λόγια, βουρκώνει.
Έτσι, αφοσιώνεται στη δουλειά. Κάποια έξοδα για τα επόμενα μαθήματα τα καλύπτει ο ίδιος ο Στέφανος, αποκαλώντας το υποτροφία. Σύντομα εργάζεται στο Βανίλια. Το ωράριο βολικό: πρωινά κανονίζει να προσέχει η μάνα της τη Χρύσα και τις υπόλοιπες ώρες βρίσκεται κοντά στη Μορφέα αλλά και στη Χρύσα που πάει σχολή ζωγραφικής.
Σε λίγο, οι πελάτες ζητούν τη δική της ώρα και όχι του ιδιοκτήτη.
Ταυτόχρονα, τα αισθήματα με τον Βασίλη δυναμώνουν. Πρώτα φιλία, μετά έρωτας. Ο Βασίλης έγινε ο καρδιοχειρουργός της κλινικής, βρήκε την ευτυχία στη νέα του πόλη. Τα Σαββατοκύριακα, βόλτες σε πάρκα και θέατρα, παραμύθια και παιχνίδια.
Η Ελένη αναρρώνει και δειλά ξαναδουλεύει, μα η Μορφέα χάνεται στο κρεβάτι, οι πόνοι δυναμώνουν μόνο το μασάζ την ανακουφίζει για λίγο.
Ο Βασίλης παραπέμπει πλέον τους ασθενείς του στην Ιωάννα για αποκατάσταση. Η Ιωάννα εμβαθύνει στις αποθεραπείες καρδιολογικών ασθενών. Όσο προχωρούν τα μαθήματα, τόσο πλησιάζει τον Βασίλη.
Ο Βασίλης περνά σχεδόν καθημερινά στο σπίτι της παρέας το σπίτι της Μορφέα, που νιώθουν όλοι πια δικό τους σπίτι. Η Μορφέα του δίνει την ευχή της:
Μη τολμήσεις να πειράξεις τις κοπέλες μου, γρυλίζει.




