31 Δεκεμβρίου
Σήμερα ένιωσα το βάρος της μοναξιάς να με πλακώνει. Όλα ξεκίνησαν δύο μήνες πριν, όταν ο Μιχάλης, ο άντρας μου, μου αποκάλυψε ότι έχει άλλη γυναίκα. Και περιμένει παιδί μαζί της. «Συγγνώμη, Έλενα, αλλά δυο χρόνια μαζί κι ακόμα παιδιά δεν κάναμε. Άρχισα να αμφιβάλλω για μένα. Εκείνη… εκείνη έμεινε έγκυος…» ψέλλισε μια μέρα. Ήθελε, λέει, να είμαι ελεύθερη κι εγώ πλέον. Φεύγει παραμονή Πρωτοχρονιάς, λίγο πριν γεννήσει αυτή η άλλη. Δεν είχα πια κουράγιο να ψάχνω λόγια. Έμεινα στον καναπέ, τυλιγμένη με το ίδιο ρούχο. Έκλαψα τόσο που νόμιζα πως στέρεψα.
Έκλεισα τα μάτια και, χωρίς να το καταλάβω, το μυαλό μου γύρισε σε μια άλλη Πρωτοχρονιά, χρόνια πριν. Ήμουν μαθήτρια στην πέμπτη τάξη στη Σαλονίκη. Με τις φίλες μου, τη Δήμητρα και την Αναστασία, τριγυρνούσαμε στο παλιό κατάστημα μεταχειρισμένων κάτω από την Εγνατία. Οι βιτρίνες του ήταν γεμάτες μικρά θαύματα: παιχνίδια, κοσμήματα, διακοσμητικά. Εκείνη τη μέρα το μάτι μου έπεσε σε μια μικρή σκούρα μπλε μουσική κασετίνα με χρυσά μοτίβα απ’ έξω. Μόλις ο πωλητής άνοιξε το καπάκι, ξεχύθηκε μια απαλή μελωδία και από μέσα στριφογύρισε μια μπαλαρίνα ντυμένη καταλευκή. Μαγεύτηκα ούτε ανάσα δεν έβγαζα.
«Πόσο κοστίζει;» ρώτησε αμέσως η Δήμητρα.
Ο καλός κύριος χαμογέλασε: «Δέκα ευρώ». Για παιδιά ήταν αδύνατο ποσό. Εμείς στο διάλειμμα παίρναμε ένα-δυο ευρώ για φαΐ. Να μαζέψω δέκα; Αδύνατο! Αν πήγαινα σινεμά, έπαιρνα τρία ευρώ, αλλά πού να βρεις τα υπόλοιπα; Πατέρας μόνιμα ταξίδια, μάνας λογική προτιμά τρία κιλά κρέας παρά χαζομπαλαρίνες.
«Ούτε να το αναφέρω στη μάνα», σκέφτηκα. Μόνο από τον πατέρα ίσως. Κάθε μέρα, όμως, περνούσα έξω από το μαγαζί να χαζεύω την μπαλαρίνα. Ο πωλητής μού την έβαζε και χόρευε, με κατανόηση. Σε έξι μέρες, ήξερα κάθε σημάδι της: γδαρμένη γωνία, ελαφρώς σπασμένο άκρο, ένα λιλιπούτειο λεκέ στο τούλινο φόρεμα. Της έλειπε και το ένα παπουτσάκι του μπαλέτου. Αλλά για μένα, αυτή ήταν τέλεια.
Μόλις γύρισε ο πατέρας, τον πήρα από το χέρι κατευθείαν στο κατάστημα.
«Λυπάμαι, την πήραν πριν δύο ώρες…» μου είπε ο πωλητής.
Δεν άντεξα, ξέσπασα σε δάκρυα.
«Έλα, κορίτσι μου, να σου πάρω μια πάστα σοκολατίνα. Όπως σ αρέσει, με σοκολατένιες μανιταράκια πάνω» είπε ο πατέρας μου. Τρυφερός όπως πάντα.
Με πήγε στο ζαχαροπλαστείο, αλλά εγώ δεν έπαψα να σκέφτομαι την κασετίνα. Την επόμενη, η Αναστασία έφερε τη δικιά της τη δική μου! στο σχολείο. Την είχε πάρει η γιαγιά της, επειδή ήρθε στην πόλη για Πρωτοχρονιά, λέει, κι η Αναστασία την τράβηξε στο ίδιο κατάστημα. Κι εγώ; Έκλαιγα ξανά, γεμάτη παράπονο. Ο Αντρέας, ο συμμαθητής που είχε αδυναμία σε μένα, ήρθε κοντά. «Μην κλαις, θα σου βρω ίδια», μου υποσχέθηκε. «Καλέ, που θα βρεις τέτοια κοσμήματα; Είσαι χαζούλης», του απάντησα. Και το μετάνιωσα αμέσως.
Εκείνο το βράδυ κρύωνα στην αυλή, χωρίς μπουφάν, και φυσικά αρρώστησα. Ο Αντρέας ήρθε την ίδια μέρα: «Μέχρι να σου βρω την μπαλαρίνα, δε θα σταματήσω», μου είπε πάλι. «Είναι εισαγόμενη, γράφει από κάτω „Made in Germany”», του είπα γκρινιάρικα. «Θα πάω, λοιπόν, στη Γερμανία», υποσχέθηκε με αυτοπεποίθηση.
Από εκείνη τη χρονιά γίναμε φίλοι κολλητοί. Μεγαλώνοντας, ο δεσμός μας βαθαίνοντας. Στην τρίτη γυμνασίου ο Αντρέας με φίλησε για πρώτη φορά κι εγώ δεν τον απομάκρυνα. Μετά το Λύκειο τον πήρε φαντάρο στην Κομοτηνή· η μοίρα τον έστειλε και σε αποστολή στη Γερμανία. Τα γράμματά του πάντα τελείωναν με αστείο: «Την μπαλαρίνα ακόμα δεν τη βρήκα…»
Αλλά δεν τον περίμενα. Λίγους μήνες πριν απολυθεί γνώρισα το Μιχάλη. Έπαιζε κιθάρα, μου έγραψε τραγούδι, με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Σε δύο μήνες παντρευτήκαμε.
Ο Αντρέας όταν γύρισε με πήρε είδηση παντρεμένη. Άνοιξε πανιά για τη θάλασσα, μπάρκο σε νορβηγικό πλοίο, και χάθηκε για χρόνια. Δεν ξανάπιασε κουβέντα μαζί μου.
Σήμερα έμεινα μόνη. Στο ημερολόγιο, 31 Δεκέμβρη. Όλοι οι φίλοι με οικογένειες. Ένοιωθα σαν ξένος, δεν ήθελα να γίνω έξτρα φορτίο στη δική τους γιορτή. Πήγα στη λαϊκή και στο Σκλαβενίτη, αγόρασα ό,τι χρειαζόταν για φαγητό της προκοπής. Με τα ψώνια μπήκα στην πολυκατοικία και μπροστά μου, βγαίνοντας από το ασανσέρ, στάθηκε… ο Άγιος Βασίλης!
Με έπιασαν τα κλάματα στη θέα του.
«Γιατί κλαις, κόρη μου;» μου λέει με ψεύτικη γέρικη φωνή ο άγνωστος, φορώντας κόκκινη στολή. «Γιορτές είναι! Πάρε αυτό.» Μου δίνει ένα κουτί. Έφυγε πριν προλάβω να πω ευχαριστώ.
Ήταν βαρύ. Μπαίνοντας στην κουζίνα, το ανοίγω σιγά σιγά. Μέσα… μια ολοκαίνουργια μπλε κασετίνα με χρυσή διακόσμηση. Άνοιξα το καπάκι, ξεκίνησα τη μελωδία, και να… μια χορεύτρια με δύο παπουτσάκια μπαλέτου στροβίλιζε. Έψαξα στο συρταράκι, βρήκα ένα χρυσό δαχτυλίδι.
Έτρεξα στο παράθυρο. Ο Άγιος Βασίλης κάτω στην αυλή, γυρίζοντας να φύγει. Πέταξα σ’ έξω όπως ήμουν με τις παντόφλες κι έπεσα στην αγκαλιά του.
«Βρε χαζούλη!» του ψιθύρισα, σφίγγοντάς τον. Ήταν ο Αντρέας καλά κρυμμένος κάτω από τα άσπρα γένια. «Σου το είχα υποσχεθεί… Κι όταν υπόσχεται κάποιος Έλληνας κάτι, το κρατάει! Την βρήκα στη Γερμανία… Για σένα», μου είπε.
Μάθημα: Ο χρόνος κύκλους κάνει, κι οι άνθρωποι που σε αγάπησαν αληθινά, μπορεί να αργήσουν, αλλά τελικά θα βρουν το δρόμο τους πάλι κοντά σου. Ό,τι είναι να γίνει, θα βρει το δρόμο του ακόμη κι αν χρειαστεί να ταξιδέψει ως τη Γερμανία κι απέναντι.





