Σήμερα, καθώς κάθονταν τα φθινόπωρα τα φύλλα στο κήπο της γειτόνισσάς Μαρίας, άρχισα να καταγράφω σ ένα σημειωματάριο. Η γιαγιά Βασιλική, που ζει μόνη της στο μικρό της σπίτι στην πόλη της Πομπηίας, βρήκε μια μικρή γκρι γατάκια στο μαντρί της. Η Βασιλική είναι πάντα καλοπροαίρετη· ποτέ δεν αρνείται σε ένα αδέσποτο ζώο.
Κράτησα το γατάκι κοντά στην καρδιά μου. Όταν άρχισε να βρέχει, το ζωράδισε το δροσερό νερό και τρεμόπαιξε. Στο σπίτι της Βασιλικής υπήρχε μια παλιά κεραμωτή φούρνος, που τριγυρνούσε με το τζιτζίκι του ξύλου. Μέσα στην ζεστή ατμόσφαιρα, το γατάκι άρχισε να ζεσταθεί και να πιει το γάλα που η γιαγιά του πρόσφερε με αγάπη. Τώρα η Βασιλική δεν ένιωθε πια τη μοναξιά· είχε κάποιον να της μιλήσει.
Το γατάκι ήθελε πάντα να πεταλούδα μέσα στα νήματα του χνουδιού που έπλεκε η γιαγιά, ενώ αυτή συνέχιζε να υφαίνει κάλτσες και γάντια. Οι πελάτες της μικρής της καταστήματος είχαν πάντα κάτι να αγοράσουν· το γατάκι άφησε γρήγορα τα ίχνη του, κυνηγώντας ποντίκια και αρουραίους, γνωρίζοντας καλά κάθε γωνία του κήπου.
Στο τέλος, η Βασιλική αρχίσε να το αποκαλεί τρυφερά «Κατσίκα». Η Κατσίκα απαντούσε στα κάλματα της. Μία μέρα, η γειτόνισσα Μαρία άρχισε να ψιθυρίζει ότι το ζώο δεν είναι γάτος, αλλά φαίνεται πιο πολύ σαν σκαντζόχοιρο ή κάποιο παραφυσικό πλάσμα. Η Βασιλική δεν έδωσε σημασία στα λόγια της.
Το καλοκαίρι, καθώς η Βασιλική έσκαψε φράουλες και φασκόμηλο στο κήπο, άκουσε ένα ψιθυριστό θόρυβο. Γυρίζοντας το κεφάλι, είδε ένα τεράστιο φίδι που κυλιόταν πάνω σε ένα πέτρινο τοίχο. Ήταν έτοιμο να χτυπήσει. Τα πόδια της να τριγυρίζουν σαν γάλα ζεστό, αλλά δεν είχε την ευκαιρία να αντιδράσει.
Ξαφνικά, η Κατσίκα πήδηξε πάνω στο φίδι και το αρέστησε. Με μια στροβιλιζόμενη κίνηση, οδήγησε το φίδι πάνω σε ένα ψηλό δέντρο, όπου το άφησε να κρέμεται αδυνατώντας. Η γειτόνισσα, που είχε ανοίξει το παράθυρο, άκουσε τις κραυγές του φιδιού, αλλά η Κατσίκα, με μια γρήγορη άλμα, το έπιασε ξανά και το έσυρε πίσω, αγνοώντας τα τραύματα του.
Από εκείνη τη στιγμή, η Μαρία απέφυγε να μπαίνει στο σπίτι της Βασιλικής και συνέχισε να λέει πως η γιαγιά έχει τρελθεί και φυλάει ένα σκαντζόχοιρο ή έναν μεταμορφωτή. Η Βασιλική, όμως, δεν άκουγε τίποτα· αγαπούσε το γατάκι της, το χάιδεψε και αυτό κύλησε πάνω στο μικρό χαλί δίπλα στο κρεβάτι της.
Η Κατσίκα αγαπούσε να τρέχει στα ψηλά χορτάρια, μερικές φορές ακόμη να κοιμάται εκεί την καλοκαιρινή ζέστη. Όταν ήρθε η ώρα, επέστρεφε πάντα σπίτι.
Μια νύχτα, η Βασιλική κοιμήθηκε βαθειά, αφήνοντας ένα μικρό παράθυρο ανοικτό, γιατί το γατάκι συνηθίζει να βγαίνει έξω όταν χρειάζεται. Δύο τοπικοί αλκοολικοί, που άκουσαν ότι η γιαγιά μόλις έλαβε το συνταξιοδοτικό της ποσό, έσπασαν το παράθυρο και έβαλαν μια περούδα στο στόμα της για να μην φωνάξει. Ξύπνησαν ξαφνικά, τρομαγμένοι, και άρχισαν να ρωτούν για τα λεφτά. Η Βασιλική, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, κλάγε και τρέμουσε.
Η μία από τις δύο παγίδες έσπασε και το σήμα του φωνίας άφησε την περούδα στο στόμα της. Τα πράγματα άρχισαν να ανακατεύονται στο σπίτι· τα έπιπλα γυρίζονταν ανάποδα. Τότε, μια μεγάλη σκιώδης μορφή με άγρια πράσινα μάτια πήρε θέση στο παράθυρο. Η σκιώδης μορφή, που θυμόταν έναν γίδανο από τα παλιά παραμύθια, άλμασε επάνω σε έναν από τους κλεφτές, τυλίγοντας του το λαιμό, και μετά σε έναν άλλο, τυλίγοντας του τα μάτια, κάνοντάς τα να τρέμουν σαν χελώνες.
«Θεέ μου, άσχημη δύναμη!» φώναξε ο ένας, καθώς ο άλλος άρχισε να βρυχάται σαν χοίρος. Η σκιώδης μορφή είχε το γούψιμο ενός λαγού, με το σαράντα δάχτυλο του φωτώντας στο σκοτάδι. Η Βασιλική τράβηξε γρήγορα την περούδα από το στόμα της και άναψε το φως.
Τα φώτα άναψαν σε όλα τα παράθυρα· οι κλεφτές δέθηκαν. Η Βασιλική, με όλη της τη φωνή, φώναξε: «Βοήθεια!». Σύντομα ο παππούς από το διπλανό σπίτι έσπευσε μέσα. Στο πάτωμα βρέθηκαν τα δύο αλκοολικά, το ένα με το κεφάλι του σκισμένο, το άλλο με το χέρι του σταγόνειν στον λαιμό, το σπίτι γεμάτο αίμα.
Η Βασιλική κάθισε στο κρεβάτι της, αγκαλιάζοντας τη Κατσίκα, η οποία σφύριζε και δεν άφηνε κανέναν να προχωρήσει. Θυμήθηκε τη γειτόνισσα Μαρία και το τρίτο μέλος της ομάδας των ληστών. Οι άνθρωποι τρέχαν ανάποδα, βρήκαν τον τελευταίο κλέφτη κρυμμένο σε μια σάουνα, όπου προσπαθούσε να κρύψει το κέρδος του.
Ανέσυραν τα λεφτά που είχε κλέψει, τα έδωσαν πίσω στη Μαρία και αποφάσισαν να μην καλέσουν την αστυνομία· τα παράγοντα το κόστος για την οικογένεια ήταν πολύ πιο μεγάλο.
Ο ένας από τους κλέφτες, τσακισμένος, είπε πως «είναι μόνο ένα γάτο, όχι τίποτα άλλο». Ο άλλος προσέθεσε ότι τον είχε δει στη τηλεόραση. Η Βασιλική, σφιγγώντας το χέρι της, τον χτύπησε και φώναξε: «Τι λες, βλακώ; Μην λες άσχημα πράγματα για το γάτο μου! Εσύ είσαι που είναι άσχημος!».
Κλείνοντας αυτό το ημερολόγιο, συνειδητοποιώ πως η αφοσίωση και το θάρρος ενός μικρού ζώου μπορούν να προστατεύσουν μια κοινότητα από το κακό. Η καρδιά μας πρέπει να είναι ανοιχτή, όπως η αγκαλιά της Βασιλικής προς τη γατάκι της· όταν προστατεύουμε τους αδυνάτους, προστατεύουμε και τον εαυτό μας. Το μάθημα: το νόημα της δύναμης δεν βρίσκεται στο μέγεθος, αλλά στην αγάπη που δίνουμε.





