Κάποια πράγματα στη ζωή είναι αναπάντεχα. Πίστευα πως το τέλος μου θα ερχόταν αργά, μες στο κρύο, μόνος και πληγωμένος να παγώνω από την πείνα, την προδοσία, την απελπισία. Εκεί, όμως, που το σκοτάδι έμοιαζε πιο βαθύ από ποτέ, ένιωσα δίπλα μου κάτι μικρό και ζεστό
Με πέταξαν έξω. Έτσι απλά. Μετά από δέκα χρόνια σε ένα σπίτι, με μια οικογένεια στη Νέα Σμύρνη.
Αφορμή στάθηκε η συμβουλή του παιδιάτρου: ότι ίσως ο νεογέννητος γιος τους να είχε αλλεργία στη γάτα. Αυτό το αβέβαιο «ίσως» υπήρξε αρκετό για να τελειώσουν όλα για εμένα.
Ποιος θέλει άλλωστε έναν γέρικο γάτο δέκα χρόνων; Χωρίς πολλή σκέψη, ο άντρας του σπιτιού με πήρε και με άφησε στη διπλανή πολυκατοικία, μέσα στον χειμερινό χιονιά της Αθήνας. Ήξερε πως δε θα επέστρεφα, πως η παγωνιά εκείνο το βράδυ θα ήταν θανάσιμη.
Σκληρή λογική. Ξερή, ψυχρή απόφαση.
Αν η τύχη δεν αποφάσιζε να αναμειχθεί, πράγματι ίσως όλα να έληγαν εκεί. Ετοίμαζα να παραδοθώ στο σκοτάδι, όταν ένιωσα δίπλα μου κάτι ζεστό και ζωντανό.
Με δυσκολία μετακινήθηκα, γύρισα και πάγωσα.
Δυο μικρά γατάκια, με μάτια ορθάνοιχτα από φόβο και ελπίδα, στριμώχνονταν κοντά μου.
«Αμάν πια» σκέφτηκα κουρασμένος και πικραμένος. «Ούτε να πεθάνω δε μ αφήνουν ήσυχο. Τι τιμωρία είναι αυτή;»
Γατάκια. Ούτε αυτά γλίτωσαν την εγκατάλειψη στον αθηναϊκό χιονιά. Το γιατί κανείς δε θα το μάθει ποτέ. Τώρα, αν τα παρατούσα, σίγουρα δε θα είχαν καμία ελπίδα. Θα πέθαιναν πλάι μου.
Με κόπο ξύπνησα τα παγωμένα μου πόδια. Μαζεύτηκα και τα σκέπασα με το σώμα μου, τα έγλυφα για να τα ζεστάνω. Εκείνα χώθηκαν πάνω μου με εμπιστοσύνη και τρυφερότητα, λες και έβρισκαν σωτηρία στη μορφή μου.
«Ωραία έμπλεξα» αναστέναξα μέσα μου.
Η πείνα έσφιγγε την κοιλιά μου ασφυκτικά. Για τα μικρά θα ήταν ακόμη χειρότερη. Σηκώθηκα κουτσαίνοντας και σύρθηκα μέχρι τους κάδους εκεί που το φαγητό άφηνε τουλάχιστον ένα ίχνος μυρωδιάς στον αέρα της πλατείας.
Με ζόρι βρήκα δυο παγωμένα κομμάτια από σουτζουκάκι και λίγα ξεχασμένα εντόσθια κοτόπουλου. Τα έφερα στα γατάκια, τα άφησα να φάνε όσο ήθελαν κι ό,τι έμεινε το τελείωσα εγώ. Εκείνα, χορτάτα πια, κουλουριάστηκαν ξανά στην αγκαλιά μου, άρχισαν να γουργουρίζουν και αποκοιμήθηκαν.
Και τότε με πήρε ο ύπνος.
Ξύπνησα με τον ήχο μιας παιδικής φωνής:
«Μαμά, μπαμπά! Ελάτε να δείτε, εδώ είναι μια γάτα με γατάκια!»
Χαμογέλασα ελαφρά. «Γάτα» Ε ναι, λες και νοιάζει κανέναν το φύλο.
Η μικρή δεν έμοιαζε όμως με παιδί που θα άφηνε ένα πλάσμα μόνο του. Γύρισε μετά από λίγο, βαστάζοντας σε μια σακούλα από το φούρνο μπουγάτσες και στη άλλη ένα παλιό, μα ζεστό φλις ριχτάρι. Για πρώτη φορά, ξαπλώσαμε σε κάτι μαλακό.
Και πριν καλά καλά καταλάβω τι έγινε, εμφάνιστηκε ξανά με τον πατέρα της. Εκείνος κουβαλούσε ένα μικρό σπιτάκι, φτιαγμένο από κομμάτια παλιών επίπλων. Μπροστά, χαρτί με κόκκινο μαρκαδόρο: «ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΣΠΟΤΑ. ΤΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ. ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 4.»
Όλο το απόγευμα έβλεπα τους γείτονες να φέρνουν κεσεδάκια με φαγητό, παιδικές κονσέρβες, κονσερβοποιημένες σαρδέλες, ακόμη και βρεφικές τροφές.
Την επομένη, ο Χρήστος με τη μικρή Ελπίδα ήρθαν ξανά να δουν τα «γατάκια με τη μαμά τους». Τα μικρά, φουσκωμένα από το φαγητό, ούτε που κατάφεραν να φτάσουν μέχρι εμένα αποκοιμήθηκαν στη μέση της διαδρομής.
Το βράδυ, που εκείνοι γύριζαν πάλι, τα γατιά πετάχτηκαν προς το μέρος της μικρής φωνάζοντας χαρούμενα.
Τους κοίταζα από το παραθυράκι της καλύβας μου, χασμουριόμουν· άλλη όρεξη για γνωριμίες δεν είχα. Με είχαν ήδη προδώσει άνθρωποι μία φορά, δε χρειαζόμουν ξανά ελπίδες.
«Μαμά, ξέχασες να ταΐσεις τη μαμά των μικρών», είπε η Ελπίδα δειλά.
«Α, εντάξει, είναι μεγάλη πια, θα τα βγάλει πέρα», της απάντησε λίγο αδιάφορα η μητέρα της, η κυρία Μαρία.
«Μπαμπά, για κοίτα, δεν είναι μαμά είναι γάτος!», είπε ξαφνικά ο κύριος Γιώργος.
Η Μαρία κατσούφιασε, έσκυψε και απαλά με ακούμπησε στην κοιλιά. Γρύλισα με ενοχλημένο βλέμμα.
«Μα τι λες, έχεις δίκιο. Είναι γάτος», ψιθύρισε σοκαρισμένη.
«Κατάλαβες τώρα;», σκέφτηκα. «Δε μάντευες τόσο καιρό;»
Τότε με ρώτησε:
«Δηλαδή εσύ, μέσα σ όλο αυτό το κρύο και τη δυστυχία, φρόντισες τα μικρά; Τα ζέστανες, τα τάισες;»
Έμεινα ατάραχος. Τι σημασία είχαν όλα αυτά; Το μόνο που ήθελα ήταν να βρουν τα γατάκια μια οικογένεια. Έπειτα ήλπιζα να εξαφανιστώ, ήσυχα κι απλά, χωρίς μάρτυρες.
Έπαψα να μετράω τους γύρω μου. Άλλωστε η τύχη τίναξε τα χαρτιά μου πάλι στον αέρα
Η κυρία Μαρία δεν έφυγε. Άρχισε να τα βάζει κρυφά με τον εαυτό της και δάκρυζε.
Η μικρή με χάιδεψε προσεκτικά: «Μαμά, κοίτα, είναι σπιτικός, πριν λίγο θα τον ξέβγαλαν».
«Ναι», είπε σκεπτικός ο Γιώργος. «Κάποιος τον παράτησε. Και εκεί που όλοι προσπερνούν, εκείνος αντί να χαθεί έγινε μάνα για τα άγνωστα μικρά. Έβαλε τη ζωή του στην άκρη.»
«Το κάνεις επίτηδες;» αναφώνησε συγκινημένη η Μαρία. «Θες να με κάνεις να κλάψω;»
«Απλώς αναφέρω τα γεγονότα», απάντησε στωικά ο πατέρας.
Με σήκωσε προσεκτικά στην αγκαλιά της. Αντιστάθηκα, αλλά τελικά νιαούρισα και άρχισα να γουργουρίζω. Ο ίδιος απόρησα.
Πίστευα θα με φροντίσουν, θα με ταΐσουν και μετά πάλι στο δρόμο. Όμως οι στιγμές αλλιώς τα έφεραν. Βρέθηκα στο μπάνιο με έλουσαν με σαμπουάν. Αγανακτησμένος φώναζα, αλλά η Μαρία και η μικρή με καθησύχαζαν.
Μετά, με τύλιξαν σε μαλακή πετσέτα και ξάπλωσα σε αφράτο καναπέ. Μύρισα φρέσκο φαγητό, τα μικρά ξαναζεστάθηκαν στην αγκαλιά μου.
«Αληθινός ήρωας», ψιθύρισε η Μαρία, χαϊδεύοντας τη ράχη μου. «Ούτε άνθρωπος δε θα έκανε κάτι τέτοιο»
«Χα!», σκέφτηκα. «Τώρα τα λέμε αυτά; Για να δούμε»
Άρχισα να γουργουρίζω και η μικρή ξέσπασε στα γέλια.
«Ίσως τελικά να αξίζει να μείνω», αναρωτήθηκα. Τα γατάκια στρογγυλοκάθισαν πάνω μου, η Μαρία συγκινήθηκε ξανά.
«Αυτές οι γυναίκες», μονολόγησα. «Πρώτα πλένουν, μετά δακρύζουν. Τις τρώει η συνείδηση»
Κοιμήθηκα σφιχταγκαλιάζοντας τα μικρά. Χωρίς να ξέρω πως ήταν η Μαρία που είχε απαγορέψει στην οικογένεια να φέρουν σπίτι άλλο ένα αδέσποτο, γι αυτό ο Γιώργος και η Ελπίδα έφτιαξαν το σπιτάκι.
Μετά, οι τρεις μας εγώ και τα νέα μέλη της οικογένειάς μου κοιμηθήκαμε κουλουριασμένοι μια μαλακή, τριχωτή μπάλα.
Και η οικογένεια έμεινε όρθια να μας χαζεύει. Ούτε χαμόγελα, ούτε λόγια μα ξέραμε όλοι πως εκείνη τη νύχτα κάναμε το σωστό.
«Τελικά, δεν προσπεράσαμε, έτσι;», ψιθύρισε η Ελπίδα.
Ο Γιώργος και η Μαρία απλά έγνεψαν καταφατικά.
Ίσως, σκέφτομαι, αυτή να ήταν η καλύτερη τους απόφαση εδώ και καιρόΚι όπως αποκοιμιόμουν, άκουγα να ψιθυρίζουν λόγια θαλπωρής υποσχέσεις πως κανένας, μικρός ή μεγάλος, δε θα ξαναέμενε μόνος. Μαζί θα περνούσαμε χειμώνες και καλοκαίρια. Δεν ήμουν πια ταλαιπωρημένος γάτος, ούτε προσωρινός επισκέπτης του σπιτιού. Έγινα πατέρας μιας οικογένειας αλλιώτικης, μα αληθινής.
Στο ζεστό φως του δωματίου, που έσπαγε το σκοτάδι του δρόμου, κατάλαβα: Καμία προδοσία δε διαγράφει το μέλλον, αν υπάρξουν καρδιές ανοιχτές. Η μικρή Μοίρα, που τόσο φοβήθηκα, αυτή τελικά με λύτρωσε.
Και, κάπου ανάμεσα στο βρυχηθμό της βροχής και στο χτύπο της καρδιάς μου, άκουσα τον εαυτό μου να γουργουρίζει ακόμα πιο δυνατά για εμένα, για τα μικρά, για τα χέρια που μας δέχτηκαν.
Γιατί στη ζωή, μερικές φορές, όταν όλα μοιάζουν χαμένα, ένα ζεστό χάδι και δυο φωτεινά μάτια αρκούν. Και βρίσκεις το σπίτι σου εκεί που νόμιζες πως δε σε χωρούσε πια ο κόσμος.
Έτσι τελειώνει η ιστορία μου όχι με σκοτεινή παγωνιά, μα με φως, γέλια και καινούργια αρχή. Κι αν κάποτε ξαναφοβηθώ, θα θυμάμαι: Αρκεί να μείνει έστω ένας να σε περιμένει. Και τότε η ελπίδα κοιμάται κουλουριασμένη πάντα στην αγκαλιά σου.





