Котή μπήκε στον ναό και ξάπλωσε μπροστά στην Αγία Τράπεζα ο παπα-Γιώργος τα κατάλαβε όλα
Η πρωινή λειτουργία κυλούσε ήρεμα, χωρίς βιασύνη. Τα πάντα γνώριμα και αργά: οι ίδιες προσευχές, τα ίδια πρόσωπα κυρίως γιαγιάδες, δέκα το πολύ. Ο παπα-Γιώργος λειτουργούσε στην ενορία πάνω από είκοσι χρόνια και είχε πάψει πια να περιμένει ότι κάποια καθημερινή ο ναός θα γεμίσει.
Ήταν σχεδόν στο τέλος όταν άκουσε το σιγανό τρίξιμο της πόρτας.
Σήκωσε το βλέμμα και έμεινε άναυδος.
Από το κεντρικό διάδρομο προχωρούσε αργά, σαν να ήταν στο σπίτι της, μία γάτα.
Γκρι, αφράτη, με λευκή βούλα στο στήθος. Η ουρά καμαρωτή, το βήμα σίγουρο, σαν να ήξερε ακριβώς πού πάει.
Οι γιαγιάδες άρχισαν να ψιθυρίζουν άλλες σταύρωσαν, άλλες άνοιξαν έκπληκτα τα χέρια. Η γάτα ανεπηρέαστη περπάτησε ανάμεσα στα καντήλια και τις εικόνες και ξάπλωσε μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Κουλουριάστηκε, ακούμπησε το κεφαλάκι στις πατούσες και έμεινε ακίνητη. Μόνο τα κίτρινα μάτια της ήταν ανοιχτά, καρφωμένα, άγρυπνα.
Ο παπα-Γιώργος πάγωσε μέσα του.
Την αναγνώρισε.
Θεέ μου, πώς βρέθηκε εδώ;
Τα χέρια του τρεμούλιασαν. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, να συγκεντρωθεί, όμως μπροστά του ήρθε αμέσως η μορφή της κυρα-Καλλιόπης.
Ήσυχη, μαυροφορεμένη γυναίκα με γλυκά, κουρασμένα μάτια. Μόνη της σε ένα παλιό διαμέρισμα στα Πατήσια. Έρχονταν πάντα στον ναό κάθε Κυριακή αργά, με το μπαστούνι της, αλλά σταθερά.
Και πάντα τάιζε τις γάτες της γειτονιάς.
Είναι κι αυτές πλάσματα του Θεού, πάτερ, είχε πει, όταν την είχε επισκεφθεί με τη Θεία Κοινωνία. Πώς να μην τις λυπάται κανείς;
Η Ματίνα ήταν η αγαπημένη της. Μία αφράτη γκρι γάτα που η κυρα-Καλλιόπη είχε βρει κουταβάκι, την έσωσε, την ανέθρεψε. Και η Ματίνα της το ανταπέδιδε: δε την άφηνε στιγμή μόνη της.
Όταν ο παπα-Γιώργος την είδε για τελευταία φορά τρεις εβδομάδες πριν η Ματίνα καθόταν στο περβάζι και κοιτούσε την κυρα-Καλλιόπη σιωπηλά. Λες και τα καταλάβαινε όλα.
Άμα μου συμβεί κάτι, πάτερ, είχε ψιθυρίσει τότε η καλή γυναίκα, μην την αφήσετε. Είναι έξυπνη, καταλαβαίνει.
Είχε μόνο σφίξει το χέρι της ενθαρρυντικά.
Και τώρα, η Ματίνα ήταν ξαπλωμένη μπροστά στην Αγία Τράπεζα.
Κι ο παπα-Γιώργος κατάλαβε. Μαύρος πάγος μέσα του.
Η λειτουργία τελείωσε βουβά σαν μέσα σε ομίχλη.
Τις τελευταίες ευχές τις διάβαζε μηχανικά το στόμα έλεγε, το μυαλό φώναζε: πρέπει να φύγω. Τώρα.
Οι γιαγιάδες έφευγαν αργά, με τα κεριά και τις ψιθυριστές ευχές. Κάποιες κοιτούσαν τη γάτα, αυτή αγέρωχη έμενε ξαπλωμένη.
Πάτερ, αυτή άρχισε μια γιαγιά. Αργότερα, τα διέκοψε μονολεκτικά.
Έβγαλε το πετραχήλι, φόρεσε τη ράσα του τα χέρια του έτρεμαν τόσο που δυσκολεύτηκε με τα κουμπιά.
Θεέ μου, ας κάνω λάθος.
Μα ήξερε. Με όλο του το είναι ήξερε δεν έκανε λάθος.
Όταν πλησίασε, η Ματίνα σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε βαθιά και έβγαλε ένα σιγανό «νιάου».
Σαν να έλεγε: το κατάλαβες; Ωραία.
Πάμε, της ψιθύρισε τρέμοντας.
Η γάτα τεντώθηκε σαν να ξυπνούσε από ύπνο κι άρχισε να προχωρεί προς την έξοδο. Ο παπα-Γιώργος από πίσω της.
Έξω ο ουρανός μολυβένιος, τα κλαδιά γυμνά έτριζαν στον αέρα, ξερά φύλλα στριφογύριζαν στην άσφαλτο. Το σπίτι της Καλλιόπης δεκαπέντε λεπτά δρόμος.
Ο παπα-Γιώργος βάδιζε γοργά, σχεδόν έτρεχε. Η Ματίνα πίσω του τα πατουσάκια γρήγορα, η ουρά της σηκωμένη.
Να προλάβει. Αν και μέσα του ήξερε: όταν μια γάτα μπαίνει στον ναό και κοιμάται στην Αγία Τράπεζα, όλα έχουν ήδη γίνει.
Στον δρόμο σκεφτόταν την κυρα-Καλλιόπη πώς καθόταν στο παλιό πολυθρόνα της, σκεπασμένη με σάλι, χαμογελούσε όταν τον έβλεπε, σταυροκοπιόταν με το τρεμάμενο χέρι της.
Ξέρετε, πάτερ, είχε πει, δεν φοβάμαι πια. Έζησα καλό βίο. Είχα άντρα που λάτρευα, κόρη να νοιάζομαι. Εγγόνια υπάρχουν, μα μακριά, δεν τα βλέπω συχνά. Ο Θεός ποτέ δεν με άφησε.
Και δε θα σε αφήσει, είχε απαντήσει.
Δακρυσμένη αναστεναγμός:
Το ξέρω. Μόνο που είναι μοναξιά μέσα, όση παρέα κι αν κάνει η Ματίνα. Έχει τόση σιωπή το σπίτι.
Τότε δεν έδωσε σημασία. Την παρηγόρησε, μίλησαν, δεν κατάλαβε πως ίσως της έλεγε αντίο.
Νατο, το γνώριμο γκρίζο ακίνητο κτίριο. Τρίτος όροφος το ασανσέρ πάντα χαλασμένο.
Ο παπα-Γιώργος ανέβαινε λαχανιασμένος τα σκαλιά. Η Ματίνα πρώτος σταθμός έξω από την πόρτα με το ξεφλουδισμένο «37».
Κάθισε.
Ο παπα-Γιώργος χτύπησε. Μία. Δύο. Τρεις.
Σιωπή.
Χτύπησε το παλιό κουδούνι· ταρακούνησε τον αέρα ένας βραχνός ήχος.
Τίποτα.
Κυρα-Καλλιόπη! Είμαι ο παπα-Γιώργος!
Τίποτα.
Έσκυψε να αφουγκραστεί. Μήπως δεν άκουσε; Ηλικιωμένη γυναίκα, δύσκολα.
Πολύ ήσυχα μέσα.
Έσκυψε, κοίταξε τη Ματίνα. Εκείνη το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα.
Με τρεμάμενα δάχτυλα έβγαλε το κινητό. Πήρε τον αστυφύλακα αυτόν που είχε βοηθήσει κάποτε για έναν άστεγο.
Νίκο, παπα-Γιώργος είμαι. Από τον άγιο Νικόλαο. Χρειάζομαι βοήθεια. Μία γριά δεν απαντάει, φοβάμαι ότι πρέπει να ανοίξουμε.
Δώσ’ μου τη διεύθυνση.
Κωνσταντινουπόλεως 84, τρίτος όροφος, διαμέρισμα τριανταεπτά.
'Ερχομαι.
Ο παπα-Γιώργος κάθισε στο πάτωμα, πλάτη στον τοίχο.
Η Ματίνα ήρθε κοντά του, έτριψε τη ράχη της στο ράσο του, μουρμούρισε αχνά.
Της χάιδεψε το μαλακό της τρίχωμα.
Μπράβο, κορίτσι μου. Εσύ με έφερες εδώ.
Κάθισε δίπλα του.
Κι εκεί, μαζί, σκέφτηκε πόσες φορές παραμέλησε αυτή τη γλυκιά γυναίκα. Μήπως περίμενε βοήθεια. Μήπως μόνος της έμενε περισσότερο απ όσο έδειχνε.
Συγχώρεσέ με, κυρα-Καλλιόπη. Συγχώρεσέ με.
Ο αστυφύλακας έφτασε σε δέκα πέντε λεπτά.
Ο Νίκος, γεροδεμένος κι αγχωμένος, ανέβηκε τα σκαλιά, είδε τον παπά στο πάτωμα.
Τι έγινε, πάτερ;
Η κυρα-Καλλιόπη δεν ανοίγει. Φοβάμαι
Έγνεψε. Ήξερε την κατάσταση.
Περίμενε.
Χτύπησε δυνατά αστυνομικά.
Καλλιόπη Μαυροειδή! Άνοιξε!
Σιωπή.
Έβγαλε έναν μπαλτά από τη τσάντα του, πέρασε στον αρμό, έσπρωξε.
Τρίξιμο, σκίσιμο το ξύλο υπέκυψε.
Άνοιξε η πόρτα.
Η μυρωδιά της κλεισούρας, φάρμακα, κι ένας πυκνός αέρας σιωπής.
Ο παπα-Γιώργος σταυροκοπήθηκε και μισόκλεισε τα μάτια, μπήκε πίσω από τον αστυφύλακα.
Η κουζίνα γνώριμη. Η καφετιά ζακέτα της κυρα-Καλλιόπης στην κρεμάστρα. Παντόφλες τακτικά δίπλα στην είσοδο.
Ο διάδρομος σκοτεινός. Στα δεξιά, το δωμάτιο.
Ο αστυφύλακας άνοιξε και στάθηκε.
Ο παπα-Γιώργος κοίταξε από πίσω του.
Η καρδιά του βούλιαξε.
Η κυρα-Καλλιόπη στο πολυθρονάκι της, δίπλα στο παράθυρο. Τυλιγμένη με πλεκτή κουβέρτα. Τα χέρια σταυρωμένα, το κεφάλι γερμένο πίσω.
Σα να κοιμόταν.
Το πρόσωπο γαλήνιο, κερινό, δίχως ζωή.
Παναγία μου ανέπνευσε σχεδόν άφωνα ο παπάς.
Ο Νίκος ήρθε κοντά, άγγιξε εθιμοτυπικά τον καρπό, έγνεψε αρνητικά.
Τρεις μέρες, φαίνεται. Ή και παραπάνω.
Τρεις μέρες.
Σιγά-σιγά ο παπα-Γιώργος γονάτισε στη πόρτα.
Τρεις μέρες μόνη. Σ’ ένα άδειο σπίτι. Κανείς δεν πέρασε, κανείς δεν ανησύχησε.
Η κόρη αλλού. Τα εγγόνια μακριά. Γείτονες ποιός να παρατηρήσει πια;
Μόνο η Ματίνα.
Μόνο εκείνη κάθισε πλάι της. Δεν έφυγε, αν και το παράθυρο ανοιχτό.
Κι όταν κατάλαβε, ήρθε στον ναό.
Τη γνωρίζατε; ρώτησε ο αστυφύλακας.
Την αγαπούσα, πιστή ενορίτισσά μου.
Να ειδοποιηθούν οι συγγενείς. Τα χαρτιά της;
Στην ντουλάπα ή το κομοδίνο. Της κόρης της έχω το κινητό, θα τη βρω.
Εγώ καλώ το 166.
Ο παπα-Γιώργος πλησίασε την πολυθρόνα. Είδε το πρόσωπο φωτεινό, ήσυχο.
Δεν πόνεσε. Ο Θεός την πήρε ήρεμα. Ίσως στον ύπνο της.
Συγχώρεσέ με ψιθύρισε. Που δεν ήρθα νωρίτερα. Που σε άφησα.
Το χέρι απλωνόταν μόνο. Έκανε το σταυρό της, και ξεκίνησε να λέει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Σιγανά, σαν παράπονο.
Στην άκρη της πόρτας, ακίνητη, κοιτούσε η Ματίνα.
Ακίνητη τα μάτια στα μάτια της κυρα-Καλλιόπης.
Κι ένιωσε μες στη ψυχή ο παπα-Γιώργος πως αυτή η γάτα αγάπησε τη γυναίκα πιο βαθιά από όλους τους δικούς της.
Πιο από την κόρη, που τηλεφωνούσε σπάνια.
Πιο από τα εγγόνια, που έρχονταν μια φορά το χρόνο.
Ματίνα στάθηκε μαζί της μέχρι την τελευταία πνοή.
Και μετά πάλι δεν την άφησε μόνη πήγε στον ναό, ζήτησε βοήθεια.
Ο παπα-Γιώργος γονάτισε μπροστά της και την πήρε στην αγκαλιά του.
Η Ματίνα ακούμπησε στο στήθος του, βούιξε σιγανά.
Τελείωσε. Εγώ θα σε φροντίσω. Θα τη θάψουμε όπως πρέπει. Εσύ θα μείνεις πια μαζί μου, ε; Συμφωνείς;
Κι άρχισε να κλαίει.
Τα δάκρυα έσταζαν πάνω στη γκρι γούνα, κι εκείνος χάιδευε, σκεπτόμενος πως η πραγματική αγάπη φαίνεται στις πράξεις, όχι στα λόγια.
Η κυρα-Καλλιόπη κηδεύτηκε τρεις μέρες μετά.
Η κόρη της ήρθε χλωμή, με κόκκινα μάτια, ντυμένη στα μαύρα. Τα εγγόνια δεν τα έφερε μακριά, είχε σχολεία, είπε.
Από τους ενορίτες, είκοσι άτομα οι ίδιες γιαγιάδες κυρίως. Τραγουδούσαν το „Μετά των Αγίων ανάπαυσον” σιγανά με ραγισμένες φωνές.
Ο παπα-Γιώργος τέλεσε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Διάβαζε δίπλα στο φέρετρο στο ήσυχο πρόσωπο της Καλλιόπης κάτω από το λευκό μαντήλι.
Συγχώρεσέ με, δούλη του Θεού, για την αδιαφορία, για την ψυχρότητα.
Στα πόδια του φέρετρου, στο κρύο πάτωμα του ναού, κουλουριασμένη, ξάπλωνε η Ματίνα.
Ήρθε το πρωί που ήρθε το φέρετρο.
Ξάπλωσε και δεν έφυγε.
Η κόρη πήγε να τη διώξει, σήκωσε το μαντήλι.
Φύγε από δω! Τι θες εσύ!
Αλλά ο παπα-Γιώργος την σταμάτησε.
Άφησέ την. Να χαιρετήσει κι εκείνη.
Η γυναίκα κάτι ψέλλισε, μα δε μίλησε άλλο.
Στο νεκροταφείο πήραν και τη Ματίνα μαζί. Όλη τη διαδρομή ο παπα-Γιώργος την κράταγε αγκαλιά.
Μετά, η κόρη ήρθε κοντά του:
Σας ευχαριστώ για όλα. Που τη βρήκατε. Που τηλεφωνήσατε.
Όχι εμένα, της απάντησε ήσυχα. Τη Ματίνα να ευχαριστείτε. Αυτή με ειδοποίησε.
Η γυναίκα αντί να χαμογελάσει, κοίταξε τη γάτα με κάποιον απροσδιόριστο φόβο.
Κρατήστε τη εσείς. Εγώ δεν μπορώ. Και έχω και αλλεργία.
Έτσι κι αλλιώς, αυτό είχα σκοπό.
Η κόρη έγνεψε, κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει τον τάφο της μάνας της.
Ο παπα-Γιώργος έμεινε να κοιτάζει τον φρεσκοσκαμμένο λόφο, τον ξύλινο σταυρό.
Καλλιόπη: ήσυχη, μοναχική.
Πόσες τέτοιες πίσω από πόρτες, στα σπίτια; Ζουν, γερνούν, φεύγουν κανείς δεν το καταλαβαίνει. Κανείς δε νοιάζεται.
Εκτός από τις γάτες. Και τον Θεό.
Χάιδεψε τη Ματίνα.
Πάμε σπίτι;
Η γάτα ψιθύρισε ένα σιγανό γουργούρισμα.
Και από τότε, κάθε μέρα στο περβάζι της Αγίας Τράπεζας ξάπλωνε μια γκρι, αφράτη γάτα.
Οι εκκλησιαστικοί της πήγαιναν λιχουδιές, την χάιδευαν και μονολογούσαν:
Μπράβο, άγια ψυχή.
Ο παπα-Γιώργος χαμογελούσε ήσυχα.
Και τα βράδια, πριν κοιμηθεί, καθόταν στην πολυθρόνα του, έπαιρνε τη Ματίνα αγκαλιά και τη χάιδευε.
Η γάτα μισόκλεινε τα μάτια κι άρχιζε το γουργούρισμα.
Και στα κίτρινα μάτια της καθρεφτίζονταν οι μικρές φλόγες από το καντήλι.
Ήσυχο φως. Ανεξάντλητο. Αιώνιο.





