2 Νοεμβρίου 2023
Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα στη Νέα Σμύρνη, οι σταγόνες γλιστρούσαν μαζί με τα δάκρυά μου πάνω στα μάγουλά μου. Περπατούσα σκυφτός, πεισμωμένος αλλά παράλληλα ανακουφισμένος «Ευτυχώς που βρέχει, κανείς δεν βλέπει ότι κλαίω», σκεφτόμουν πικρά.
Και ύστερα άλλη μια σκέψη μου τριβέλιζε το μυαλό: «Καλά να πάθω, εγώ φταίω! Εμφανίστηκα χωρίς να ειδοποιήσω, απρόσκλητος επισκέπτης!» Γελάω και κλαίω ταυτόχρονα, σαν να μαι χαρακτήρας από εκείνο το παλιό ανέκδοτο με τον γαμπρό που ρωτάει τη πεθερά του: «Και δε θα πιεις έστω ένα τσάι, μαμά;» Κι όμως, βρέθηκα ακριβώς στη θέση εκείνης της δύστυχης πεθεράς.
Σπίτι πήγα μουσκεμένος. Έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα, τυλίχτηκα με το μάλλινο κουβερτάκι και ξέσπασα σε λυγμούς. Κανείς να με νοιαστεί πέρα από το χρυσόψαρο στον στρογγυλό ενυδρείο δίπλα στον καναπέ. Μόνο εκείνο με άκουγε.
Ήμουν πάντα ενδιαφέρων άντρας, με πέραση στις γυναίκες, αλλά ο γάμος μου με τη Μαρία, τη μητέρα του γιου μου του Αλέξανδρου, δεν πήγε καλά. Στην αρχή άντεχα τα μεθύσια της έπινε και κοιμόταν. Ύστερα όμως άρχισαν τα ζήλια. Για όλους τους άσχετους: τον περιπτερά, τον μανάβη, ακόμη και τον γιαγιά με το μπαστούνι. Μια μέρα που χαιρέτησα τον γείτονα με ένα χαμόγελο, εκείνη τρελάθηκε. Με χτύπησε μπροστά στα μάτια του Αλέξανδρου μας.
Ο μικρός τα είπε όλα στους γονείς μου. Η μάνα μου έκλαψε: «Γι αυτό μεγάλωσα το γιο μου; Ν ανέχεται τις παραξενιές μιας μεθυσμένης;» Ο πατέρας μου το πήρε αλλιώς φόρεσε το σακάκι του, ανέβηκε στο σπίτι της, τη σήκωσε και τη κατέβασε τέσσερις ορόφους κάτω. Να πω την αλήθεια, έσπασε κι ένα χέρι στο δρόμο. Του φώναξε: «Αν το ξανακάνεις, μπαίνω φυλακή, αλλά τουλάχιστον δε θα καταστρέψεις άλλο το παιδί μου!» Από τότε χάθηκε εκείνη για πάντα.
Δεν ξανασκέφτηκα να παντρευτώ. Έπρεπε να μεγαλώσω τον γιο μου. Ποιος ξέρει τι άλλος χαρακτήρας θα μου τύχαινε; Και γυναίκες πέρασαν από τη ζωή μου, αλλά δεν προχώρησα. Είχα χορτάσει δράματα.
Δεν είχα οικονομικές δυσκολίες. Η δουλειά μου ως τεχνολόγος τροφίμων σε ένα μικρό εστιατόριο στα Εξάρχεια μου έδινε αρκετά ευρώ για να βγάζω τα προς το ζην. Λιγάκι-λιγάκι μάζευα χρήματα για ένα δυάρι. Μόλις είχα μαζέψει τα χρήματα, ο Αλέξανδρός μου αποφάσισε να παντρευτεί. Η κοπέλα του, η Καλλιόπη, ήταν καλή ψυχή, χαρούμενο κορίτσι με μακρύ όνομα όπως ταιριάζει στη δική μας παράδοση.
Έμεινα στο παλιό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Στον Αλέξανδρο και την Καλλιόπη έδωσα το νέο διαμέρισμα και τους έκανα όμορφο γάμο «Ε, αυτοί είναι οικογένεια. Αυτοί το χρειάζονται περισσότερο!» Τώρα μάζευα λεφτά για αυτοκίνητο. Πόσο ακόμα να τρέχουν με το Χιουντάι του ’98;
Το ότι βρέθηκα σήμερα έξω από το σπίτι του γιου μου ήταν τυχαίο. Δεν συνηθίζω να τρυπώνω απρόσμενα ούτε να επιβάλλομαι στα παιδιά μου. Απλά έτυχε να περνάω από τη γειτονιά κι έπιασε καταιγίδα. Ούτε ομπρέλα δεν είχα κι άλλωστε, μ αυτό το τρελό μπουρίνι, ποια ομπρέλα να σε σώσει;
Σκέφτηκα να μπω για ένα τσάι, να τα πούμε με την Καλλιόπη λίγα φιλικά κουτσομπολιά. Εκείνη άνοιξε την πόρτα έκπληκτη ούτε «πέρασε» δεν είπε. Στάθηκε στην είσοδο και ξερά ρώτησε: «Δημήτρη, θέλατε κάτι;» Ταράχτηκα, άρχισα να δικαιολογούμαι: «Ήμουν απλά στη γειτονιά βρέχει» «Τώρα όμως σταμάτησε η βροχή! Είστε κοντά, θα πάτε σπίτι», μου πέταξε, σταυρώνοντας τα χέρια της. «Ναι, έχετε δίκιο», απάντησα ταπεινωμένος και ξαναβγήκα στη βροχή, αυτή τη φορά με τα μάτια πλημμυρισμένα.
Έκλαψα και στο τέλος αποκοιμήθηκα. Στο όνειρό μου, το χρυσόψαρο μεγάλωσε, άνοιξε το στόμα του και παράξενο κατάλαβα κάθε του λέξη: «Γιατί κλαίς, ανόητε; Ούτε ένα τσάι δε σου πρόσφεραν μες στη βροχή! Για ποιον μαζεύεις λεφτά; Γιατί συνεχώς ζεις για τους άλλους; Έχεις τα πάντα: μυαλό, εμφάνιση, ευρώ στην άκρη. Πήγαινε κάπου που αγαπάς! Ζήσε για εσένα! Στη θάλασσα να δεις πώς είναι η χαρά!»
Ξύπνησα μεσάνυχτα. Το ψάρι κολυμπούσε ήσυχο πλέον δεν άκουγα φωνές. Μα είχα καταλάβει ό,τι χρειαζόταν. Δεν πρέπει να θυσιάζω την ευτυχία μου για ανθρώπους που δεν με εκτιμούν. Ούτε για θρασείς που δε με αφήνουν ούτε μια κούπα τσάι να πιω.
Ξόδεψα τα λεφτά που μάζευα για το αυτοκίνητο του γιου μου και πήρα ένα ταξίδι για τη Ρόδο. Έκανα μπάνιο, πήρα ήλιο, ανασαίνω άλλον αέρα. Γύρισα φρέσκος κι ανανεωμένος.
Ο Αλέξανδρος και η Καλλιόπη ούτε που κατάλαβαν την απουσία μου μόνο θυμούνται να με καλέσουν όταν τους λείπει κάτι ή δεν βρίσκουν ποιος να φυλάξει το παιδί.
Στο εστιατόριο, ο διευθυντής, ο Στέφανος, πάντα μου είχε αδυναμία. Μέχρι τώρα με θεωρούσε δύσκολο άνθρωπο πάντα για το γιο και τη νύφη έτρεχα. Πλέον άλλαξαν τα πράγματα. Βγαίνουμε, γελάμε, γυρίζουμε μαζί από τη δουλειά έγινε ωραία η ζωή.
Προχθές, χτύπησε το κουδούνι η Καλλιόπη. «Δημήτρη, γιατί δε μας παίρνεις τηλέφωνο; Ο Αλέξανδρος βρήκε ένα αυτοκίνητο καλό» μου γνέφει, ζητώντας σαφώς τη βοήθειά μου. Εγώ, με χέρια σταυρωμένα, της λέω: «Καλλιόπη, μήπως ήθελες κάτι;» Εκείνη πάει να απαντήσει, να που όμως ο Στέφανος, ο διευθυντής, βγαίνει απ το δωμάτιο: «Δημήτρη, να βάλω για τσάι;» «Βεβαίως!», απαντώ με χαμόγελο. «Κάλεσε και τη γειτόνισσα», μου προτείνει γελαστά. «Όχι, η Καλλιόπη φεύγει τώρα Και τσάι δεν πίνει, σωστά Καλλιόπη;»
Έκλεισα την πόρτα πίσω της, χαμογέλασα στο ψάρι, του έκλεισα το μάτι.
Έμαθα τελικά πως, για να σε σέβονται, πρέπει πρώτα να σε σέβεσαι ο ίδιος, να μην αφήνεις τη ζωή να περνά χωρίς να ζεις για σένα. Δε ζυγίζονται όλα με ευρώ η ψυχή θέλει διακοπές, θάλασσα, αγκαλιά και ένα ζεστό τσάι με όποιον το αξίζει.





