Η Δήμητρα ξύπνησε στη μέση της νύχτας, νιώθοντας το βάρος της κοιλιάς της να τη συντρίβει. Ήταν τρεις και κάτι. Το μόνο που ακουγόταν στο διαμέρισμα ήταν η βαριά αναπνοή του άντρα της και το ρυθμικό τικ-τακ του παλιού ρολογιού στον διάδρομο.
Προσπάθησε να γυρίσει πλευρό, αλλά ο φθαρμένος καναπές έτριξε προδοτικά. Ο Μάριος, που κοιμόταν κολλημένος στον τοίχο, αναστέναξε εκνευρισμένος:
Δήμητρα, πόσες φορές θα γυρνάς; Σε τέσσερις ώρες πρέπει να σηκωθώ, δείξε λίγη κατανόηση.
Η Δήμητρα έμεινε ακίνητη, σαν να φοβόταν ακόμα και να αναπνεύσει. Εδώ και μήνες αυτή ήταν η αγαπημένη του φράση. Ο Μάριος είχε αλλάξει, λες και είχε ξεχάσει ότι η εγκυμοσύνη με δίδυμα δεν είναι ιδιοτροπία αλλά μεγάλο βάρος. Μετρούσε κάθε λεπτό του ευρώ, κοίταζε τις αποδείξεις των σούπερ μάρκετ, σούφρωνε τα φρύδια αν η Δήμητρα ζητούσε να αγοράσουν φρούτα.
Πόσο πήγαν τα ροδάκινα; μουρμούριζε, κοιτώντας το δελτίο. Φάε μήλα, είναι ελληνικά, της εποχής. Τα ροδάκινα είναι πολυτέλεια. Μόνος δουλεύω, κι εσύ κάθεσαι σπίτι.
Η Δήμητρα σηκώθηκε αθόρυβα, κρατώντας τη μέση της. Τα πόδια της είχαν πρηστεί τόσο που τα παντοφλάκια δεν χωρούσαν. Κάθισε στο σκοτεινό παράθυρο της κουζίνας, ατενίζοντας τον άδειο δρόμο. Ένιωθε ανησυχία να την πλακώνει για τα μωρά που θα έρχονταν, για το πώς θα ήταν η ζωή της με δυο νεογέννητα πίσω σε ένα σπίτι γεμάτο γκρίνια και αιχμές.
Το πρωί ο Μάριος ετοιμαζόταν νευριασμένος για τη δουλειά. Έψαχνε τυφλά τις κάλτσες του, πέταγε τα ρούχα στο κρεβάτι, άνοιγε και έκλεινε βιαστικά τα ντουλάπια.
Μου σιδέρωσες το πουκάμισο; ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει.
Είναι πάνω στην καρέκλα, Μάριε.
Και το κουμπί του να έραβες, κρέμεται. Άστο, τρέχω. Θα γυρίσω αργά, έχουμε σύσκεψη με τον Πρόεδρο. Μη με ενοχλήσεις, κλείνουν τα κινητά εκεί.
Η πόρτα έκλεισε βρόντηχτα πίσω του. Η Δήμητρα άκουσε το μεταλλικό «κλικ» της επάνω κλειδαριάς, αυτής που σκούριασε τόσα χρόνια και που μόνο με τα δυο χέρια, μ όλη της τη δύναμη, μπορούσε να την ανοίξει.
Αργότερα, αποφάσισε να τακτοποιήσει το χολ. Έπρεπε να κατεβάσει ένα κουτί με βρεφικά ρούχα από τη ξαδέρφη της. Έφερε ένα σκαμπό.
Μόνο λίγο να φτάσω ψιθύρισε για να πάρει θάρρος.
Ανέβηκε, τεντώνοντας το χέρι. Για μια στιγμή όλα σκοτείνιασαν μπροστά στα μάτια της. Το πόδι της γλίστρησε πάνω στο λείο ξύλο του σκαμπό. Γκρεμιστηκε.
Έπεσε στο πλάι πάνω στη μοκέτα, χτυπώντας δυστυχώς το ισχίο της. Αναφώνησε. Ένιωσε έναν αιχμηρό πόνο χαμηλά στην κοιλιά, τόσο δυνατό που δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή.
Όχι, ακόμα ψιθύρισε κι έκανε να σηκωθεί.
Ένα κύμα πόνου της διέλυσε το κορμί. Κατάλαβε: ήρθε η ώρα. Το κινητό της ήταν στο κομοδίνο, λίγα μέτρα πιο πέρα. Έσυρε το σώμα της ως εκεί, αφήνοντας ένα υγρό ίχνος στο πάτωμα. Κάθε κίνηση έφερνε και νέο πόνο κι ένα πυρηνικό κύμα φόβου.
Άρπαξε το τηλέφωνο, τα δάχτυλά της έτρεμαν. Τα ονόματα στις Επαφές με «Μ»:
«Μάριος».
Και ακριβώς από κάτω «Μανώλης Αλεξίου (Πρόεδρος)». Το νούμερό του το είχε αποθηκεύσει από ανάγκη πριν ένα μήνα, όταν έπρεπε να βάλει υπογραφή για τη γονική άδεια του Μάριου, που δεν απαντούσε ποτέ στο κινητό.
Η Δήμητρα πάτησε στον «Μάριο». Τούτ-τούτ, το τηλέφωνο κουδούνιζε αδιάφορα. Το έκλεισε.
Ξαναδοκίμασε.
«Ο συνδρομητής δεν είναι διαθέσιμος.»
Ο πανικός ήρθε σαν μαύρο σύννεφο. Ήταν μόνη. Η πόρτα με τη δύσκολη κλειδαριά δεν άνοιγε ούτε από μέσα σε αυτή τη θέση. Όσοι κι αν έτρεχαν να τη βοηθήσουν, θα έμεναν πίσω απ το κλειστό διαμέρισμα.
Έγραψε μήνυμα νιώθοντας να χάνει τις αισθήσεις της. Πίστευε πως το στέλνει στον άντρα της.
«Πρέπει να πάω νοσοκομείο, η πόρτα κλειδωμένη! Ξεκίνησαν όλα, έπεσα, δεν μπορώ να σηκωθώ. Έλα αμέσως, σε παρακαλώ!»
Πάτησε «Αποστολή» και το τηλέφωνο της έπεσε. Έσβησε το φως της οθόνης, μαζί με ό,τι ελπίδα της έμοιαζε να σβήνει κι αυτή.
Ο Μανώλης Αλεξίου, ο πρόεδρος μεγάλης κατασκευαστικής στην Αθήνα, βρισκόταν σε σύσκεψη με τους διευθυντές του. Ένας άντρας αυστηρός, λιγομίλητος, όλοι τον έτρεμαν.
Το κινητό χτύπησε διακριτικά στο γραφείο. Είδε το όνομα στη γρήγορη ματιά Δήμητρα, η γυναίκα του Μάριου Παπακωνσταντίνου, προμηθευτή της εταιρείας. Ήσυχη, καλή, την έβλεπε όποτε ερχόταν να υπογράψει χαρτιά.
Διάβασε το μήνυμα. Το πρόσωπό του, πάντα ψύχραιμο και βλοσυρό, μάλακωσε για μια στιγμή.
Η σύσκεψη έληξε! διέταξε, πετάγοντας όρθιος.
Μα κύριε Πρόεδρε, δεν ξεκίνησε η λογίστρια.
Όλοι έξω!
Γύρισε το τηλέφωνο στον Μάριο, αλλά εκείνος δεν απάντησε.
Α, ρε μουρμούρισε φανερά εκνευρισμένος.
Πήρε αμέσως τον υπεύθυνο ασφαλείας:
Βρες μου πού είναι το κινητό του Παπακωνσταντίνου. Φέρε το αυτοκίνητο μπροστά, θα πάω εγώ.
Στο λεπτό ήρθε μήνυμα με το στίγμα. Ο Μάριος ήταν τελικά σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο έξω από την Αθήνα.
Ο Μανώλης έσφιξε τα δόντια, ειχε μάθει κι ο ίδιος την απώλεια πέντε χρόνια πριν, όταν έχασε τη γυναίκα του από έμφραγμα. Ήξερε πώς είναι το αίσθημα απόλυτης αδυναμίας, όταν η βοήθεια αργεί.
Πέταξε με το αγροτικό στου διαμερίσματος της Δήμητρας. Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά μέσα σε δεκαπέντε λεπτά. Η πόρτα κλειστή, από πίσω, μία πνιχτή φωνούλα.
Δεν περίμενε υπηρεσίες. Πήρε φόρα, χτύπησε την πόρτα με τον ώμο. Ο παλιός μηχανισμός άντεξε την πρώτη φορά, στη δεύτερη χτύπησε και άνοιξε.
Η Δήμητρα ήταν μπρούμυτα, κουλουριασμένη στον διάδρομο.
Δήμητρα!
Άνοιξε τα μάτια, θολά.
Μανώλη Αλεξίου; Πού ο Μάριος;
Ήρθα εγώ στη θέση του. Κρατήσου γερά.
Την πήρε στην αγκαλιά του.
Στο αυτοκίνητο οδηγούσε σαν τον άνεμο, με την Δήμητρα να αγκομαχά στο πίσω κάθισμα.
Λίγο ακόμη, κοντεύουμε, έλεγε. Είχε ήδη καλέσει τον διευθυντή της κλινικής.
Είστε σύζυγος; ρώτησε η νοσοκόμα.
Είμαι ο πατέρας, αποκρίθηκε κοφτά ο Μανώλης. Να φροντίσετε αυτή τη γυναίκα και τα παιδιά της με όλη σας την προσοχή.
Περπάτησε ανήσυχος στον διάδρομο της κλινικής. Μετά από τρεις ώρες βγήκε ο γιατρός.
Όλα πήγαν καλά. Δύο αγόρια. Ήταν δύσκολος τοκετός, χρειάστηκε επέμβαση, αλλά ήρθατε έγκαιρα. Τα μωράκια είναι ελαφριά, θα μείνουν για παρακολούθηση. Η μαμά αδύναμη ακόμη, όμως όλα δείχνουν καλά.
Ο Μανώλης ακούμπησε το μέτωπο στο τζάμι.
Ευχαριστώ
Πήρε το κινητό, πήρε τον Μάριο ξανά. Επιτέλους απάντησε. Η φωνή του βαριά, αντηχούσε μουσική και γυναικεία γέλια στο βάθος.
Έλα, πρόεδρε; Τι έγινε; Είμαι σε δουλειά, κακή σύνδεση εδώ στο έργο
Έργο στην παραλία, έτσι; Εκεί ρίχνουν πια μπετά;
Παύση.
Α, πα κύριε Αλεξίου, εγώ
Είσαι απολυμένος. Χωρίς συστάσεις. Ως αύριο, να μην υπάρξεις καν εδώ. Και να προσευχηθείς να σε συγχωρέσει η γυναίκα σου. Εγώ αν ήμουν στη θέση της, σκληρότερος θα ήμουν.
Η Δήμητρα συνήλθε μετά από ένα εικοσιτετράωρο μόνο. Ήταν σε δίκλινο, ήσυχα, με ένα μπουκάλι νερό και χυμό στο κομοδίνο.
Η πόρτα άνοιξε. Ο Μανώλης μπήκε, χωρίς γραβάτα, φανερά κουρασμένος.
Πώς είσαι;
Κύριε Αλεξίου έκανε να σηκωθεί και της ήρθε πόνος. Συγγνώμη Έστειλα το μήνυμα κατά λάθος
Όλα γίνονται για κάποιο λόγο, Δήμητρα, είπε ήσυχα, κάθισε δίπλα της. Πρέπει να μιλήσουμε.
Της τα είπε όλα. Τηλέφωνο, ξενοδοχείο, απόλυση, όπως έγιναν. Με φωνή ψυχρή και ειλικρινή.
Θα σε πάρει, να ζητήσει συγχώρεση. Το διαμέρισμα, δικό του;
Των γονιών του, είπε με βουρκωμένα μάτια. Δεν έχουμε πού να μείνουμε. Μόνο η θεία μου στο χωριό.
Ο Μανώλης σιγή. Χτύπησε δάχτυλα στο γόνατο.
Άκου. Το σπίτι μου είναι μεγάλο, δυο όροφοι, ζω μονάχος. Υπάρχει ολόκληρος ξενώνας. Μπορείς να μείνεις εκεί όσο χρειάζεται με τα παιδιά. Θέλω βοήθεια με το σπίτι, δεν μου αρέσουν ξένοι. Δες το σαν δουλειά.
Μα πώς να με δυο μωρά; Δεν είμαι για δουλειά
Θα έχεις βοήθεια, θα βρούμε άλλη μια βοηθό. Δεν είναι ελεημοσύνη, Δήμητρα, εμένα με ησυχάζει να υπάρχει ζωή στο σπίτι.
Η έξοδός της από το νοσοκομείο ήρεμη. Ο Μάριος προσπαθούσε να μπει, αλλά τον σταμάτησε η ασφάλεια. Έμεινε κάτω απ τα παράθυρα, με τα μάτια θολά απ’ τα ποτά, να φωνάζει.
Η Δήμητρα τον άκουσε βουβή. Δεν της έμεινε πια τίποτα να νιώσει μόνο κενό.
Ο Μανώλης τη συνόδευσε σπίτι του, τακτοποίησε τα καθίσματα για τα μωρά, φόρτωσε τα πράγματά της.
Πάμε στο σπίτι, είπε απλά.
Η ζωή κύλησε απροσδόκητα ήρεμα στη μονοκατοικία του Μανώλη. Το μεγάλο σπίτι ζωντάνεψε, μοσχοβολούσε σαπούνια, βρεφικά κρέμες και φρεσκοπλυμένα.
Ο ίδιος δεν ήταν καθόλου τρομακτικός τα βράδια, γύριζε απ’ τη δουλειά και, κάπως αδέξια αλλά με αγάπη, κρατούσε έναν-έναν τους μικρούς.
Τι κάνετε, πολεμιστές; γέλαγε. Μεγαλώνετε γρήγορα!
Ο Πέτρος και ο Κωστής, τα δίδυμα, τον κοιτούσαν με σοβαρά ελληνικά παιδικά μάτια.
Ο Μάριος εξαφανίστηκε. Μετά που έμαθε πως ο Μανώλης του έκλεισε τις πόρτες σε όλη την αγορά, έφυγε στη μητέρα του. Στέλνει λεφτά τόσα όσα να μην τον κυνηγούν, αλλά στη Δήμητρα δεν νοιάζει. Γιατί πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωθε πραγματικά ασφαλής.
Πέρασαν δυο χρόνια.
Ήταν καλοκαίρι, Κυριακή, καταμεσήμερο Ιουλίου. Η Δήμητρα έστρωνε τραπέζι στη βεράντα. Ο Μανώλης έψηνε σουβλάκια στη φωτιά.
Τα δίδυμα έτρεχαν τρελά στο γκαζόν, κυνηγώντας μια μεγάλη λιβελούλα.
Μπαμπά, κοίτα! φώναξε ο Κωστής, δείχνοντας ενθουσιασμένος.
Η Δήμητρα έμεινε ακίνητη, με το πιάτο στο χέρι. Ο Μανώλης το ίδιο δεν τον είχαν ξαναπεί „μπαμπά” έως τότε.
Άφησε ό,τι κρατούσε, σκούπισε τα χέρια, πήγε κι αγκάλιασε τον Κωστή ψηλά.
Λιβελούλα είναι, και φέρνει τύχη!
Γύρισε στη Δήμητρα. Τα μάτια του είχαν τη ζέστη που τόσο καιρό έψαχνε εκείνη.
Δήμητρα, της είπε ήρεμα. Κάθισε.
Κάθισε στη θέση της.
Δεν είμαι άνθρωπος για πολλά λόγια ή μεγάλα ρομάντζα, το ξέρεις. Τα παιδιά είναι δικά μου πια. Κι εσύ δική μου είσαι, στην καρδιά μου. Είμαστε ήδη οικογένεια δύο χρόνια. Έλα να το κάνουμε επίσημο. Να υιοθετήσω τα αγόρια, να πάρουν το όνομά μου. Να μη μπορεί να πει κανείς τίποτα στο μέλλον. Τι λες;
Η Δήμητρα δάκρυσε όχι από πίκρα, αλλά από ανακούφιση. Η στήριξη που έψαχνε χρόνια βρέθηκε.
Συμφωνώ, Μανώλη, χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
Τέλεια. Και φτάνει με τα „κύριε”, ε;
Το βράδυ, όταν κοιμήθηκαν τα παιδιά, κάθισαν στη βεράντα. Το τσάι κρύωνε στα φλυτζάνια. Κάπου μακριά, ίσως ο Μάριος έπινε φτηνό τσίπουρο και γκρίνιαζε στη μάνα του. Εδώ όμως, δύο μικροί Έλληνες ροχάλιζαν ήσυχα σε ένα σπίτι που είχε πια γίνει δικός τους κόσμος και είχαν πραγματικό πατέρα.
Μερικές φορές, ένα λάθος μήνυμα ή ένα λάθος όνομα μπορεί να αλλάξει τη μοίρα σου. Όσο δεν κάνεις λάθος σ’ αυτόν που τελικά διαλέγεις για οικογένειαεναντίον της ίδιας σου της καρδιάς, όλα διορθώνονται. Έσκυψε προς το μέρος του, το χέρι του έκλεισε απαλά τη χούφτα της.
Σ ευχαριστώ, ψιθύρισε. Για όλα. Για το σήμερα, για το κάθε αύριο.
Ο Μανώλης τη φίλησε στο μέτωπο, σαν υπόσχεση.
Έξω το σκοτάδι γέμιζε ασημένιες σκιές το γκαζόν, οι λιβελούλες ακόμα χόρευαν στον αέρα. Η Δήμητρα αναρωτήθηκε αν οι δυσκολίες της ζωής υπήρχαν για να βρεις στο τέλος εκείνους με δύναμη να σε σηκώσουν όρθια· να σου δείξουν πώς ξαναχτίζεις μια οικογένεια, έστω και από τα χαλάσματα της παλιάς.
Στη βεράντα, ανάμεσα σε δύο κούπες του τσαγιού και τον ήσυχο θόρυβο από τα παιδιά που ονειρεύονταν δίπλα, η Δήμητρα βρήκε επιτέλους μια μικρή πατρίδα μέσα στα μπράτσα του Μανώλη κι αυτό, σκέφτηκε, ήταν το μεγαλύτερο θαύμα απ όλα.




