Ασχημούλα Γεωργία
Θεέ μου, είναι τούτος για άντρας τώρα; Σαν παρεξήγηση μοιάζει! Δεν βλέπει η Γεωργία με ποιον πάει να παντρευτεί; Μικροκαμωμένος, αδύναμος, άσχημος όσο δεν πάει!
Έλα τώρα, μην τα δραματοποιείς τόσο! Μικρός το δέχομαι, αλλά κατά τ άλλα σιγά! Κι η Γιωργίτσα δεν είναι καμία ομορφιά.
Ε, ναι Αλλά φαντάσου τι παιδιά θα κάνουν! Τραγωδία!
Νεαρές μαμάδες, βαριεστημένες και κουρασμένες, σχολίαζαν όλα αυτά στα παγκάκια κάτω από την πολυκατοικία, καμαρώνοντας τα μωρά τους που κοιμόντουσαν ήρεμα στα καρότσια. Τα δικά τους, φυσικά, ήταν τα ομορφότερα παιδιά του κόσμου.
Η Γεωργία, μόλις ξεφόρτωσε τα ψώνια για τη μαμά της από το αυτοκίνητο του αρραβωνιαστικού της, χαμογέλασε στα γειτόνισσες και έσκυψε πάνω από τις σακούλες.
Δημήτρη μου, σ έχει κουράσει πολύ όλο αυτό; Έλα να σε βοηθήσω! προσπάθησε να πάρει έστω μια τσάντα απ τα χέρια του, αλλά εκείνος δεν την άφησε.
Γιωργάκι μου, εσύ καλύτερα να κρατήσεις την πόρτα της πολυκατοικίας! Αυτά είναι αντρικά βάρη. Δεν κάνει να ζοριστείς!
Οι γειτόνισσες αντάλλαξαν βλέμματα.
Τον ακούς; Δεν είναι αντρική δουλειά, λέει! Αυτά μέχρι να παντρευτούν, μετά όλα αλλάζουν, να μου το θυμηθείς
Η Γεωργία με τον Δημήτρη χάθηκαν μέσα στην είσοδο, αλλά τα σχόλια για το ύψος, το βάρος, το αυτοκίνητο του γαμπρού και το περπάτημα της νύφης συνεχίστηκαν. Κουτσομπολιό, απλό και καθημερινό, χωρίς καμία επίπτωση.
Η Γεωργία δεν τους έδινε σημασία. Έτρεχε να δει τη μητέρα της που είχε καιρό να τη συναντήσει οι δουλειές, το καινούριο σπίτι που έφτιαχναν με τον Δημήτρη πριν το γάμο, όλα της έπαιρναν το χρόνο. Η μητέρα της την είχε διαβεβαιώσει πως όλα ήταν εντάξει, το ψυγείο γεμάτο, το τηλέφωνο δουλεύει, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί.
Όμως η Γεωργία δεν άντεξε την απόσταση. Δεν είχε αποχωριστεί ποτέ για τόσο την μάνα της, αυτό ήταν κάτι που τη δυσκόλευε πολύ.
Η Γεωργία γεννήθηκε όταν η μητέρα της, η Μαρίνα, ήταν τριανταπέντε. Μικροσκοπική και άχαρη, πωλήτρια σε μικρό φούρνο στην Καλλιθέα, ήδη όλοι γύρω της είχαν σταυρώσει τα χέρια: «Θα γεράσει γεροντοκόρη, παιδιά δεν θα δει».
Όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια. Ένα καλοκαίρι στην Πάργα η Μαρίνα γνώρισε τον Αλέξανδρο, ψηλό, γεροδεμένο, γαλανόματη. Δίπλα του η ίδια φαινόταν ακόμη πιο μικρή. Μα δεν τους ένοιαζε. Μετά τον Αλέξανδρο, η Μαρίνα άφησε την παλιά μουντάδα, έβαλε μοντέρνα ρούχα, κούρεψε κοντά τα μαλλιά και έδιωξε τις παρέες που πριν την επισκέπτονταν μόνο για χάρες ή δικαιολογίες.
Η Μαρίνα είχε βιώσει τη μοναξιά. Δεν ταίριαζε σε καμία παρέα, ήταν πολύ «άσχημη» για χορό και πάρτι, και μόνο κάποιες λίγες γειτόνισσες τη θυμούνταν όταν ήθελαν να εξυπηρετηθούν στον φούρνο. Δεν ήθελε πια τα κουτσομπολιά, ούτε να χάνει το σπίτι της. Ο Αλέξανδρος την προστάτευε σαν θησαυρό κι αυτό της έδωσε δύναμη.
Εκείνος είχε μάθει από νωρίς ότι το «η ομορφιά νερό δεν πίνει» έχει νόημα. Ορφανός από μικρός μόλις τριών, έχασε και τους δυο του γονείς σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μεγάλωσε με μια γιαγιά που πνιγόταν στη θλίψη και το κρασί. Ήξερε μόνος να βράζει μακαρόνια, να σιδερώνει πουκάμισα, να κρύβει το θυμό του πίσω απ την ευγένεια.
Μόνο μια γυναίκα, η Βαλεντίνη, πωλήτρια στο φούρνο, νοιαζόταν πραγματικά για τον μικρό Αλέξανδρο. Κάθε πρωί του έδινε ένα ψωμάκι «για το σχολείο» και χάιδευε τα μαλλιά του. Με τα χρόνια ο Αλέξανδρος τη θεωρούσε σαν δεύτερη μάνα. Όταν πέθανε η γιαγιά του, τον πήρε επίσημα σπίτι της: «Πάντα γιε μου ήσουν, απλώς το κάνουμε νόμιμο τώρα».
Έτσι απέκτησε αδέλφια, σπίτι, και ζεστασιά. Η πίκρα έφυγε. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του, έπιασε δουλειά και συντήρησε το παλιό διαμέρισμα στα Πατήσια. Μα στις σχέσεις δεν είχε τύχη οι γυναίκες γοητεύονταν αρχικά αλλά στο τέλος τον απέφευγαν. Η μία που τον μάγεψε, του είπε ευθέως:
Πολύ όμορφος είσαι, Αλέξανδρε Φοβάμαι πως θα φύγεις εύκολα. Εγώ τέτοιο ρίσκο δεν παίρνω ούτε για μένα, ούτε αν υπάρξει παιδί. Όλες σε κυνηγούν! Τι να σε κάνω;
Η απογοήτευση ξαναγύρισε. Η Βαλεντίνη τον αγκάλιασε:
Το δικό σου το κορίτσι είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει. Μην το βάζεις κάτω! Η πίστη φέρνει τα πάντα!
Ώσπου μια μέρα, με προτροπή της «μαμάς» του, πήγε διακοπές στην Κρήτη. Κι εκεί, στην προκυμαία, βρήκε τη Μαρίνα, απομονωμένη κι αδιάφορη για τον κόσμο γύρω της, να χαζεύει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Ο Αλέξανδρος τα χασε: της έμοιαζε τόσο στη Βαλεντίνη! Όταν τη γνώρισε καλύτερα, κατάλαβε πως η ζωή του χάρισε το μεγαλύτερο δώρο μετά τη Βαλεντίνη. Η Μαρίνα είχε μέσα της αστείρευτη αγάπη και τρυφερότητα, αυτό που τόσο καιρό ζητούσε.
Από τη Μαρίνα και τον Αλέξανδρο γεννήθηκε η Γεωργία. Την αγαπούσαν και οι δύο με πάθος σχεδόν τρομακτικό.
Μήπως την κακομαθαίνουμε, Αλέξανδρε; ανησυχούσε η Μαρίνα.
Όχι, γλυκιά μου, είναι καλή και φρόνιμη! της απαντούσε και φιλούσε την κόρη του.
Είχε πίστη στην καλοσύνη και εξυπνάδα της μικρής, κι έτσι η Γεωργία μεγάλωσε προσπαθώντας να δικαιώσει τις προσδοκίες τους.
Στη μαμά έμοιασε, έλεγε γελώντας η Βαλεντίνη όταν τύχαινε να τους επισκεφθεί. Καλή καρδιά, σαν της Μαρίνης μας. Σπίτι με τέτοια αγάπη, να το φυλάτε σαν θησαυρό!
Με τα αδέρφια από τη μεριά της Βαλεντίνης, ο Αλέξανδρος ήταν δεμένος. Ώσπου ήρθε το απρόσμενο. Όταν αισθάνθηκε αδιαθεσία τους το ανακοίνωσε πρώτα, φοβούμενος να ανησυχήσει τη Μαρίνα και τη Βαλεντίνη.
Δεν άφησαν στιγμή να πάει χαμένη έβγαλαν αμέσως ραντεβού σε γιατρό, και όταν ήρθε η διάγνωση, του στάθηκαν: «Μη φοβηθείς! Έχεις κόρη, είμαστε μαζί σου! Η ιατρική συνεχώς εξελίσσεται».
Η μάχη κράτησε δέκα χρόνια. Ο Αλέξανδρος πάλευε πάντα με χαμόγελο, αντλώντας δύναμη από τη Μαρίνα και τη Γεωργία, που έτρεχε από το σχολείο να του φέρει σπιτικό φαγητό.
Δεν θέλω, παιδί μου, δεν πεινάω της έλεγε.
Φάε μπαμπά! Η σούπα βγήκε λίγο αλμυρή, γιατί έκλαιγε η μαμά όταν την έφτιαχνε. Αλλά της είπα πως δεν πρέπει να κλαίει πια: γρήγορα θα γίνεις καλά και θα επιστρέψεις σπίτι. Σωστά τα είπα;
Σωστά, Γιωργάκι μου Έτσι ακριβώς
Κι έτσι ο Αλέξανδρος άντεχε, ό,τι κι αν έλεγαν οι γιατροί. Γιατί τον περίμεναν στο σπίτι.
Όταν έφυγε, το κανε ήσυχα, στο σπίτι του, με τη Μαρίνα να τον κρατάει αγκαλιά στον καναπέ. Όλη τη νύχτα εκείνη πέρασε μετρώντας αγαπημένες στιγμές.
Δεν έχω παράπονο αγάπη μου Είμαι ευτυχισμένη που σε γνώρισα. Ευχαριστώ για τα χρόνια μας
Το πρωί η Γεωργία μπήκε στο δωμάτιο για να τους καλέσει για πρωινό και ξέσπασε σε λυγμό.
Ηρέμησε, μικρή μου, της είπε η Μαρίνα κλαίγοντας. Ο μπαμπάς δεν πονάει πια. Είναι καλά τώρα. Κι εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου
Η οικογένεια ενώθηκε, τα αδέρφια του Αλέξανδρου, η Βαλεντίνη, όλοι κοντά τους. Η θλίψη μοιράστηκε και αυτό τους κράτησε.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Γεωργία μεγάλωνε και κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέφτη ένιωθε πως ήταν άσχημη. Ούτε ο καθαρισμός του προσώπου, ούτε οι κρέμες, ούτε τα λαχανικά που διάβασε πως βοηθούν να… ψηλώσεις, βοηθούσαν.
Στο σχολείο την κορόιδευαν. Η Μαρίνα της έλεγε:
Θα δεις, κορίτσι μου, θα έρθει η ώρα που εσύ θα γελάσεις τελευταία. Μην τους αφήνεις να σε πληγώνουν!
Η Γεωργία τελείωσε το σχολείο, μπήκε στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών, εργάστηκε σαν βιβλιοθηκονόμος, αξιόλογη, αφοσιωμένη, μα κι εκεί κανείς δεν εκτίμησε την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία της. Την θυμόντουσαν μόνο όταν ήθελαν σημειώσεις. Ποιος ασχολείται με τη συνεσταλμένη, όταν υπάρχουν πιο εμφανίσιμες;
Μαμά, τι θα απογίνω; ρώτησε απογοητευμένη η Μαρίνα, βλέποντας τη Γεωργία να προοδεύει επαγγελματικά, αλλά να μην ξέρει πώς να βρει σύντροφο.
Αυτό που σίγουρα θα κάνουμε, είναι να πάμε διακοπές στη Λευκάδα! πετάχτηκε η Βαλεντίνη. Μια φορά λειτούργησε, μπορεί να ξαναγίνει θαύμα! Τι λες;
Καλή ιδέα, αλλά η Γεωργία δύσκολα θα ξεκολλήσει από κοντά μας
Δεν πειράζει! Θα πάμε όλη η οικογένεια. Θα φέρουμε και τα παιδιά των αδερφών μου και των φίλων. Αν θέλει, θα πάρει τον χρόνο και τον χώρο της. Θυμάσαι την τελευταία φορά που ξέφυγε μόνη της στην πόλη; Δε θα αντέξει πολλή ώρα με τόσο κόσμο!
Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια.
Η Γεωργία πήγε στη Λευκάδα, όμως αντιστάθηκε σε κάθε προσπάθεια να βγει έξω μόνη της. «Δεν θέλω, να είμαι μόνη μου», επέμενε. Η οικογένεια υποχώρησε.
Αλλά η τύχη γέλασε. Με το που γύρισε στην Αθήνα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ξέσπασε καταιγίδα. Έβγαλε τις καινούριες γόβες, έτρεχε ξυπόλητη, και ενώ έφτανε στην πόρτα της, ένα αυτοκίνητο πέρασε γρήγορα και την μούσκεψε ολόκληρη.
Τέλεια! ήταν ό,τι μπόρεσε να πει.
Μετά γέλασε με την ψυχή της, τόσο αληθινά που ο Δημήτρης, ο οδηγός που είχε σταματήσει για να ζητήσει συγγνώμη, κοντοστάθηκε μαγεμένος.
Η μοίρα συνέχισε το έργο της. Η Γεωργία και ο Δημήτρης έγιναν ζευγάρι, και τα κατάφεραν περίφημα.
Μετά από λίγα χρόνια, οι ίδιες γειτόνισσες που πάντα ήξεραν τα πάντα καθόντουσαν ξανά στα παγκάκια να σχολιάσουν:
Είδες τι γούνα φοράει αυτή η καημένη; Ο δικός μου ούτε να ακούσει για τέτοια!
Άντε πάλι!
Δε της πάει, ρε παιδί μου, καθόλου το περσικό! Δεν της πάει!
Εσύ φταίς! Με αυτά τα ζήλια και τα πικρόλογα! Γιατί σε πειράζει το ευτυχία της Γεωργίας; Ναι, ο Δημήτρης δεν είναι όμορφος, αλλά της φέρεται με αγάπη και λατρεύει και τα παιδιά. Εσένα σε τρώει η ζήλεια!
Ναι, με τρώει! Γιατί να τα έχει όλα αυτή; Και αυτή και τα παιδιά της, που, πώς να το εξηγήσω, όλα τα χουν, ενώ άλλοι τίποτα! Δεν καταλαβαίνω! Άσχημοι γονείς, όμορφα παιδιά!
Κληρονομικότητα, κορίτσι μου! Έτσι μου έλεγε κι η μάνα μου, ο πατέρας της Γεωργίας κάποτε ήταν παλληκάρι! Τι να κάνεις, το αίμα νερό δε γίνεται
Ναι, αλλά η ίδια πως είναι τόσο γαλήνια; Ό,τι κι αν της πεις, χαμογελάει, και ευχαριστεί, ποτέ δεν εκνευρίζεται! Δεν μισεί τον κόσμο; Δεν θύμωσε που δεν της δόθηκε μισή σταγόνα ομορφιά;
Μάλλον θα πρεπε, μα δεν είναι υποχρεωμένη! Εσύ να λεγα να μην τη ζηλεύεις, μπας και φτιάξεις κι εσύ τη ζωή σου
Εγώ; Από μια σαν την Γεωργία θα μάθω; Ποτέ!
Όπως νομίζεις! Αλλά το να τρως την καρδιά σου με το φθόνο σίγουρα δε σε βοηθάει.
Την ίδια ώρα, η Γεωργία δεν ασχολούνταν καν με κουτσομπολιά. Είχε ξανά έναν γεμάτο σπίτι, παιδιά που έτρεχαν, μάνα και γιαγιά κοντά, θείους, φίλους, όλοι μια μεγάλη οικογένεια και προσπάθεια να βγει πέρα με όλα.
Σάββα, Ελένη, σπίτι! Η γιαγιά έβγαλε το γλυκό από το φούρνο, δεν είναι σωστό να την αφήνουμε να περιμένει!
Και κάθε βράδυ υπήρχε χρόνος για κουβέντα, για τραγούδι, για ιστορίες μαγικές, για αγκαλιά στην αγάπη εκείνων που έχουν πονέσει, μα έμαθαν ότι, όσο κι αν η ομορφιά λείπει, όταν το σπίτι γεμίζει από γέλιο, τρυφερότητα και στήριξη, η ευτυχία τελικά αγαπά όσους παλεύουν γι αυτήν με καλή καρδιά.
Γιατί στη ζωή, δεν μετράει μόνο το πρόσωπο, αλλά η ψυχή που χαμογελάει και η δύναμη της καλοσύνης που γεννάει πραγματικό θαύμα.





