Η Άννα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ήδη για μέρες, ανήμπορη να σηκωθεί. Δεν την πονούσε τίποτα, όμως ζαλιζόταν, δεν είχε δυνάμεις και δεν ήθελε καθόλου να σηκωθεί.

Μαρία ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι εδώ και μέρες, χωρίς δύναμη να σηκωθεί. Δεν την πονούσε τίποτα ιδιαίτερα, αλλά ένιωθε ένα παράξενο βάρος στο κεφάλι και καθόλου διάθεση να πεταχτεί όρθια.

«Και γιατί να σηκωθώ δηλαδή;» σκεφτόταν η Μαρία. «Ό,τι είχα να κάνω το έκανα σε αυτή τη ζωή: παιδιά μεγάλωσα, γονείς αποχαιρέτησα. Και τώρα, νιώθω σαν να είμαι άχρηστη, στην άκρη. Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα που ούτε καλά-καλά τα κατάλαβα.»

Όρεξη για το παραμικρό δεν είχε. Κοίταξε γύρω της το δωμάτιοσε κάποια σημεία από το ταβάνι έπεφταν ήδη λεπτές αράχνες. Το βλέμμα της πήγε στο παράθυρο, εκεί που φαινόταν ο μικρός της κήποςτώρα είχε γεμίσει με αγριόχορτα. Άρχισε να ξημερώνει, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.

Στον ύπνο της, βλέπει τη μητέρα της. Απόρησε πάρα πολύη μητέρα της είχε εμφανιστεί μία φορά στα όνειρά της, τρία χρόνια πριν, αμέσως μετά την κηδεία. Αυτή τη φορά η μάνα την κοιτούσε τρυφερά, ήθελε να την χαϊδέψει, να την αγκαλιάσει όπως παλιά, αλλά μια αόρατη δύναμη φαινόταν να την εμποδίζει.

«Κόρη μου καλή,» της λέει η μητέρα της, «αύριο είναι η τελευταία σου μέρα …»

Κάτι σαν να την πέταξε έξω απ’ το όνειρο. Πετάχτηκε από το κρεβάτι, έτρεμε.

«Τελευταία; Δηλαδή τέλος; Τόσο νωρίς; Γιατί;» φώναξε στον αέρα, χωρίς να ξέρει σε ποιον.

Άρχισε να φαντάζεται τη σκηνή: να είναι ξαπλωμένη στο ίδιο κρεβάτι, χωρίς πνοή, να έχουν έρθει τα παιδιά, συγγενείς, φίλοι… Το σπίτι άνω-κάτω, στον κήπο αγριόχορτα, φαΐ τίποτα. Σηκώθηκε σαν τρελή, έκλαιγε αλλά δεν ήξερε με τι να ξεκινήσει.

Μπήκε στην κουζίνα, αμέσως ζύμωσε ζύμη. «Μέχρι το βράδυ θα φουσκώσει, θα φτιάξω τυρόπιτες. Άμα προλάβω…»

Έβαλε νερό στη λεκάνη, πήρε ένα πανί κι άρχισε να τρίβει παντού. Μάζεψε ό,τι ήταν πεταμένο δεξιά κι αριστερά. Έπλυνε και το πάτωμα.

«Νά ναι καλά, τουλάχιστον είναι τακτοποιημένο το σπίτι», είπε και ξεφύσηξε.

Επόμενο ήταν ο κήπος. Έτρεχε πάνω κάτω, δεν καταλάβαινε ούτε πείνα ούτε κόπωση. Το μόνο που ηχούσε στη σκέψη της: «Τελευταία μέρα! Τελευταία μέρα!»

Κι όταν πια καθάρισε και το τελευταίο ζαρζαβατικό, κατάλαβε πόσο πονούσαν τα πόδια της.

«Να ξαποστάσω λίγο… Όχι, ακόμη έχω δουλειά.»

Θυμήθηκε τη ζύμη και γύρισε σπίτι.

Οι τυρόπιτες ήδη ψήνονταν στο φούρνο.

«Ωραία, θα έρθουν αύριο τα παιδιά, θα πιουν έναν ελληνικό με τις πιτούλες, θα με θυμηθούν,» είπε με ένα δάκρυ στη φωνή, «να δοκιμάσω… Πω πω, αφρός έγιναν!»

Έκατσε δίπλα στο παράθυρο και συλλογίστηκε:

«Τελικά, τι ωραία που είναι να ζεις σε αυτή τη γη!»

Αλλά δεν είχε τίποτα να κάνει πια, έπρεπε να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι.

Έπιασε τα ρούχα της, έψαχνε τι να φορέσει. Τελικά διάλεξε το καινούριο φόρεμα που δεν είχε προλάβει να βάλει ποτέ.

Πήγε στον καθρέφτη, έκανε τα μαλλιά της, έβαλε λίγο μακιγιάζ, φόρεσε το φόρεμα. Κοιτάχτηκε και, αναπόφευκτα, θαύμασε τον εαυτό της.

«Τι κουκλάρα! Εδώ δεν είναι για θάψιμο, για γάμο είμαι!»

Αλλά με τη μοίρα δεν τα βάζεις… Ξάπλωσε να πεθάνει. Δεν πρόλαβε. Έξω άκουσε το θόρυβο από αυτοκίνητο που σταμάτησε κοντά στο σπίτι της. Κόρναρε.

«Κάποιος στους απέναντι θα είναι», σκέφτηκε, εκεί πήγαιναν συχνά.

Μετά από λίγο, χτυπά η πόρτα, ξανά και ξανά.

«Μην μου πεις ότι ήρθαν τα παιδιά;» Πήγε στο παράθυρο. Όμως, το αυτοκίνητο δεν το γνώριζε.

«Πω πω, τι αμάξι!» της ξέφυγε, κάποιος χάθηκε μάλλον. Πάει στην πόρτα, ανοίγει. Μπροστά ένας άντρας, περιποιημένος και προσεγμένος. Η Μαρία τον κοιτάει με απορία.

«Ντυμένος σαν να πηγαίνει σε γάμο!»

Είστε η κυρία Μαρία; ρωτάει ο άντρας.

Εγώ είμαι…

Ήρθα για εσάς. Συγγνώμη, άργησα λίγο…

Ψάχνετε κάτι; ρωτά η Μαρία, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει.

Ναι, μουρμουράει εκείνος, διστάζοντας.

Μπα, μήπως κάνατε λάθος ταξί;

Όχι, όχι, σε εσάς ήρθα. Συγγνώμη για το άβολο της επίσκεψης.

Λίγο αργά δεν είναι; Σας ακούω, τέλος πάντων.

Ξέρω, χίλια συγγνώμη. Δεν υπολόγισα καλά το χρόνο, είμαι από μακριά και χάθηκα κιόλας στο δρόμο.

Βλέποντας ότι η Μαρία ακόμα απορεί, συνεχίζει:

Είμαι ο Κώστας. Ήθελα να σας γνωρίσω.

«Εγώ είχα τελείως άλλα σχέδια για σήμερα» σκέφτηκε η Μαρία.

Πού με ξέρετε; τον ρωτάει.

Είχα προσπαθήσει να σας βρω στο Facebook, αλλά δεν μπαίνετε συχνά, έψαξα τρόπο και βρήκα που μένετε. Με συγχωρείτε αν σας φάνηκα αδιάκριτος, θα σας εξηγήσω.

«Και τώρα τι κάνουμε μαζί σου;» περνούσε από το μυαλό της.

Κώστα, συγγνώμη, αλλά εγώ πια δεν ανοίγω κουβέντες με κανέναν, ούτε θέλω να αλλάξω τίποτα στη ζωή μου. Καλύτερα να γυρίσετε πίσω.

Ίσως έχετε δίκιο, έπρεπε να πάρω πρώτα τηλέφωνο Καλή σας νύχτα, κυρία Μαρία.

Ο άντρας γύρισε γρήγορα προς το αυτοκίνητο, στον δρόμο τής άφησε ένα κουτί γαλακτομπούρεκο.

Συγγνώμη και πάλι.

Και φεύγει.

Η Μαρία ένιωσε κάτι να τη βαραίνει. Τον λυπήθηκε, τόσος δρόμος, χωρίς να φάει τίποτα.

Κώστα, περιμένετε λίγο! Ελάτε μέσα να σας βάλω ένα τσάι.

Ο άντρας χαμογέλασε, πλησίασε παρακαλώντας.

Με χαρά, Μαρία.

Μπήκαν στο σπίτι.

Πηγαίνετε να πλύνετε τα χέρια σας, η πετσέτα εκεί.

Έψαξε και έβαλε τσάι στα φλυτζάνια, έβγαλε και τις τυρόπιτες.

Πεινάτε μήπως; ρωτάει.

Αν επιτρέπεται…

Να φάτε, είστε καλεσμένος.

Και η Μαρία κατάλαβε ότι πεινούσε κι αυτή πολύ. Έστρωσε τραπέζι στο πι και φι, ευτυχώς είχε μαγειρέψει μπόλικο.

Καλή μας όρεξη! είπαν και οι δύο ταυτόχρονα κι έσπασαν στα γέλια.

Πρώτη φορά εδώ και καιρό έφαγε με ευχαρίστηση. Κι ένιωθε όμορφα και ήρεμα δίπλα σ αυτόν τον άγνωστο άντρα. Ο Κώστας ήταν ωραίος συνομιλητής. Σε μία ώρα, είχε την εντύπωση πως τον ήξερε χρόνια.

Ό,τι χρειαστείς, εγώ είμαι εδώ, θα βοηθήσω, Μαρία.

Τον κοίταξε στα ρούχα, κι έσκασε ένα χαμόγελο.

Βοήθεια λες; Να, το υπόστεγο έχει γείρει, ο φράχτης θέλει αντικατάσταση…

Ο Κώστας το σκέφτηκε μια στιγμή.

Μαράκι μου, θα το φροντίσω, όλα θα τα κάνω.

Και σηκώθηκε να φύγει.

Σε ευχαριστώ, ήταν όλα τέλεια, δεν ζητάω να μείνωκαταλαβαίνω πως δεν είναι σωστό. Καλή σας νύχτα, Μαρία.

Να είσαι καλά, Κώστα, καλό δρόμο!

Μάζεψε το τραπέζι, κάθισε λίγο, και πήγε για ύπνο. Ή μάλλον, όπως το χε βάλει σκοπό, πήγε να… πεθάνει.

Ο ύπνος την πήρε γρήγοραη κούραση της ημέρας έκανε τη δουλειά της.

Στο όνειρο ξαναέρχεται η μαμά της.

Κόρη μου, γιατί έφυγες χθες, δεν με άκουσες μέχρι το τέλος; της λέει. Σήμερα τελειώνει η μοναξιά σου. Ξέρουμε πόσο δύσκολα περνάς μόνη, γι αυτό στείλαμε έναν άγγελο δίπλα σου. Μην τον διώξεις, κράτα τον. Και πρόσεχε, κορίτσι μου, κι εσύ να τον φροντίζεις.

Ποιον να κρατήσω, μαμά; Έφυγε ο άγγελος, τρόμαξε τις δουλειές…

Η μητέρα τη σταύρωσε και χάθηκε στο φως.

Ξημέρωμα, μόλις φέγγει για τα καλά, η Μαρία ξυπνάει από θορύβους απ έξω. Βλέπει φορτηγό, γεμάτο οικοδομικά υλικά, να σταματάει στο σπίτι. Κι άλλο φορτηγό. Κατεβαίνουν εργάτες και ξεφορτώνουν ξύλα.

«Τι στο καλό; Δεν παρήγγειλα τίποτα εγώ!»

Ήθελε να βγει να φωνάξει να τα πάρουν πίσω, όμως είδε τον Κώστα να δίνει οδηγίες.

Όταν τελείωσαν, την άφησαν άφωνη.

Λίγο αργότερα άλλο φορτηγό φέρνει λαμαρίνες και υλικά.

«Α, φράχτη φέρνουν! Ένα τέτοιο είχε και η γειτόνισσα, το καμάρωνα πάντα…»

Άρχισαν κατευθείαν δουλειά. Κι ο Κώστας μέσα στις εργασίες, όχι μόνος αλλά και με δικά του χέρια.

Η Μαρία πήγε κοντά:

Κώστα, γιατί μπαίνετε σε τέτοιο κόπο; επιχείρησε να πει.

Μαράκι μου, μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά, μπες μέσα, έχει και λίγο ψύχρα σήμερα.

Η αλήθεια είναι πως η Μαρία ήξερε απ τη ζωή να μην πολυεμπιστεύεται τους άντρεςείχε γνωρίσει δύο, ποτέ όμως κανείς δεν έμεινε δίπλα της. Τα είχε μάθει όλα μόνη της, κανένας δεν την είχε προσέξει ή στηρίξει. Οπότε δεν ήξερε πώς να αντιδράσει τώρα.

Η δουλειά προχωρούσε ρολόι. Σε λίγες μέρες είχαν μπει καινούργιος φράχτης, νέο υπόστεγο, άλλαξαν τα πατώματα, έφτιαξαν τη σόμπα. Η Μαρία όμως ακόμη δεν το πίστευετης φαινόντουσαν όλα παράξενα, άρχισε να σκέφτεται ότι ο Κώστας κάτι θα θέλει.

«Λες να ζητήσει χρήματα;» Ήταν που δεν είχε λεφτά, μόνο κάτι κάτω από το μαξιλάρι.

Όταν ο κουρασμένος αλλά ευχαριστημένος Κώστας μπήκε μέσα, του λέει:

Κώστα, ευχαριστώ ειλικρινά, ούτε ξέρω γιατί το κάνεις όλο αυτό για μένα.

Έλα τώρα, τι γλυκά λόγια είναι αυτά…

Η Μαρία τον πλησιάζει με μερικά ευρώ από αυτά που μάζευε.

Πάρε, αυτά έχω, τα υπόλοιπα όποτε μπορώ…

Όχι, κυρία Μαρία. Τι είναι αυτά τα πράγματα; Γιατί να τα πάρω;

Μην τα λες αυτά τώρα! Πρέπει να σε πληρώσω για τη δουλειά σου.

Ο Κώστας έφυγε. Σε λίγο, άκουσε το αυτοκίνητο που απομακρυνόταν.

Βγήκε έξω είχε φύγει. Δεν ξαναφάνηκε ούτε την επόμενη μέρα, ούτε την άλλη, ούτε έπειτα από βδομάδα…

Η Μαρία άρχισε να λυγίζει. Ένιωθε ένα κενό μέσα στην ψυχή της, δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτα, σαν να είχε ξανά ερωτευτεί, όπως έφηβη.

«Γιατί έδιωξα τον Κώστα; Και πώς θα αντέξω μακριά του;» αναρωτιόταν, λες και τον ήξερε μια ζωή.

Περπατούσε στον δρόμο, χωρίς προορισμό. Τη σταμάτησε μια γειτόνισσα, που τα ήξερε όλα.

Μαρία μου, μην τον διώξεις τον άνθρωπο, βλέπεις τι έχει κάνει! Φαίνεται ότι είναι καλό παλικάρι!

Αυτός έφυγε, δεν πρόκειται να γυρίσει είπε σκυθρωπά.

Ε, καλά, εσύ νομίζεις πως έφυγε; Στη στροφή, το αμάξι του παρκαρισμένο από χθες το βράδυ!

Πού, πού το είδες;

Εκεί, λίγο πριν μπεις στο χωριό.

Η Μαρία ούτε καν άκουσε τα υπόλοιπα, έτρεξε με όλη της τη δύναμη μπας και τον προλάβειόμως αμάξι ούτε ίχνος του.

«Με κορόιδευε κι αυτή…» σκέφτηκε, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής.

Το βράδυ δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Σηκώθηκε, τυλίχτηκε με την κουβέρτα και βγήκε στο μπαλκόνι, έκανε κρύο, κάθισε στην καγκελόπορτα.

«Γιατί τόσο άτυχη; Γιατί τόσο… χαζή;» μονολογούσε και τα δάκρυα της ξεχύνονταν.

Και τότε, ξαφνικά, ένιωσε έναν να έρχεται, να την παίρνει αγκαλιά, να τη φιλά παντού, στα υγρά της μάγουλα.

Μαράκι μου, μην κλαις σε παρακαλώ! της είπε ο Κώστας.

Πού ήσουν; Γιατί χάθηκες;

Ποτέ δεν έφυγα. Δεν μπορούσα να φύγω, γιατί σ αγαπάω.

Κι εγώ σ αγαπάω. Περισσότερο κι απ τη ζωή.

Η Μαρία χώθηκε πιο πολύ στην αγκαλιά του άγγελου που της έστειλαν από τ ουρανού.

«Ευχαριστώ, μάνα…» ψιθύρισε κλαίγοντας ξανά, αυτή τη φορά όμως από χαρά.

Oceń artykuł
Η Άννα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ήδη για μέρες, ανήμπορη να σηκωθεί. Δεν την πονούσε τίποτα, όμως ζαλιζόταν, δεν είχε δυνάμεις και δεν ήθελε καθόλου να σηκωθεί.