Η άδεια ζωή της Δάφνης

Άδεια ζωή της Δέσποινας

Το χιόνι πια δεν έκαιγε γυμνά πέλματα η Δέσποινα τα είχε χάσει τελείως. Μόνο ο βόρειος αέρας, πιο θυμωμένος κι από χταπόδι σε ξύλο, άστραφτε στο πρόσωπο, στα χέρια, στον λαιμό της, περνώντας μέσα από τη λιτή νυχτικιά της. Τα γκρίζα μαλλιά της γέμισαν χιόνι κι έγιναν βαριά σαν σιρίτια. Η θύελλα σφύριζε λες κι αγρίευε και η Δέσποινα είχε χάσει τον μπούσουλα, έπαιζε κρυφτό στην ίδια της την αυλή. Πήρε τη γωνιά του φράχτη, αγκάλιασε τον εαυτό της και μουρμούρισε:

Άντε, Παναγία μου, πάρε με να ησυχάσω! Άντε να φύγω

Θα είχε φύγει, αν δεν είχε βγει στο μπαλκόνι η γειτόνισσα, η Κατερίνα, να δει αν η αγελάδα ετοιμαζόταν να γεννήσει δίδυμα. Είδε τη μισάνοιχτη πόρτα της Δέσποινας να αστράφτει με φως.

Δέσποινα! Τι ψάχνεις εκεί μες στη μαυρίλα;

Η Δέσποινα δεν μιλούσε, σα να την είχε καταπιεί η κακή ώρα. Στεκόταν στη γωνία, τα μάτια σφιγμένα, το στόμα να επαναλαμβάνει κάτι σα χαλασμένο ραδιόφωνο: «να πεθάνω», «να χαθώ»!

Η Κατερίνα όρμησε μέσα Δέσποινα, πού είσαι βρε καρδιά μου; Τίποτα. Η Δέσποινα ακούμπησε την πλάτη στον φράχτη κι άρχισε να γλιστρά προς τα κάτω σαν βρεγμένη πετσέτα. Έκλαιγε ή μουρμούριζε, κανείς δεν ήξερε. Η Κατερίνα έτρεξε να φωνάξει τον άντρα της, να τη σηκώσουν και να τη χώσουν στη ζεστασιά. Τη μάζεψαν και την έβαλαν μέσα.

Από εκείνη τη νύχτα, η Δέσποινα δεν σηκώθηκε. Ήρθε το πρωί η νεαρή νοσηλεύτρια, η Θεοδώρα, απορημένη που στα ενενήντα ένα της, δεν τσίμπησε καν γρίπη, μόνο τα πόδια της είχαν παγώσει ωσάν κάστανα μαύρα και σκληρά.

Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο, να φωνάξουμε ασθενοφόρο;

Η Δέσποινα κοίταξε τα μαύρα μαλλιά της κοπέλας, τα μάγουλά της ροζ από τον χειμωνιάτικο αέρα, κι έγνεψε αρνητικά:

Πού να τρέχω; Εδώ θα κάτσω. Μην ξοδεύεις τον χρόνο σου με μένα, κοπέλα μου. Όλα καλά. Πήγαινε με το καλό.

Δυο βδομάδες έτσι. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί εκείνο το βράδυ η Δέσποινα βγήκε στην αυλή, ξυπόλυτη και με τη νυχτικιά. Οι άλλοι το παν κεφαλοειδής ανοησία της, εκείνη όμως το ένιωσε σα να χε το χέρι της Μοίρας στην πλάτη. Το προηγούμενο βράδυ, έπλεκε και ξήλωνε μια κάλτσα, με τα στραβά της δάχτυλα να δουλεύουν μηχανικά. Το μυαλό ταξίδευε αλλού, το βλέμμα στη γωνία του τοίχου. Ένα μυστηριώδες, μακάβριο χαμόγελο στον αέρα τα παλιά θυμόταν.

Στη ζωή της; Έτσι κι έτσι. Δουλειά και ανάγκη. Ένα μόνο ξέσπασμα φωτός, αστραπή τρυφερής αγάπης.

Λεγόταν Σταύρος.

Σταυράκη μου σιγομουρμούριζε με κλειστό στόμα, γελώντας σαν να τη χάιδευε μυστικό καλοκαίρι.

Άλλες φορές νόμιζε πως πήγαινε στους ελαιώνες όταν τελείωνε το χτήμα. Στο φως, με το χέρι σαν σκιάδι, καρτερούσε. Περίμενε να φανεί ο Σταύρος κι από μέσα της χάραζε ο φόβος κι η ελπίδα ταυτόχρονα. Τον έβλεπε, όλη χαρά τότε έτρεχε να τον αγκαλιάσει, φωνάζοντας: «Σταύρο!»

Σε αυτά τα όνειρα αποκοιμήθηκε. Κάπου βαθειά στη νύχτα, σηκώθηκε νευρικά από το κρεβάτι. Κοίταξε έξω η θύελλα μουγκάνιζε, τα τζάμια κουδούνιζαν. Πέταξε την κουβέρτα, τα χέρια τεντωμένα, ψαχούλεψε να βρει την πόρτα.

Θα γυρίσω γρήγορα

Βγήκε έξω, ξυπόλυτη, χωρίς να ξέρει πού πάει. Κοιτούσε στην αγριεμένη θάλασσα χιονιού κι άπλωνε πάλι το χέρι μπροστά.

Σταύρο;

Το κρύο την χτύπησε ως τα σωθικά. Περπάτησε, σφίγγοντας τα δόντια, κοιτάζοντας μόνο μπροστά, πέρα από τον φράχτη. Σταμάτησε να νιώθει τα πόδια, μόνο ένα παγωνιάς μούδιασμα παντού. Τα βήματα την έκαναν να χαθεί. Δεν βρήκε ποτέ την έξοδο από την αυλή. Την μάζεψαν γείτονες, παγωμένη και μισοχαμένη.

Η Κατερίνα ερχόταν συχνά από τότε, άναβε το τζάκι, έφερνε φαΐ, μιλούσε με λόγια καθημερινά. Ερχόταν η Θεοδώρα, άλλαζε επιδέσμους, μύριζε τα κρέμες, κοίταζε το θερμόμετρο όλα όσα έπρεπε, η Δέσποινα τα έκανε. Όταν έμενε μόνη, κοιτούσε το ταβάνι με άδειο βλέμμα. Έδινε βάση στους ήχους έξω: τα γαβγίσματα, το γρύλισμα της φτερωτής του νερού, τα παιδιά που γυρνούσαν από το σχολείο.

Τις περισσότερες φορές αποκοιμιόταν καθώς άνοιγε τα μάτια: άλλοτε έβλεπε ξημέρωμα, άλλοτε νύχτα. Η φωτιά στο τζάκι έτριζε, ο ήλιος πάλευε να στεγνώσει τα κεραμίδια. «Πότε θα πεθάνω, Παναγία μου; Να φύγω» ξανά και ξανά.

Από τα παιδικά της χρόνια είχε μάθει το μεγάλο μυστικό: η μοίρα της ήταν σαν βράχος γλιστράς κάτω, κανείς δεν σε μαζεύει. Όλοι έτσι ζούσαν, έτσι έμαθε να μην περιμένει τίποτα. Σφιγμένη, άντεχε για να μη φωνάξει.

Εκείνη τη χρονιά, η άνοιξη δεν ήρθε με χαμόγελα, ήρθε με νεύρα. Οι δρόμοι λάσπη ως τον αστράγαλο, τα φύλλα γεμάτα μίσος, οι ελιές γυμνές σα στοιχειά. Η Δέσποινα, με το μαντήλι στα μαλλιά και δυο τενεκέδες νερό, περπατούσε γυμνόποδη, το νερό να πιτσιλάει τις πατούσες της. Στην άλλη γωνία οι άντρες κάπνιζαν και κουβέντιαζαν σα να μήνυαν κηδεία. Η Δέσποινα περνούσε με χαμηλά μάτια είχε ξεμάθει να φαίνεται.

Δέσποινα! φώναξε η κυρά Αντιγόνη με φωνή που δεν σήκωνε το όχι. Πήγαινε γρήγορα στο μπακάλικο! Πες στον Σάββα να δώσει το καλύτερο ύφασμα, λουλουδάτο. Και μην αργήσεις! Βραδιάτικα έχουμε μουσαφίρηδες απ την πόλη, θα στρώσουμε τραπέζι. Και κόψε και λουλούδια!

Η Δέσποινα άφησε τα βαρέλια στο σκαλοπάτι, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά και ξεκίνησε. Είχε μόλις κλείσει τα είκοσι δύο, αλλά η ζωή της ξεπερνούσε και τη γιαγιά της σε κούραση. Δώδεκα χρόνια τώρα, μετά τον θάνατο γονιών, την πήρε μια πανούργα, φωνακλού χήρα να τη βοηθά «για μια φέτα ψωμί». Από κοπέλα κόκαλο, φοβισμένη, έγινε ψιλή, σκληραγωγημένη γυναίκα με χέρια σαν πένσα και πρόσωπο που είχε σβήσει απ την απαντοχή.

Δούλευε πριν χαράξει ως το βράδυ. Διάσπασε καυσόξυλα βρεγμένα στον αέρα του χειμώνα, άρμεγε κατσίκες μέσα στην παγωνιά, ζύμωνε λάσπη για το φούρνο, έπλενε ως να μουδιάζουν τα δάχτυλα. Όταν ωρίμαζε το καλοκαίρι, ξεχορτάριαζε τον κήπο ενώ τα βατόμουρα σχεδόν κινούσαν μόνο τους τους γείτονες απ τη μυρωδιά. Αλλά τίποτα η κυρά μετρούσε και το τελευταίο φραγκοστάφυλο· για κάθε χαμένη μούρα, μάστιγα με τσουκνίδα: «Δεν είναι για σένα, τζάμπα τρώγεται!» Δάγκωνε χείλος, ξερίζωνε αγριόχορτα και προσευχόταν να ξεχαστεί για μια μέρα.

Κάθε Σάββατο, ζέσταινε το λουτρό για την κυρά. Νερά κουβαλούσε στην κατηφόρα από το ποτάμι, μετέφερε βαρέλια γλιστερά. Τρίβε την κυρά τη μία ωμοπλάτη, την άλλη, ώσπου να ζαλιστεί από τη ζέστη και τις βρισιές. Καμιά φορά την έλεγε «καλοκάγαθη μου μουλάρα». Τόσο είχε μάθει από ζωή τίποτα παραπάνω. Γι αυτές τις κοριτσίστικες κουβέντες και νάζια, τίποτα δεν καταλάβαινε πια. Ούτε πείραζε τα φουστάνια, ούτε τη νάιλον ποδιά της. Δεν ήθελε τίποτα, δεν ονειρευόταν τίποτα. Ήταν απαθής.

Μια μέρα που σκούπιζε το μεγάλο καθρέφτη η κυρά την κοίταζε και μονολογούσε:

Δέσποινα, να σε χαρίσω κάπου; Θες να παντρευτείς;

Η Δέσποινα κατέβηκε απ το σκαμνί, στράγγιξε το πανί και είπε ήσυχα:

Ό,τι πείτε.

Δηλαδή, να μείνεις γεροντοκόρη;

Ό,τι να ναι.

Έτσι μπράβο! φώναξε η κυρά, Γεροντοκόρη καλύτερα, λιγότερα νταβαντούρια. Θα κάνεις δέκα παιδιά με τέτοιο πετραχείλι, θα γίνει χαμός! Μα τι χάρισμα τα οπίσθια σου, όχι σαν την κόρη μου τη Βασιλική.

Άλλο της ήθελε, άλλο σκεφτόταν Πότε να τη χάσει κουζίνα-βοηθό; Αλλά κι αξία μεγάλη. Το άφησε να το σκεφτεί και έφυγε.

Η κουβέντα αυτή δεν είχε σημασία για τη Δέσποινα. Ήταν ψυχρή μια μεγάλη, υγιής γυναίκα που τίποτα δεν επιθυμούσε κι ας είχαν ξυπνήσει κάμποσα μέσα της. Ήταν σαν να βρίσκεται πίσω από αόρατο τοίχο. Οι άντρες συνήθισαν τη ραθυμία ούτε φάνταζε να προσεγγίσουν «καλλονή» τόσο ατάραχη. Το είπε κι ο γεροντάκος ο Ιορδάνης, ο παραγιός του στάβλου: «Το κάλος της Δέσποινας μόνο για τον Θεόαλλού να μην πάει». Κι έτσι θα συνέχιζε, αν η ζωή δεν έφερνε τα πάνω κάτω για λίγο.

Ήρθε Ιούνιος, τα χέρια της στέγνωναν στις λεύκες και τα λιβάδια μύριζαν γιασεμί. Η μικρή κυρία του σπιτιού περίμενε γιο από γνωστή οικογένεια. Η Δέσποινα είχε σταλεί να μαζέψει μαργαρίτες. Στο γυρισμό πέρασε το μονοπάτι και της έκλεισε τον δρόμο ένας τύπος απ το διπλανό χωριό, ο Αλέξης, παραγιός του στάβλου των γειτόνων που είχε έρθει συνοδεία με τον νέο γαμπρό. Με γιλέκο φανταχτερό, χτένισμα τρίχα-τρίχα με μπριγιαντίνη, και το βλέμμα πείραζε χωρίς ντροπή.

Γεια σου κοπελάρα, γέλασε, τη μελέτησε λες και αγόραζε μουλάρι.

Η Δέσποινα πέρασε αμίλητη δίπλα του, μα εκείνος επέμενε, στάθηκε θρασύς.

Πώς σε λένε;

Όποιος ξέρει, ξέρει. Εσύ μην ανακατεύεσαι! είπε κι έφυγε.

Ο Αλέξης πεισματάρης κάθε βδομάδα εκεί, γυρόφερνε με τον αφεντικό του, έριχνε γέλιο χοντρό, σφίξιμο βλέμμα, προσπαθούσε φτηνά τερτίπια. Η Δέσποινα αντίδραση; Τίποτα. Μια μέρα πήγε να τη στριμώξει στην αποθήκη με τα σακιά. Τη γραπώνει εκείνη χωρίς φωνή, του δίνει μια και βρέθηκε να τρώει τούβλο στον αυχένα. Το βλέμμα της ακαταμάχητο: «Τι επαθες βρε κακομοίρη;». Έστρωσε το μαντίλι, τίναξε τη φούστα, βγήκε. Ο Αλέξης κάθισε, έτριβε τον σβέρκο και κάτι μέσα του πήρε φωτιά. Δεν ήταν πια σαρκική δίψα, μα κάτι περίεργο σαν να ήθελε να λύσει αίνιγμα.

Η ίδια; Ακόμα πιο αδιάφορη ούτε τον σκεφτόταν. Όμως, ένα μακρινό σκίρτημα ξύπνησε: ένα αλλιώτικο κύμα ενέργειας. Γελούσε πιο συχνά, ήθελε να βλέπει το ξημέρωμα, τα στάχυα να λούζονται στη δροσιά. Ήθελε να πέσει στα χόρτα, να βάλει τα γέλια χωρίς λόγο. Ζωντάνεψε, έστω λίγο, μέχρι να θυμηθεί την ανάγκη να κάνει κάτι χρήσιμο.

Πέρασε μήνας. Ο Αλέξης άφαντος στις προσπάθειές του μόνο ένα κλεμμένο φιλί στον παγωμένο κατώι, που η Δέσποινα τού ανταπέδωσε με σφαλιάρα στα μούτρα, αρκετή να τον κάνει να σκεφτεί καλύτερα την επόμενη φορά. Λιγάκι άνοιξε, όμως, παράθυρο στη ψυχή της.

Κάποια μέρα, μικρός από τα γύρω χωράφια βρέθηκε να τρώει ξύλο για κλεμμένα φασόλια. Η Δέσποινα, βλέποντάς τα αυτά, πήγε να προστατέψει τον μικρό· ο παραγιός την έδιωξε. Τότε αυτή άρπαξε ξύλο ξαφνικά. Ο κόσμος πάγωσε και να σου κι ο Αλέξης, παίρνει το μαστίγιο απ τον παραγιό, τον απειλεί:

Σήκω και φύγε! Θα φωνάξω εγώ την κυρά, να μείνεις αφεντικό μια χαρά!

Άρχισαν να πιάνουν τον μικρό, να τον παρηγορούν. «Έμεινα μόνος, η μαμά χτες έφυγε» Η Δέσποινα τότε, σαν να χτύπησε κεραυνός, θυμήθηκε παιδί-μονάχο. Πήγε στην αποθηκούλα της, χώθηκε στο κρεβάτι και βούρκωσε. Κούναγε ώμους, τα χέρια της έσφιγγαν το πάπλωμα. Έκλαιγε για τον εαυτό της, για όσα δεν έζησε, για πράγματα που ούτε όνομα δεν είχαν.

Ο Αλέξης τη βρήκε. Μπήκε δειλά, κάθισε κοντά της. Δεν είπε τίποτα βαθυστόχαστο, μόνο την αγκάλιασε. Η Δέσποινα για πρώτη φορά δεν αντέδρασε σφήνωσε το πρόσωπό της στο στήθος του, νιώθοντας τη θέρμη.

Τι έχει μετά το βουνό; ρώτησε δειλά.

Η Αθήνα, απάντησε, λίγο αμήχανος. Μεγάλη πόλη, σπίτια, εκκλησίες, βιτρίνες.

Και μετά;

Άλλη πόλη μετά θάλασσα. Λένε μακριά. Πολύ μακριά.

Η Δέσποινα σιώπησε: θάλασσα δεν είχε δει ποτέ, ούτε ήξερε να κολυμπά. Ήθελε όμως ξαφνικά να τη δει. Ήθελε να φύγει απ όλα αυτά τα γνωστά, να γίνει άνθρωπος ξανά. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια, πρώτη φορά στη ζωή, και είπε:

Θα με πάρεις; Θα με παντρευτείς;

Ο Αλέξης τα χασε. Καλός στη θεωρία, στα δύσκολα μασούσε. Κάτι για λεφτά, κάτι για αναμονή δικαιολογίες. Αλλά η Δέσποινα σα να ξύπνησε τον φιλούσε, τον έπαιρνε αγκαλιά, έλεγε πως δεν τη νοιάζει τίποτα, αρκεί να φύγουν παρέα. Εκείνη τη νύχτα έχασε και το μικρό χρυσό σταυρουδάκι της έκοψε το σκοινάκι. «Έτσι μάλλον έπρεπε», ψιθύρισε και μέσα της σαν να πήρε ένα παράξενο θάρρος.

Ο Αλέξης έρχεται άλλη μία, δύο φορές. Βρίσκονται στα μυστικά, πίσω απ το στάβλο, σε ξέθαμνο γεράνι, κι η Δέσποινα όλο και φώτιζε. Περπατούσε αλλιώς, με το κεφάλι ψηλά. Έλαμπαν τα μάγουλά της, χαμογελούσε δειλά, μα καινούρια.

Μια μέρα όλα τέλειωσαν. Ο γάμος έγινε, χαρές και βιολιά, κι ο Αλέξης πήρε δρόμο με το αφεντικό. Η Δέσποινα το έμαθε από μια κουτσομπόλα της γειτονιάς:

Έφυγε ο Αλέξης, με το αφεντικό σου. Τελείωσε.

Η Δέσποινα περίμενε. Πήγαινε στην άκρη του χωριού κάθε απόγευμα, έβλεπε ίσια στον δρόμο, καρτερούσε. Τα μάτια βαθούλωσαν, το σώμα ξεραΐλα, αλλά μέσα της υπήρχε μια άγρια σπίθα προσμονής. Η Αντιγόνητου κάκου να τη πείσει. Στο τέλος γελούσε πικρά κι εκείνη: «Θα έρθει!» έλεγε στους πάντες.

Το καλοκαίρι έλιωσε, η βεντάλια έγινε λασπωμένο φύλλωμα. Η Δέσποινα γυρνούσε τα χωράφια, με τα χέρια της σκληρά κι αγριεμένα. Κοίταζε προς το βάθος, πίσω απ τον ελαιώνα, να γυρίσει ο Σταύρος. Δεν ρωτούσε, δεν μιλούσε πια. Μόνο δούλευε φανατικά, σάμπως αν πονέσει το σώμα ξεχάσει ο νους.

Μια μέρα, σκούρα όλα, φθινόπωρο αγέρωχο, εκεί στην άκρη του μποστάνιού, βλέπει μια αντρική φιγούρα να ξεπροβάλει προς το δάσος. Η καρδιά σαν να σταμάτησε. Έτρεξε, τα πόδια της σα φτερά, κράζοντας:

Περίμενε! Σταύρο!

Ο άντρας χάθηκε. Η Δέσποινα κόλλησε στο ποταμάκι, σηκώθηκε στη μύτη, έψαχνε να τον δει τίποτα. Ένα σκούρο στίγμα έγινε κουκίδα, διαλύθηκε.

Στάθηκε εκεί, τη βρήκε μια γειτόνισσα, τής λέει:

Τι χαζεύεις;

Ήταν ο Σταύρος, απάντησε χωρίς να γυρίσει.

Πού να ήταν; Εκείνος παντρεύτηκε, έμεινε στην Αθήνα, παιδιά έκανε, έπαθε ατύχημα, ποιος ξέρει ζει;

Η Δέσποινα γέλασε.

Ζει, είναι νέος, όμορφος, τα μάτια της στίλβανε. Κι εγώ είμαι γυναίκα του, παιδιά δεν κάναμε ακόμα

Έχει σαρανταρίσει ο κόσμος κι εσύ ακόμη περιμένεις; έσκυψε η γειτόνισσα. Πάμε, συγκαημένη.

Η Δέσποινα χάζευε το χώμα και γελούσε, μια υγρή μοίρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Όλη η γειτονιά κατάλαβε: ή τα είχε χαμένα ή ευτυχισμένη, ποιος να πει! Η Δέσποινα δεν ξαναέκλαψε, μόνο δούλευε με λύσσα στο χώμα. Όταν τελείωναν όλα, καθόταν στο κατώφλι, κοιτούσε προς το βουνό πίσω του αυτό το άγνωστο, μαγικό πέλαγος. Τα μάτια της ήσυχα, γαλήνια, μια αίσθηση πως περίμενε αιώνες για κάτι που δεν περιγραφόταν.

Αν τη ρωτούσαν, απαντούσε σιγανά, με ένα μελαγχολικό χαμόγελο:

Την ευτυχία μου περιμένω. Ο Σταύρος είπε θα έρθει σήμερα.

Καημένη επικοινωνείς με τον Άγιο Πέτρο!

Κι ο άνεμος μιλούσε με τις λεύκες, ποτάμι κυλούσε αιώνια κι ήρεμα, κι εκεί έξω, κάπου ανάμεσα σε βουνά κι ακτές, ακουγόταν μια θάλασσα που μόνο τ όνομά της ήξερε.

Άνοιξε η πόρτα, μπήκε η Κατερίνα να ρίξει ξύλα στο τζάκι. Η Δέσποινα της έριξε βλέμμα χαμένο, ξέθωρο από ζωή.

Πώς είσαι; Πονάνε τα πόδια;

Η γιαγιά ψιθύρισε ακατάληπτα. Η Κατερίνα έσκυψε πάνω της.

Τι είπες; Δεν ακούω!

… να φύγω, να πεθάνω… Όχι, δεν θα ξανάρθει. Μόνο αυτό έμεινεΗ Κατερίνα έμεινε ακίνητη για λίγο. Έβλεπε τη γιαγιά να ζαρώνει στη γωνιά, το πρόσωπο να σβήνει σαν φωτογραφία παλιού κάρβουνου, κι ένιωσε μια παράξενη θλίψη. Έπειτα έπιασε το χέρι της Δέσποινας. Κρύο, ξερό σαν φλούδα δέντρου. Ήξερε πως ό,τι και να έλεγε, τίποτα δε θ άλλαζε. Κι όμως στάθηκε εκεί, να της μουρμουρίσει πως έφερε γαρίφαλα, πως η άνοιξη γύρισε πια κι ο ήλιος ζέσταινε τους δρόμους. Πως το χωριό μυρίζει ζεστό ψωμί κάθε πρωί.

Η Δέσποινα ούτε άνοιξε τα μάτια. Μόνιμη της συνομιλία η ανάσα της. Μα κάπου πίσω απ τα βαριά βλέφαρα, ξεκίνησε ένα μικρό χαμόγελο τόσο δειλό που μόνο η Κατερίνα το πρόσεξε. Κι ύστερα, σαν να περνούσε σιγανό αεράκι μέσα στο σκοτεινό σπιτάκι, οι τοίχοι μοσχοβόλησαν ρίγανη και θάλασσα. Η Δέσποινα άκουσε ψίθυρο: κάπου, πολύ μακριά, κάποιο χέρι απλωνόταν, ζεστό και δυνατό, να αγκαλιάσει το δικό της.

«Ήρθε, παιδί μου,» ξεστόμισε, τόσο χαμηλά που ήταν σχεδόν ανάσα. Έπειτα όλα γύρω της γέμισαν άσπρο φως φευγαλέα μυρωδιά από στάχυα, γιασεμιά, και το θαλασσινό αεράκι που χρόνια ποτέ δεν είχε φτάσει ως τα πόδια της. Για μια μόνο στιγμή θυμήθηκε τι πάει να πει χαρά. Κι ύστερα, καθώς το χέρι της έσφιγγε το αόρατο χέρι του Σταύρου, ένα γλυκό βάρος έφυγε απ την καρδιά της.

Η Κατερίνα δεν κατάλαβε αμέσως το τέλος. Μόνο όταν το τζάκι ξεφύσηξε και το φως στο δωμάτιο άλλαξε, ένιωσε πως κάτι αόρατο είχε σπάσει σ εκείνη τη μοναχική γωνιά. Έγειρε τον ώμο στη φούστα της Δέσποινας και ψιθύρισε:
Καλοτάξιδη όπου κι αν βγεις.

Έξω από το τζάμι, πάνω στο παγωμένο χώμα, φύτρωσε το πρώτο λουλούδι της άνοιξης.
Κι αν κάποιος περνούσε από το σπίτι εκείνο μέρες μετά, ορκιζόταν πως, στη γωνιά της πόρτας, καθόταν μια κοπέλα με τα μαλλιά λυτά, κοιτώντας κατά θάλασσα γελώντας σιγανά, όπως στις αρχές του καλοκαιριού.

Oceń artykuł
Η άδεια ζωή της Δάφνης