Απολύτως απαραίτητος ο νέος σύζυγος
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Η μέρα ξεκίνησε όπως κάθε άλλη λίγο καφές, λίγη ησυχία το πρωί πριν πάω στη δουλειά. Και ξαφνικά, η Δανάη, η κόρη μου, ξεφουρνίζει το εξής: «Μαμά, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις καινούργιο άντρα! Τώρα, αμέσως!»
Παραλίγο να μου πέσει το φλιτζάνι και ο καφές, να στάξει πάνω στο τραπεζομάντηλο με τα γαλάζια κυκλάμινα. Το ακουμπάω νευρικά στο τραπέζι, παίρνω μια βαθιά ανάσα και κοιτάζω τη Δανάη στα μάτια.
«Τι συνέβη, αγάπη μου; Γιατί τέτοια πρεμούρα;» προσπαθώ να είμαι ψύχραιμη.
Η μικρή στέκεται αμήχανη, χαζεύει το παραδοσιακό μοτίβο στο χαλί και αποφεύγει να με κοιτάξει στα μάτια. Όμως καταλαβαίνω ότι έχει πάρει την απόφασή της.
«Δες Σήμερα είπα στον μπαμπά πως έχεις βρει άλλον. Δεν άντεχα άλλο τις ερωτήσεις του! Συνεχώς με ρωτά αν βρήκες κάποιον, κι όταν λέω όχι, κάθεται με τις ώρες και μιλάει για το πόσο μεγάλο λάθος έκανες που τον άφησες. Ότι δεν καταλαβαίνεις τίποτα από τη ζωή, ότι έχασες το διαμάντι της Αθήνας!» Έχει υψώσει λίγο τη φωνή θυμός, απογοήτευση, και πίκρα στα μάτια της, όλα ανακατεμένα.
«Επιμένει ότι κάποια στιγμή θα το μετανιώσεις και θα γυρίσεις πίσω, ότι δεν υπάρχει καλύτερος για εσένα. Του απάντησα, λοιπόν, ότι τώρα έχεις κάποιον!»
Σφίγγω τα χείλη, χαϊδεύω νευρικά τα μαλλιά μου και ακούω πάλι στο κεφάλι μου εκείνες τις παλιές, εκνευριστικές φωνές του Βασίλη, του πρώην άντρα μου. Όλα αυτά τα χρόνια ίδια ιστορία: η υπεροψία του, η φυσική του έπαρση, η ανάγκη του να μιλάει ασταμάτητα για τα κατορθώματά του.
«Φαντάζομαι τι κουβέντες λέει» μου ξεφεύγει, με μια δόση ειρωνείας. «Μάλλον δεν συγχωρεί το ότι τόλμησα να φύγω. Πιστεύω ότι σε καλεί τα Σαββατοκύριακα όχι για να περάσει χρόνο μαζί σου, αλλά για να μαζεύει φρέσκο κουτσομπολιό να ταΐζει το εγώ του.»
Η Δανάη καταρρέει στη γωνία του καναπέ, αγκαλιάζει ένα μαξιλάρι και κοιτάει αφηρημένα έξω από το παράθυρο.
«Το ίδιο κι εγώ σκέφτομαι. Μιάμιση ώρα συνεχώς ακούω για το πόσο σπουδαίος είναι. Κατά τα άλλα, δεν τον ενδιαφέρει τίποτα για μένα ούτε αν περνάω καλά στο σχολείο, ούτε αν έχω κάποιο πρόβλημα. Στο τέλος ρωτάω κι εγώ ποδήλατο να πάρω και δεν θα το καταλάβει καν»
Η φωνή της επίπεδη, σχεδόν γράφει λίστα με ψώνια τόση συνήθεια έχει κάνει τα Σαββατοκύριακα της μαζί του. Τα ίδια ακριβώς κάθε φορά: για τη δουλειά του, για τις δυσκολίες του, για τα μεγαλουργήματά του, για όσους δεν τον εκτιμούν όσο πρέπει. Όταν επιχείρησε να του μιλήσει για την επιτυχία της στην μαθηματική ολυμπιάδα, το μόνο που άκουσε ήταν: «Μπράβο, αλλά στην ηλικία μου εγώ ήδη» και πάλι ιστορίες για κείνον.
Γιατί άραγε άντεξα δεκαπέντε χρόνια; Μάλλον μόνο για χάρη της. Πάντα πίστευα μικρή πως κάποτε θα αλλάξει, θα δώσει λίγη προσοχή σ εμάς. Μα τίποτα δεν άλλαξε. Ίσα ίσα ζωή χωρίς εκείνον είναι πιο ήρεμη! Τουλάχιστον κανείς πια δεν θεωρεί εμάς περιφέρεια και τον εαυτό του πλανήτη
Γυρίζω και λέω λίγο νευριασμένη: «Και γιατί εγώ πρέπει να ψάχνω επειγόντως σύντροφο; Είπα ένα ψέμα στον πατέρα σου εντάξει, αλλά πού είναι το κακό;»
«Μαμά, όταν το άκουσε ο μπαμπάς, άλλαξε χίλια χρώματα! Μπλέ, πράσινος, κόκκινος και μετά άρχισε να φωνάζει τόσο δυνατά που άκουσε και η γειτόνισσα. Στην αρχή φοβήθηκα λίγο»
Σκεφτόμουν το σκηνικό, τον Βασίλη με τις σφιγμένες γροθιές του, να φωνάζει λες και θα σκάσει απ το κακό του.
«Μου ζητούσε επίμονα να του πω ποιος είναι ο καινούργιος. Του είπα πως δε μου επιτρέπεις να του πω τίποτα περιμένω να σε πάρει τηλέφωνο να σε κάνει άνω-κάτω!»
Μέσα μου λιγάκι ανακατεύομαι. Μπράβο παιδί, σκέφτομαι Ήταν νομοτελειακό πως ο Βασίλης θα ξεσήκωνε τον κόσμο.
Με αγκαλιάζει σφιχτά η Δανάη. Κάθισα δίπλα της, κουμπώθηκα. Τα λόγια ειπώθηκαν, δεν μαζεύονται τώρα.
«Γιατί το σκέφτηκες αυτό, παιδί μου;» της ψιθυρίζω, ταλαντεύοντάς την ήρεμα.
Με κοιτάζει στα μάτια αποφασισμένη.
«Γιατί είσαι υπέροχη! Είσαι όμορφη, δυνατή, έχεις φίλους και οι άντρες σ εκτιμούν! Το βλέπω! Έχει κουράσει ο μπαμπάς με τις κουβέντες του!»
Της χαϊδεύω απαλά τα μαλλιά. Με συγκινεί η τρυφερότητα και η ωριμότητά της.
«Κατάλαβα, μικρούλα μου. Ειλικρινά, νόμιζα πως εσύ δεν θέλεις να ξεκινήσω κάτι σοβαρό, μόλις έξι μήνες μετά τον χωρισμό»
Ήταν δύσκολο να το παραδεχτώ φωναχτά. Ένας φόβος με βασάνιζε μήπως η κόρη μου δει μια νέα σχέση ως προδοσία, σαν να προσπαθώ να αλλάξω τον πατέρα της.
«Τι λες τώρα;» γελά αληθινά. «Το μόνο που θέλω είναι να είσαι χαρούμενη!»
Τη βλέπω τόσο σοβαρή, σχεδόν μεγάλη σίγουρη για τον εαυτό της.
Και κάπως έτσι, στο βουβό φως του σαλονιού, μια πρώτη ανησυχία παύει μέσα μου. Ίσως σκέφτομαι πάρα πολύ το παρελθόν, ίσως φοβάμαι χωρίς λόγο το μέλλον.
«Είσαι θησαυρός! Ευχαριστώ που φροντίζεις τόσο πολύ τη μαμά σου», της λέω και την σφίγγω στην αγκαλιά μου. Μαζί, κουρνιάζουμε μία οικογένεια, ακόμη πιο δεμένη μετά από όλα αυτά.
***************
Το ίδιο απόγευμα, σφαδάζω με πονοκέφαλο στο γραφείο μου στη Συγγρού. Η οθόνη του υπολογιστή «χτυπάει» στα μάτια μου, οι αριθμοί κι οι λέξεις χορεύουν μπροστά μου. Ακούω τα πληκτρολόγια, τη βουή του κλιματισμού, τα χαμηλόφωνα αστεία των συναδέλφων στους διαδρόμους και όλα μου φαίνονται αφόρητα.
Στέλνω την Άννα στο φαρμακείο της γειτονιάς είναι δύο βήματα πιο κάτω για να μου φέρει αναλγητικά. Αδειάζω μηχανικά ένα ποτήρι νερό από τη γυάλινη κανάτα. Δεν βοηθά.
Ξάφνου εμφανίζεται ο κύριος Αχιλλέας, ο σεκιούριτι καλοκάγαθος άντρας, μάτια ανήσυχα.
«Κα Αλεξάνδρα, σας ζητάει ο κύριος Βασίλης στη ρεσεψιόν. Να ανέβει, ή να τον διώξουμε;»
Σηκώνομαι, με το κεφάλι να βουίζει. Πρώτα απ όλα, νευρίασα γιατί έρχεται χωρίς να ειδοποιήσει; Στη δουλειά, με τόσο κόσμο μπροστά; Μήπως θέλει να κάνει σκηνή;
Κατεβαίνω αργά τις σκάλες. Όσο περπατάω, νοιώθω το στρες να με τραβάει κάτω σαν βαρίδι. Στο ισόγειο βλέπω τον Βασίλη να βηματίζει μπρος-πίσω, να κοντοζυγώνει στη γραμματεία, να φωνάζει στους φύλακες. Στα πρόσωπα όλων, η δυσφορία είναι ζωγραφισμένη.
Το πλησιάζω ψύχραιμα.
«Τι συμβαίνει, Βασίλη; Γιατί όλο αυτό; Θες να σε γνωρίσω στην αστυνομία; Μπορώ να το κανονίσω!»
Εκείνος γυρίζει με μάτια φλογισμένα, το πρόσωπο κατακόκκινο.
«Εσύ! Η Δανάη μου τα είπε όλα! Μόλις έξι μήνες, και ήδη βρήκες άλλον;»
Στη φωνή του ακούω αμφιβολία, θλίψη και ζηλοτυπία. Μάλλον περίμενε η κόρη του να κάνει πλάκα
Του απαντάω πολύ ήρεμα:
«Έπρεπε να σου είμαι πιστή για πάντα; Ακόμα και χωρισμένη; Μάλλον ζητάς πολλά. Άλλωστε, και στον γάμο δεν φημιζόσουν για την πίστη σου»
Κοντοστέκεται. Για πρώτη φορά δεν ξέρει τι να πει. Οι άνθρωποι γύρω μας σταματούν, παίζουν μισό αδιάφοροι, μισό περίεργοι θεατές.
«Εγώ Εσύ» ψελλίζει.
«Πάμε μέσα, Βασίλη όχι πανηγύρια εδώ πέρα. Θες να μιλήσουμε, θα μιλήσουμε, αλλά όχι έτσι!»
«Πανηγύρια; Θα σου δείξω εγώ! Δεν θα αφήσω την κόρη μου να μείνει υπό την ίδια στέγη με άλλον άντρα! Θα σου πάρω τη Δανάη κι εσύ δεν θα την ξαναδείς ποτέ!»
Στράφηκα στο πλάι, σώζοντας όσο μπορώ την ψυχραιμία μου. Περισσότερο γελάω μες μου δεν υπάρχει περίπτωση το ελληνικό δικαστήριο να του πάρει το παιδί!
«Τελείωσες το νούμερό σου; Εντάξει, αγαπητέ, είσαι για τσίρκο», του απαντώ όσο μπορώ πιο ήρεμα.
Τότε, ακούω μια φωνή από την είσοδο επιβλητική, καθαρή.
Στέκεται εκεί ο κύριος Μάνος Αργυρίου, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας. Κομψός, με μια γλυκιά ειρωνεία στο χαμόγελο.
«Όταν φωνάζετε σε δημόσιο χώρο, παύει να είναι προσωπικό», λέει ήσυχα. «Προτείνω να τελειώνει εδώ το θέατρο.»
Ο Βασίλης αντιδρά εκνευρισμένος. «Δε σε αφορά! Αυτό είναι οικογενειακό μου θέμα!»
Ο Μάνος τον πλησιάζει αργά και σταθερά, σταματώντας δίπλα μου και αγκαλιάζοντάς με απαλά γύρω από τη μέση. «Ξέρεις ποιος είμαι; Είμαι αυτός που κάνει την Αλεξάνδρα ευτυχισμένη. Αν τολμήσεις να κάνεις πάλι σκηνή ή να ανακατέψεις τη μικρή, θα έχεις προβλήματα με τον νόμο και δεν θα βγεις κερδισμένος. Το κατάλαβες;»
Ο Βασίλης πάγωσε. Κατάλαβε καλά ότι είχε απέναντί του κάποιον που δεν θα ανεχόταν τις τρέλες του.
Μετά από λίγα λεπτά, ψέλλισε κάτι ακατάληπτο και βγήκε, πριν γυρίσει να πετάξει: «Όσο για διατροφή, ξέχασέ το!»
Σκέφτηκα μέσα μου: καλύτερα! Λιγότερες επισκέψεις, περισσότερη ησυχία.
Ξύπνησα πάλι όταν αισθάνθηκα το χέρι του Μάνου πάνω μου σίγουρα και σταθερά, τόσο καθησυχαστικό. Κοκκίνισα και χαμήλωσα το βλέμμα, χαμογελώντας αμήχανα.
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κ. Αργυρίου. Πραγματικά με σώσατε!» του είπα ειλικρινά.
«Να τα συζητήσουμε αυτά σε ένα μεσημεριανό φαγητό;» προτείνει χαμογελώντας.
Για μια στιγμή διστάζω πολύ γρήγορα, ίσως σκέφτομαι. Ύστερα όμως, μου φάνηκε εντελώς αυτονόητο: αξίζει να τον γνωρίσω καλύτερα.
«Με χαρά», απάντησα, δίνοντας το χέρι μου.
Η αφή του ήταν σταθερή και ζεστή ένιωθα το βάρος να φεύγει από πάνω μου.
Συζητήσαμε σε ένα μικρό, καλόγουστο εστιατόριο λίγα μέτρα από το γραφείο μέσα στη μυρωδιά της φρεσκοψημένης μπουγάτσας. Ο Μάνος ήταν ειλικρινής, αποτελεσματικός και τρυφερός: «Σκεφτόμουν να στο πω καιρό. Ξέρω ότι ο χωρισμός σε δοκίμασε. Δεν ήθελα να πιέσω περίμενα τη σωστή στιγμή.»
Τον κοίταξα και είδα μόνο σεβασμό κι ενδιαφέρον.
«Ανέβηκε το αίμα μου στο κεφάλι όταν είδα τον Βασίλη να σε φωνάζει. Δεν κρατήθηκα»
Ένιωσα μια απροσδόκητη ζεστασιά. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο διευθύνων σύμβουλος, που πάντα φαινόταν τόσο απόμακρος και σοβαρός, έκρυβε τέτοια ευαισθησία.
*****************
Τρεις μήνες μετά από εκείνη τη σκηνή, εγώ και ο Μάνος παντρευτήκαμε επίσημα. Ο γάμος έγινε σ ένα πανέμορφο κτήμα με λεβάντες κι ελιές εκπλήρωσε όλες μου τις επιθυμίες.
Η Δανάη ήταν δίπλα μου με έφτιαχνε, μου έδινε δύναμη, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια μέχρι να βγει το τελευταίο κουμπί του φορέματος. Όταν ανταλλάξαμε βέρες, με αγκάλιασε σφιχτά.
«Είμαι τόσο χαρούμενη για εσάς!» μου ψιθύρισε με μάτια που έλαμπαν από αγνή λαχτάρα.
Βέβαια, μου ξεκαθάρισε αμέσως ότι δεν ήταν έτοιμη να φωνάζει τον Μάνο «μπαμπά».
«Μάνο, χαίρομαι που σε γνώρισα και που βλέπω τη μαμά χαρούμενη», είπε ένα βράδυ που ήμασταν και οι τρεις μαζί. «Αλλά μπαμπάς όσο κι αν ήταν όπως ήταν, είναι μόνο ένας.»
Ο Μάνος το δέχθηκε αμέσως: «Έχεις απόλυτο δίκιο, μικρή μου. Εμείς οι τρεις είμαστε οικογένεια.»
Ο Βασίλης πήρε κι αυτός πρόσκληση κυρίως για να ξέρει ότι συνεχίζω τη ζωή μου χωρίς εκείνον. Δεν εμφανίστηκε ποτέ στο τραπέζι το ήξερα καλά. Προτίμησε να σηκώνει το τηλέφωνο και να καλεί όσους γνωστούς μπορούσε ν ακούσει τον πόνο του.
«Φαντάζεσαι; Η Αλεξάνδρα με προσκάλεσε στον γάμο της! Μετά απ όλα! Είναι προσβολή!» ξεσπούσε συνεχώς στο τηλέφωνο, ψάχνοντας ελάχιστη επιβεβαίωση.
Οι γνωστοί τον καθησύχαζαν άλλοι με αμήχανη σιωπή, άλλοι με ψεύτικες φράσεις. Σιγά σιγά έχασε την όρεξη να τα επαναλαμβάνει όλα. Κατάλαβε, στο τέλος, πως δεν υπήρχε κανείς να πάρει το μέρος του.
Έπειτα άλλαξε αφήγηση: «Πώς βρήκε άλλον τόσο σύντομα; Μόνο έξι μήνες. Είναι φυγή, δεν είναι έρωτας!»
Κάποτε έλεγε: «Δεν μου έδωσε καμία ευκαιρία να διορθώσω τα λάθη μου!»
Άλλοτε: «Έχει φύγει κι έχει πάρει και τη Δανάη μαζί! Τι αγνωμοσύνη!»
Και όσοι τον άκουγαν, έλεγαν: «Μα, τι περιμένεις; Γάμος ήταν, όχι χάρη.»
Έτσι, μέρα με τη μέρα και τηλεφώνημα με τηλεφώνημα, ο Βασίλης σταμάτησε τις προσπάθειες. Έμεινε μόνος στο κλειστό του διαμέρισμα, κοιτώντας ένα ξέμπαρκο τσιμπιδάκι ή μια παλιά φωτογραφία καταλάβαινε πως, θες δε θες, η ζωή προχωρά.
Κι έτσι, εμείς οι τρεις εγώ, ο Μάνος και η Δανάη συνεχίσαμε τη δική μας: ήσυχα, αγαπημένα, με μικρές χαρές, μεσημεριανά φαγητά με γέλια, σαββατιάτικες βόλτες στο Θησείο, διαφωνίες πάνω από τον ελληνικό καφέ για το ποια ταινία θα βάλουμε Και να σιγοψιθυρίζω μέσα μου, όσο κλείνω τα φώτα το βράδυ: όλα θα πάνε καλά από εδώ και πέρα.





