Ευχαριστώ για τον πατέρα
Τι σου είπαν στην αστυνομία; ψιθύρισε η Ειρήνη, όταν η μητέρα της άφησε το κινητό πάνω στο τραπέζι.
Τίποτα καλό, η κυρία Αργυρώ πήρε το ποτήρι με το νερό, ήπιε δυο γουλιές. Είπαν πως είναι νωρίς για ανησυχία. Πρέπει να περάσει τουλάχιστον ένα εικοσιτετράωρο. Εγώ όμως το νιώθω Νιώθω πως κάτι κακό έχει συμβεί!
*****
Μαμά, γεια! Ο μπαμπάς δεν έχει φύγει ακόμη; φώναξε η Ειρήνη, μπαίνοντας στο διαμέρισμα με μια τούρτα στα χέρια της.
Καλώς το κορίτσι μου. Φύγε ήδη. Σου το έλεγα άλλωστε σήμερα είναι η τελευταία του μέρα στη δουλειά, γιορτάζουν όλοι μαζί το συνταξιοδοτικό και το χουν κάνει γιορτή! Ο πατέρας σου δεν γινόταν να μην πάει.
«Κρίμα» στενοχωρήθηκε η Ειρήνη.
Μα μου υποσχέθηκε ότι θα είναι πίσω μέχρι το μεσημέρι.
Μια χαρά. Ο Γιώργος σου θα έρθει κι αυτός τότε και θα είμαστε όλοι μαζί. Μέχρι τότε, ετοιμάζουμε το τραπέζι, τι λες;
Φυσικά. Θα σε βοηθήσω με τα φαγητά, μόνη σου δεν τα προλαβαίνεις όλα. Αλλά πρώτα, να πιούμε ένα τσάι. Μόλις έβρασε το νερό και έχω τα αγαπημένα σου εκλέρ. Θέλεις;
Με χαρά!
Μητέρα και κόρη κάθισαν στο τραπέζι, έπιναν τσάι, δάγκωναν τα εκλέρ και κουβέντιαζαν για τον καιρό, τη φύση, και για τον πατέρα, που εκείνη τη μέρα έκλεινε τα πενήντα.
Όλα κυλούσαν αρμονικά, μα
η Αργυρώ πρόσεξε πως η Ειρήνη της είχε κάτι που την βαραίνει. Ήθελε να της πει κάτι, μα δεν τολμούσε.
Μια ανησυχία τρύπωσε στην ψυχή της.
Ειρηνάκι, είσαι καλά;
Τόσο πολύ φαίνεται; χαμογέλασε η Ειρήνη.
Φαίνεται Δεν έχεις να μου πεις κάτι;
Έχω. Μα μην ανησυχήσεις, μαμά. Είναι καλό νέο.
Α, για λέγε τότε.
Αποφασίσαμε με τον Γιώργο να σας χαρίσουμε το χωραφάκι που αγοράσαμε πέρυσι.
Να το χαρίσετε πώς;
Από καρδιάς, μαμά. Ο Γιώργος το ανακαίνισε το σπιτάκι και μπορείτε να μένετε άνετα όλο το καλοκαίρι.
Και εσείς;
Ε, θα ερχόμαστε για καμιά βόλτα. Στην πράξη, όπως τα φέρνει η ζωή, δεν μπορούμε να το αξιοποιήσουμε όπως το υπολογίζαμε Η Ειρήνη σταμάτησε και χαμογέλασε αινιγματικά.
Γιατί;
Γιατί σε οχτώ μήνες θα γίνεις γιαγιά! Κι ο μπαμπάς παππούς.
Σοβαρά;
Σοβαρά, μαμά!
Παναγιά μου! Τι ευτυχία, βρε κοριτσάκι μου! Ο Στέλιος θα πετάξει από τη χαρά του μόλις το μάθει.
Η μητέρα σηκώθηκε, αγκάλιασε σφιχτά την κόρη της και άρχισε να τη φιλάει στα μάγουλα.
Ήθελα να το ακούσετε μαζί, αλλά ο μπαμπάς έφυγε νωρίς.
Δεν πειράζει, όπου να ναι θα γυρίσει και θα το μάθει από σένα. Πάμε, μανούλα, να φτιάξουμε το φαγητό.
Πάμε!
Τα κατσαρολικά γέμισαν μελωδίες και τα μαχαίρια έφερναν βόλτες στις ξύλινες τάβλες. Κανείς δεν έλεγε πως δύο νοικοκυρές στην ίδια κουζίνα δεν συνεννοούνται η Αργυρώ κι η Ειρήνη δούλευαν σαν ένα σώμα, σαν μυστικιστική ενότητα.
Το τραπέζι τους βγήκε βασιλικό: κοτόπουλο τηγανιτό, μπιφτέκια ψαριού, πουρές πατάτας, τρεις σαλάτες διαφορετικές.
Η Αργυρώ τσέκαρε το ρολόι.
Ίσα που τελειώσαμε νωρίτερα.
Τέσσερα χέρια με κάνουν θηρίο, γέλασε η Ειρήνη. Να πάρεις τον μπαμπά να δεις πότε έρχεται.
Έτσι θα κάνω
Θα πάρω κι εγώ τον Γιώργο, να δω πότε θα φτάσει.
Η Ειρήνη βγήκε στον διάδρομο για την τσάντα της.
Η Αργυρώ πήρε το κινητό, σχημάτισε τον αριθμό του άντρα της. Άκουσε ατέλειωτους ήχους κλήσης, έπειτα έκλεισε και ξαναδοκίμασε. Πάλι τίποτα. Κοιτάζοντας το ρολόι της, έσφιγγε το κινητό στην παλάμη.
«Γιατί δεν απαντάει;»
Τότε της ήρθε ξαφνικά της είχε υποσχεθεί να την πάρει όταν φτάσει στη δουλειά, αλλά δεν πήρε ποτέ. Ένα ρίγος τη διαπέρασε.
Μαμά, ο Γιώργος είπε, σε μια ώρα θα είναι εδώ! χαρούμενα φώναξε η Ειρήνη. Ο μπαμπάς;
Δεν απαντάει…
Κρίμα… Κι όμως… σήμερα, το καταλαβαίνεις, θα τον έχουν όλο εκεί, θα το γιορτάζουν! Δεν έχει χρόνο.
Μπα, κόρη μου. Έπρεπε ήδη να είναι σπίτι. Και δεν πήρε ούτε όταν έφτασε. Πάντα το κάνει αυτό. Πάντα απαντά στα τηλέφωνα μου. Γιατί σήμερα όχι;
Ίσως να πάρεις τον διευθυντή του, να του πεις να τον αφήσει περιμένει η οικογένεια!
Ναι, θα το δοκιμάσω αυτό.
Μια σκιά φόβου είχε πέσει στην καρδιά της Αργυρώς. Ο Στέλιος πάντα σήκωνε το τηλέφωνο, βρε παιδί μου. Πάντα.
Κι αν ήταν απασχολημένος μιλούσε όπως και να χει, γιατί έλεγε πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από τη γυναίκα του. Σήμερα, ειδικά, θα το έκανε. Το καταλάβαινε: τη μεγάλη στιγμή της σύνταξης την περνάς μία και μοναδική φορά στη ζωή ήταν βαριά η έξοδος
Ναι, παρακαλώ! αντρική φωνή στην άλλη άκρη.
Καλημέρα, κύριε Νίκο! Η Αργυρώ είμαι, η γυναίκα του Στέλιου. Ήθελα να ρωτήσω, πότε τον αφήνετε να έρθει σπίτι; Τον περιμένουμε, ήρθε η κόρη μας, έρχεται και ο γαμπρός
Καλημέρα, Αργυρώ. Να πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι να σας πω.
Δεν καταλαβαίνω…
Κι εμείς τον περιμένουμε. Έχουμε ήδη τηλεφωνήσει πολλές φορές, δεν απαντάει.
Δηλαδή; Δεν ήρθε στη δουλειά; μπερδεύτηκε η Αργυρώ.
Όχι, δεν εμφανίστηκε. Αλλά τον περιμένουμε. Μόλις μάθετε κάτι, ειδοποιήστε τον να έρθει. Δεν θα τον καθυστερήσουμε. Καταλαβαίνετε παράδοση έχουμε να τον τιμήσουμε.
Εντάξει, κύριε Νίκο. Αν εμφανιστεί στη δουλειά πείτε μου κι εσείς, σας παρακαλώ.
Με τρεμάμενα χέρια άφησε το κινητό στο τραπέζι, κοίταξε την κόρη:
Ειρήνη, δεν πήγε στη δουλειά Και δεν απαντάει. Έχει περάσει η ώρα Που να είναι;
Ήρεμα, μαμά. Μην ανησυχείς ακόμα. Να προσπαθήσουμε να τον πάρουμε οι δυο μας.
*****
Ο Στέλιος βγήκε από την πολυκατοικία, χαμογέλασε στον ήλιο, χαιρέτησε τις γιαγιάδες στη γωνία και πήγε προς τη στάση τρόλεϊ.
Ο ίδιος δρόμος, είκοσι πέντε χρόνια τώρα. Και σήμερα πήγαινε όχι για δουλειά, αλλά να πάρει το βιβλιάριο της εργασίας και να αποχαιρετίσει τους συνεργάτες.
Ήταν αγχωμένος όλη τη νύχτα γύρναγε στο κρεβάτι. Ήπιε βαλεριάνα, δεν έλεγε να του περάσει.
Όταν το πρωί η Αργυρώ του ευχήθηκε για τα γενέθλια και του γέλασε, έκανε πως όλα πήγαιναν ρολόι.
Δεν είπε για την ταραχή του ήξερε πως η γυναίκα του θα ακύρωνε τα πάντα αν μάθαινε πως δεν ένιωθε καλά.
«Θα περάσει» σκεφτόταν, βάζοντας το χέρι του στο στήθος.
Στη στάση του τρόλεϊ, είδε πως ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Δε θα άντεχε τη ζέστη.
Κοίταξε το ρολόι, αποφάσισε να περπατήσει, αφού είχε χρόνο και ο αέρας θα τον δροσίσει.
Δεν ειδοποίησε τη γυναίκα του όταν έφτανε, θα την έπαιρνε.
Μα δεν έφτασε ποτέ. Δεν τα κατάφερε.
Η διαδρομή περνούσε από ένα μικρό αστικό παρκάκι που τις καθημερινές ήταν σχεδόν έρημο. Εκεί ένιωσε το αδιαθεσία. Κάθισε σε παγκάκι, άνοιξε το πουκάμισό του, έλυσε τη γραβάτα, ρούφηξε λαίμαργα τον αέρα του φθινοπώρου. Κάποτε, δεν ήξερε πόσο, καθόταν έτσι όσο περνούσε η ώρα, τόσο χειροτέρευε.
Στο τέλος προσπάθησε να καλέσει τη γυναίκα του και το ΕΚΑΒ. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, το κινητό του έπεσε από τα δάχτυλα και κύλησε κάτω από το παγκάκι. Πήγε να σηκωθεί, μα ο πόνος στο στήθος τον ξάπλωσε πίσω.
«Χρόνια πολλά, σύνταξη, να τα χαίρεσαι», σκέφτηκε θλιμμένος.
Αυτό που πονούσε πιο πολύ ήταν που δεν θα έλεγε αντίο στην αγαπημένη του, στην κόρη…
*****
Η Αργυρώ ήπιε σταγόνες για την καρδιά, ξαναδοκίμασε τον Στέλιο. Μόνο ήχους κλήσης Η Ειρήνη επίσης δέκα φορές, τίποτε.
Ήρθε κι ο Γιώργος. Και οι τρεις, σιωπηλοί, στ αδειανό τραπέζι.
Τι καθόμαστε; ταραγμένη η Αργυρώ. Να πάρουμε την αστυνομία. Ίσως βοηθήσουν.
Κανείς δεν είχε αυταπάτες. Ο Στέλιος σπάνια αργούσε και ειδικά σήμερα.
Ο καιρός περνούσε, το άγχος επίμονο.
Τι σου είπαν στην αστυνομία; ψιθυριστά η Ειρήνη.
Τίποτα θέλουν να περιμένουμε είκοσι τέσσερις ώρες. Εγώ όμως ξέρω Κάτι συνέβη.
Τότε να τον ψάξουμε μόνοι μας! αποφασιστικά η Ειρήνη.
Ναι, δίκιο έχεις, κορίτσι μου. Ήταν να πάρει το τρόλεϊ ας πάμε εκεί στη στάση. Ρωτήστε τους οδηγούς, κάποιον σίγουρα θα βρούμε που πέρασε το πρωί.
Μαμά, θα πάμε εγώ κι ο Γιώργος. Εσύ μείνε, μήπως έρθει ο μπαμπάς. Πάρε τηλέφωνο και στα νοσοκομεία. Δεν θέλω να σκέφτομαι τα χειρότερα, αλλά ας το κάνουμε.
Εντάξει
Η Ειρήνη και ο Γιώργος έτρεξαν. Η Αργυρώ, αφού έκλεισε την πόρτα, άρχισε να καλεί τα νοσοκομεία, μουρμουρίζοντας προσευχές.
*****
Ο Στέλιος ήταν ακόμη ξύπνιος, μα με δυσκολία κινούσε τα χέρια του. Ο λόγος δεν έβγαινε, ψέλλισε:
Βο…ή…θεια άπλωσε το χέρι του σε δυο γυναίκες που περνούσαν.
Αλλά τον κοίταξαν με περιφρόνηση.
Άλλος ένας μεθυσμένος! έκανε η μία.
Από το πρωί κιόλας, έπεσε στο παγκάκι να ξεραθεί Άι από δω!
Ο Στέλιος δάκρυσε. Δεν μπορούσε να βοηθήσει ούτε τον εαυτό του, ούτε να ζητήσει βοήθεια πικρό πραγματικά, όταν ξέρεις πως έχεις σώσει ζωές ανθρώπων και ζώων. Και τώρα, τίποτα δεν μπορείς.
«Γιατί σήμερα;»
Μέσα στη σιωπή, ξάφνου άκουσε γαύγισμα, δυνατό, δίπλα στ αυτί του.
Κάποιος είχε απλώσει τις πατούσες του πάνω του, του έγλειφε το πρόσωπο.
«Σκύλος!» σκέφτηκε. Κι όπου υπάρχει σκύλος, υπάρχουν και άνθρωποι.
Με κόπο άνοιξε τα μάτια του και είδε έναν γέρικο σκύλο. Με κάποιον τρόπο του φαινόταν γνωστός
Φλασάκια μνήμης φώτισαν το μέσα του.
Σπίτι τυλιγμένο στις φλόγες. Συνάδελφοι να κουβαλούν έξω ανθρώπους άνδρα και γυναίκα. Κι από το σπασμένο παράθυρο, λυσσασμένος γαύγισμα.
Έχει σκύλο μέσα; φώναξε ο Στέλιος στον άντρα έξω από το ασθενοφόρο.
Ναι! Δεν προλάβαμε να τον πάρουμε μαζί μας
Γιατί δεν το είπατε νωρίτερα; φώναξε.
Κι όρμησε στο καιόμενο σπίτι. Δεν τον κράτησε κανείς ούτε ο ανώτερος του.
Σε δέκα λεπτά είχε βγάλει αγκαλιά το σκύλο. Έμεινε εκεί, έβλεπε το ζώο στα μάτια κι έβλεπε μεγάλο ανθρώπινο ευχαριστώ. Ευγνωμοσύνη.
Τα φλασάκια έσβησαν. Ξανά σκοτεινά και κρύα.
Γαβ, γαβ! γαύγιζε και έγλειφε το πρόσωπο του πεσμένου Στέλιου ο σκύλος.
Ο σκύλος θυμόταν τον διασώστη του. Και τώρα
ήθελε να τον σώσει.
Αν μπορείς φέρε κόσμο ψέλλισε.
Κι έχασε τις αισθήσεις του.
Ο σκύλος κατάλαβε. Και έτρεξε σαν τον άνεμο στ ανοιχτά του πάρκου, γυρεύοντας ανθρώπους.
Πρώτα πήγε σε έναν φοιτητή που περίμενε έξω από το περίπτερο με τα σουβλάκια, μετά σε μια μάνα με παιδί, μετά σε κάποιον κύριο στη γωνία.
Κανείς δεν κατάλαβε. Τον έδιωχναν με αγένεια. Κι όμως, απλώς ζητούσε βοήθεια.
*****
Στη στάση, η Ειρήνη κι ο Γιώργος δεν βρήκαν καμία πληροφορία. Όσο και να έδειχναν τη φωτογραφία του πατέρα της, κανείς δεν ήξερε τίποτα.
Κάθε λεπτό μετρούσε.
Έτρεξαν σε τρία μαγαζιά, έψαξαν σε όλες τις αυλές, πουθενά ο πατέρας. Σαν να τον κατάπιε η Αθήνα.
Ξάφνου, περνούσαν δίπλα στο πάρκο, ακούστηκε δυνατός γαύγισμα. Η Ειρήνη γύρισε και είδε τον σκύλο να πηγαινοέρχεται, φωνάζοντας στους περαστικούς που τον έδιωχναν.
Τι έγινε, Ειρήνη; ρώτησε ο Γιώργος, καθώς πήγαιναν στο ταξί, μήπως βρούνε κάποιον οδηγό που να είδε τον πατέρα.
Δεν ξέρω… αυτός ο σκύλος Δεν γαυγίζει τυχαία. Θέλει να μας πει κάτι. Το νιώθω…
Κοίταξε τον σκύλο συναντήθηκαν τα βλέμματά τους. Στα μάτια του διάβασε έκκληση.
Ειρήνη, πού πας; ρώτησε ο Γιώργος.
Δεν τον άκουγε. Πλησίασε τον σκύλο, που την οδήγησε στο παρκάκι, εκεί όπου στην παλιά ξύλινη παγκάδα, μισολιπόθυμος, βρισκόταν ο Στέλιος.
Ζούσε ακόμη!
Μπαμπά! κράυγασε η Ειρήνη, αγκαλιάζοντάς του το κεφάλι προσπαθώντας να τον συνεφέρει. Γιώργο, κάλεσε το ΕΚΑΒ!
*****
Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα. Τον μετέφεραν στο καρδιολογικό του Ευαγγελισμού.
Η Ειρήνη, έχοντας πάρει μαζί της τον σκύλο, έτρεξε με τον Γιώργο στο αυτοκίνητο. Ενημέρωσε με δυο κουβέντες την Αργυρώ, υποσχέθηκε σύντομα νέα.
Να ξέρετε, ο μπαμπάς σας στάθηκε τυχερός είπε ο γιατρός στη μονάδα αν αργούσατε μισή ώρα, θα ήταν αργά…
Θα ζήσει, γιατρέ; ρώτησε η Ειρήνη δακρυσμένη.
Θα ζήσει.
Βγήκε στη μικρή πλατεία του νοσοκομείου, κάθισε κοντά στον Γιώργο και τον σκύλο. Αγκάλιασε τον σκύλο σφιχτά.
Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ για τον πατέρα.
Τι έγινε; τη ρώτησε ο Γιώργος.
Όλα καλά θα ζήσει. Και το οφείλουμε σε αυτόν, είπε δείχνοντας τον σκύλο.
Έχει λουρί. Επομένως, είναι σπιτικός.
Μάλλον έχει χαθεί. Αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω στο δρόμο. Πρέπει να μείνει μαζί μας, μέχρι να βρεθεί το αφεντικό του. Έσωσε τον πατέρα μου.
Φυσικά, αγάπη μου.
*****
Η Αργυρώ, ο Γιώργος κι ο Μπάμπης έτσι έγραφε το περιλαίμιο του σκύλου περίμεναν στην είσοδο του νοσοκομείου.
Κι όταν βγήκαν η Ειρήνη με τον Στέλιο, ο Μπάμπης έτρεξε κοντά τους, χαρούμενος, κουνώντας την ουρά.
Να τον, μπαμπά, αυτός σε έσωσε! Σου χάρισε το πιο ανεκτίμητο δώρο στα γενέθλια σου τη ζωή σου.
Σε ευχαριστώ, φίλε μου, χαμογέλασε ο Στέλιος και χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου. Κι οι δικοί του πού είναι άραγε;
Ψάξαμε, κάναμε αναρτήσεις, αλλά κανείς δεν εμφανίστηκε όσο ήσουν στον Ευαγγελισμό.
Η Αργυρώ τον αγκάλιασε με δάκρυα και χαμόγελο.
Ευχαριστώ, που είσαι ζωντανός.
Συγγνώμη που δεν σου είπα πως ένιωθα άσχημα… δεν ήθελα να το χαλάσω.
Δεν πειράζει. Πάμε σπίτι μας; Να γιορτάσουμε τα «δεύτερά» σου γενέθλια; σκούπισε τα δάκρυά της.
Πάμε.
*****
Όσο για τον Μπάμπη, ο Στέλιος αναζήτησε το σπίτι του το σπίτι που είχε καεί στα δυτικά προάστια ένα χρόνο πριν.
Όμως ήταν ακατοίκητο και οι γείτονες του είπαν πως οι παλιοί ιδιοκτήτες έφυγαν και τον άφησαν πίσω. Ίσως δεν ήθελαν ή δεν προλάβαιναν να τον πάρουν.
Έτσι ο Μπάμπης έμεινε με τον Στέλιο, και να δείτε χαρά. Ο Στέλιος επίσης.
Ο Μπάμπης τον ακολούθησε στο γραφείο για να πάρει το βιβλιάριο μετά από τόσα χρόνια, μαζί του στον κήπο του σπιτιού. Μαζί με τον Γιώργο συνόδευσαν την Ειρήνη στο μαιευτήριο.
Συγχαρητήρια, μπαμπά! του χαμογελούσε η Ειρήνη. Είσαι πια παππούς, και με δύο εγγονούλες!
Τι όμορφη ζωή μου φτιάξατε!
Γαβ-γαβ! απάντησε ο Μπάμπης, γεμάτος χαρά για τους ανθρώπους του.
Η ζωή του Στέλιου άλλαξε έγινε πιο φωτεινή, πιο γεμάτη νόημα. Και ποτέ, ποτέ δεν θα ξεχνούσε το δώρο ζωής που του χάρισε ο Μπάμπης, ο σκύλος του ονειρικού εκείνου απογεύματος.





