Εσύ είσαι ο κόσμος μου

Εσύ ο κόσμος μου

Ο Νίκος καθόταν δίπλα στην κούνια, χαμένος στο μισοσκόταδο, το βλέμμα του καρφωμένο στη μικρή Ειρήνη που κοιμόταν ήρεμα. Το κεφαλάκι της γυρισμένο πλάγια, το στόμα ελαφρώς ανοιχτό· ανάσες μαλακές, ρυθμικές, σαν κύματα που χαϊδεύουν κρυφά τα βότσαλα. Κάτω απ το αχνό φως, οι λεπτές της βλεφαρίδες έριχναν σκιούλες στα μάγουλα και τα ατίθασα μαλλιά της είχαν απλωθεί σαν μικρές θάλασσες στο μαξιλάρι. Ο Νίκος χαμογέλασε διστακτικά σε τέτοιες στιγμές, του φαινόταν σαν μικρό αγγελουδάκι που έπεσε απ τα σύννεφα στην Αθήνα μια βραδιά γεμάτη φθινοπωρινή σιωπή.

Έξω, το σούρουπο απόκοσμα βαθύ, σαν να κυλούσε το φως πίσω απ τον Υμηττό. Τα πρώτα αστέρια μαλακά, διστακτικά, μετά πιο φωτεινά, σκίζοντας τον ουρανό πάνω απ τα παλιά μπαλκόνια της Καισαριανής.

Το μυαλό του Νίκου γλίστρησε σε παραξενιές· τρία χρόνια πριν όλα αλλιώς το σπίτι ανέβλυζε το γέλιο της Αγγελικής. Την έβλεπε, σαν σε σπασμένους καθρέφτες, να μπαίνει στο δωμάτιο, να γεμίζει το χώρο ζεστασιά· τα χέρια της απαλά, τα μάτια της γεμάτα γλυκιά φροντίδα. Τώρα, μόνο αναμνήσεις κι αυτή η μικρή, η κόρη τους, τούτη η ύπαρξη που του χάριζε λόγο να μείνει όρθιος.

Η αρρώστια ήρθε σαν πονηρή γάτα το απομεσήμερο στην αρχή κουβέντες για κούραση, για έλλειψη ύπνου, για πολλά ξενύχτια. Ύστερα πονοκέφαλοι που έριχνε στο στρες ή στην υγρασία του Νοέμβρη. Πέρασαν από τις δημόσιες κλινικές, περίμεναν σε διαδρόμους του Ευαγγελισμού, έκαναν εξετάσεις στην Κηφισιά· διαγνώσεις θολές, θεραπείες δίχως αποτέλεσμα. Ο καιρός κυλούσε, οι μέρες γλιστρούσαν σαν νερό απ’ τα δάχτυλα.

Όταν πια το όνομα της αρρώστιας ακούστηκε ξεκάθαρα, ήταν αργά. Ο Νίκος δεν λογάριασε τίποτα παράτησε τη θέση στην Εθνική Τράπεζα, παρά τις παραινέσεις των συναδέλφων („κάποιος τρόπος θα βρεθεί!”), γιατί ήξερε: το μοναδικό που είχε σημασία ήταν να κρατά το χέρι της. Ευτυχώς που τα ευρώ πού είχαν μαζέψει για καινούριο αμάξι στάθηκαν ανάσα για ένα φεγγάρι.

Ξεκίνησε ένας παράξενα επαναλαμβανόμενος εφιάλτης: διάδρομοι με παγωμένο φως, αριθμημένα δωμάτια με μυρωδιά αντισηπτικού, πρόσωπα πίσω από μάσκες. Κρατούσε το χέρι της στο Λαϊκό, διάβαζε τα αγαπημένα της βιβλία στο σπίτι, άκουγε τη φωνή της να μικραίνει, να σβήνει, να γίνεται ανάσα επάνω σε λευκό μαξιλάρι. Ήταν τότε που κατάλαβε: η αγάπη είναι να μένεις, όταν όλα λυγίζουν. Να σφίγγεσαι, όταν δεν έχεις άλλη υπομονή.

Όταν η Αγγελική χάθηκε, ο χρόνος για τον Νίκο φάρδυνε σε έναν ενιαίο γκρίζο καμβά. Οι μέρες γίνονταν βασανιστικά ίδιες, νύχτες άυπνες, πρωινά θολά. Όλα γύρω αδιάφορα μόνο η μικρή Ειρήνη προτεραιότητα. Κανένα κενό, κανένα „δεν μπορώ”, μόνο το „παπάς είναι εδώ”.

Λίγο καιρό μετά την κηδεία, ήρθε η πεθερά, η κυρία Δέσποινα. Μπήκε αθόρυβα, το βλέμμα της όμως ξακρίζει οι κούκλες της μικρής στον καναπέ, πιάτα στο νεροχύτη, μοκέτες ατακτοποίητες. Έβαλε τη τσάντα στον ώμο κι είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση:

Νίκο, πρέπει να ξεκουραστείς. Παίρνω την Ειρήνη. Δεν τα βγάζεις πέρα.

Ο Νίκος καθιστός ακόμα στην άκρη, δεν σήκωσε καν το κεφάλι. Μόνο έπιασε το σεντόνι στις παλάμες, και η φωνή του είχε κάτι ανελέητο, σταθερό:

Η Ειρήνη μένει μαζί μου.

Η κυρία Δέσποινα πλησίασε, ανήσυχη:

Δεν βλέπεις σε τι κατάσταση είσαι; Να κοιταχτείς στον καθρέφτη αγνώριστος! Η μικρή θέλει κανονικό περιβάλλον, φροντίδα. Η τάξη, η ασφάλεια είναι μέρος της αγάπης. Κι εδώ

Ο Νίκος σηκώθηκε αργά. Τα μάτια του γυάλινα, ώριμα, πόνος πνιγμένος και θέληση, σχεδόν σκληρή. Είπε χαμηλόφωνα, κάθε συλλαβή σμιλεμένη:

Είμαι ο πατέρας της. Θα την μεγαλώσω εγώ. Αυτό ήθελε και η Αγγελική. Έδωσα υπόσχεση. Μαζί θα μείνουμε. Ό,τι και να 'ρθει.

Η κυρία Δέσποινα σωπαίνει, το διάβασε καλά όσο και να πονά, δεν θα κάμψει αυτή τη βούληση. Ίσα που ψιθύρισε μαλακά, χωρίς το παλιό αυστηρό ύφος:

Αν χρειαστείς, πάρε με. Είμαι εδώ, όποτε το πεις.

Συνάμα βγήκε, αφήνοντας μια αχνή ευωδιά λεβάντας πίσω της κι ένα ακόμα κομμάτι πίκρας στο σπίτι.

Και ο Νίκος κάθισε ξανά στην καρέκλα, δίπλα στη μικρή που ανάσαινε πλασματικά γλυκά, το χεράκι της στην παλάμη του. Αυτή η ζεστασιά στο δέρμα, αυτό το ψιλοροχαλητό, ήταν τις νύχτες το μόνο που τον στερέωνε στη γη.

Έτσι συνηθίσαν σιγά σιγά δύο φωνές σε ένα διαμέρισμα, στους ρυθμούς της πόλης που ποτέ δεν σβήνει τελείως. Πρώτες μέρες χαμένες: ήθελε να αλλάξει πάνα χωρίς κλάματα, να μαγειρέψει ένα απλό φαγητό που να τρώγεται, να καταλαβαίνει το βραδινό κλάμα. Διάβαζε στο ίντερνετ συμβουλές, τηλεφωνούσε στην κυρία Δέσποινα κρυφά να μην ακουστούν τα ζόρια του. Κάθε σωστό ξαναζεσταμένο γάλα, κάθε μαλακή κούπα ρυζόγαλο, κάθε παπουτσάκι περασμένο σωστά: νίκη μικρή.

Σταδιακά έμαθε, με το σύστημα και την υπομονή νεοφώτιστου μοναχού: να ξεχωρίζει μπεζ με κόκκινο στον κάδο, να απλώνει φορμάκια στη βεράντα, να μη θυμώνει όταν το σπίτι μετατρέπεται σε πάρκο παιχνιδιών. Κάθε βράδυ, με το παιδί στο κρεβάτι, της ψιθύριζε καντάδες από το Νανουρίσματα της Παναγίας, παραμύθια με δράκους και καλικάντζαρους, κι έβαζε κόπο να ζωντανεύει τους ήρωες: μια βαθιά φωνή για τον Κύκλωπα, μια ψιλή για ξωτικά. Μαθαίνει, όταν μεγάλωσε η Ειρήνη, να πλέκει κοτσίδες, έτσι στραβά στην αρχή, πιο όμορφα μετά.

Τώρα πια τέσσερα. Κινείται από δω κι από κει σαν σβούρα, χαρές και φωνές που γεμίζουν τα δωμάτια, ερωτήσεις ατέλειωτες, γέλια που διαλύουν σκοτούρες. Κάθε κουβέντα, κάθε γέλιο της γίνεται το άρωμα στο ψωμί του. Κι όταν την κοιτάζει όταν ξεκαρδίζεται με κάποιον λαστιχένιο γάιδαρο ή δαγκώνει το αυτί μιας πάνινης αρκούδας ο Νίκος νιώθει αυτή τη μικρή φλόγα να μεγαλώνει στο στήθος του: μπορεί να τα καταφέρει, μπορεί να είναι ο πατέρας που της αξίζει.

**********************

Ένα βράδυ σαν οποιοδήποτε, κάθισε στην πολυθρόνα, το μυαλό πλανιόταν στα παλιά: τα ψώνια για την πρώτη κούνια, τα γέλια που δεν ήξεραν να τυλίξουν μωρό, τα όνειρα τι παιδί θα γίνει η κόρη τους. Τα πρόσωπα κυλούσαν σαν βάρκα πάνω σε κλειστή λίμνη, όταν άκουσε το κελάηδημα:

Μπαμπά! Η Ειρήνη upright στο κρεβάτι, τα χέρια τεντωμένα. Παίζουμε;

Ο Νίκος πετάγεται, χαμογελά αυθόρμητα. Ζυγώνει, την παίρνει στην αγκαλιά.

Φυσικά, αστέρι μου! Τι θα πιάσουμε σήμερα;

Πριγκίπισσα! πετάει τα χέρια πανηγυρικά. Εγώ πριγκίπισσα, εσύ ιππότης!

Ο Νίκος γελά δυνατά. Την υψώνει, στριφογυρίζοντας μες το δωμάτιο, ο αέρας σαν να φέρνει τη θάλασσα μέσα στην Αθήνα.

Να βρούμε βασίλειο λοιπόν! Πού θα είναι;

Η Ειρήνη κοιτάζει σοφά στη γωνία με τα παιχνίδια.

Εκεί, μπαμπά! Το κάστρο μου!

Κάθονται στο χαλί· χτίζουν κάστρα με πολύχρωμα τουβλάκια, φτιάχνουν δράκους με μαξιλάρια, μαγικές βασίλισσες με καπάκια. Ο Νίκος αυτοσχεδιάζει ιστορίες γεμάτες θάλασσες και πεταλούδες, όσο πιο απίθανες τόσο το καλύτερο. Και κοιτώντας το φωτεινό πρόσωπο της κόρης του, νιώθει πως υπάρχει κάτι πέρα απ τη φθορά.

«Η Αγγελική θα ήταν περήφανη για μας», σκέφτηκε. Ένα κύμα δύναμης απλώθηκε μέσα του, σαν χάδι.

Πριν το μεσημέρι, ετοιμάζονται για βόλτα στη γειτονιά. Ο Νίκος μαζεύει στην τσάντα παιχνίδια, μπουκαλάκι νερό, μερικά μπισκότα. Η Ειρήνη τρέχει στη ντουλάπα, πιάνει με τα δυο της χεράκια το μπεζ μπουφάν.

Μόνη μου! ανακοινώνει, ελληνικό μουτράκι γεμάτο πείσμα.

Ο Νίκος βοηθά, τεντώνει φερμουάρ, περνάει το σκουφί, σιγουρεύεται ότι τα γάντια είναι σφιχτά.

Έτοιμες; ρωτάει, τεντώνοντας το χέρι.

Έτοιμες! χοροπηδά η Ειρήνη.

Η παιδική χαρά βρίσκεται δυο στενά μακριά, όαση μέσα στο τσιμέντο, με άμμο, κούνιες και γλιστρίδες. Εκεί γυναίκες με καρό καρότσια, παππούδες με τραγιάσκες, παιδιά που τρέχουν και φωνάζουν. Το βλέμμα των άλλων πάνω του μερικοί μαλακοί, άλλοι περίεργοι, κι άλλοι γεμάτοι κριτική. Έμαθε να μην δίνει σημασία: προέχει η Ειρήνη.

Με το που μπαίνουν, δυο κυρίες στη γωνία σιγοψιθυρίζουν.

Πάλι μόνος με το παιδί λέει η μια με θλίψη.

Καημένος Η γυναίκα του έφυγε, έτσι κουμαντάρει μόνος.

Ναι, το άκουσα, συμπληρώνει διστακτικά η άλλη.

Ο Νίκος πιέζει τη χειρα της Ειρήνης, προσπερνάει. Κάθεται κοντά στην άμμο.

Μπαμπά, να φτιάξω κάστρα; φωνάζει η Ειρήνη με μάτια ζωηρά.

Βεβαίως, αστέρι μου, λέει, βγάζοντας καλούπια και αγκαλιάζοντας, με το βλέμμα, τη στιγμή.

Στην άμμο, η Ειρήνη δουλεύει αφοσιωμένα: γεμίζει κουβαδάκια, πατικώνει, αναποδογυρίζει. Του δείχνει πρώτη τούρτα της.

Ωραία δεν είναι, μπαμπά;

Τέλεια. Σαν γλυκό της γιαγιάς.

Η Ειρήνη γελά και συνεχίζει ακάθεκτη. Για λίγο, ο κόσμος περιττός μόνο το χαμόγελο της κόρης του μετράει.

Ώσπου κοντοζυγώνει μια νεαρή γυναίκα, με αγόρι πέντε χρονών.

Χαίρετε! Είμαι η Ελένη. Ερχόμαστε συχνά, σας έχω προσέξει. Η μικρούλα σας φαίνεται τόσο χαρούμενη.

Νίκος, απαντά και χαμογελά αχνά. Τρελαίνεται στην άμμο.

Η Ελένη κάθεται, ο γιος της κρυφοκοιτάζει τα κάστρα.

Είστε μόνος μαζί της; ρωτά χωρίς αμηχανία, αλλά με απέριττη τρυφερότητα.

Ναι, λέει ήσυχα ο Νίκος. Έχασα τη γυναίκα μου πριν τρία χρόνια.

Συγγνώμη Δεν το ήξερα. Αλήθεια, μπράβο σας.

Απλώς κάνω ό,τι μπορώ, απαντά. Τι άλλο να πει;

Ξέρετε Πολλοί άντρες τα παρατάνε. Ο δικός μου πρώην, μετά το διαζύγιο, ούτε καν στο πάρκο, λέει κουράζεται. Εσείς φαίνεται το πάθος.

Ο Νίκος χαμογέλασε αχνά, πάλι το βλέμμα στην Ειρήνη.

Να πάμε καμιά φορά μαζί στον κήπο; προτείνει η Ελένη. Τα παιδιά θα χαρούν, κι εμείς θα τα πούμε. Είναι άλλο να είσαι δύο, παρά μόνος.

Ο Νίκος τη μελετά. Καλή, ευγενική μαμά, φιλότιμη. Μα μέσα του ήξερε: δεν είναι έτοιμος να πάει παραπέρα. Ίσως ποτέ.

Ευχαριστώ. Για τώρα, είμαστε οι δυο μας. Προτεραιότητα μου η Ειρήνη.

Καταλαβαίνω, χαμογέλασε η Ελένη. Εδώ είμαστε, αν ποτέ χρειαστείτε οτιδήποτε.

Σηκώθηκε, πήρε το αγόρι της, κι εκείνα τα δυο παιδιά έφτιαχναν πια μαζί έναν ολόκληρο πύργο, με γέφυρες και κρυψώνες.

Η Ειρήνη πετάχτηκε χαρούμενη.

Μπαμπά, κοίτα τι έφτιαξα! Είναι όλα για σένα!

Ο Νίκος έσκυψε, πήρε στα χέρια το γλυκό από άμμο, της χάιδεψε τα μαλλιά.

Είναι το ωραιότερο κάστρο της Αθήνας, είπε.

Κι εκείνη η σκέψη ήρθε, σαν βότσαλο σε νερό: Η Αγγελική θα γελούσε. Θα ήταν περήφανη. Τα μάτια του βούρκωσαν, μα κράτησε το δάκρυ πίσω.

Το βράδυ, με την Ειρήνη να κοιμάται, πήγε στην κουζίνα, άναψε το φωτάκι, έβαλε να βράζει νερό. Από το ράφι πήρε το παλιό άλμπουμ, το άνοιξε σιγά. Στην πρώτη σελίδα η μικρή, νεογέννητη, σαν μπαρμπούνι, νευρική, με μεγαλούτσικα μάτια. Παρακάτω η Αγγελική, κουρασμένη, χαμογελαστή, κρατάει πάνω της τη μικρή. Κι ύστερα οι τρεις μαζί στην παιδική χαρά στην Πλάκα· η Αγγελική φορώντας χοντρό κασκόλ, ο Νίκος αγκαλιάζει τη μικρή.

Σε μια τετράγωνη φωτογραφία η Αγγελική κοιτάζει το φακό φαρδιά-πλατιά, η Ειρήνη χαμογελάει δειλά. Ο Νίκος την επεξεργάστηκε πολλή ώρα, μετά ψέλλισε:

Τα καταφέρνουμε, Αγγελική. Θα σου άρεσε, σ το ορκίζομαι.

Έξω ψιλόβρεχε. Ήσυχες ψιχάλες χτυπούσαν το τζάμι, τον βύθιζαν στη θαλπωρή. Έκλεισε το άλμπουμ, άφησε το φλιτζάνι πάνω στο πιατάκι κι έστρεψε το βλέμμα στις πολυκατοικίες. Αύριο μια καινούρια μέρα με κουάκερ κι αποξηραμένο σταφίδι, με κυνηγητό στις γωνίες, με βόλτα στα πεζοδρόμια και το δυνατό γέλιο της πάνω στις πλάτες του. Αυτό του αρκούσε: απλώς να υπάρχει, απλώς να ζει.

**********************

Την επόμενη μέρα ξαναπήγαν στην παιδική χαρά. Η Ειρήνη τράβηξε τον πατέρα της προς τις κούνιες.

Ψηλά, μπαμπά! Να φτάσω τα σύννεφα!

Ο Νίκος τη κρατούσε σφιχτά, διακριτικά την έσπρωχνε, κι εκείνη στριγκλίζει απ τη χαρά.

Η Ελένη, καθισμένη πιο κει, παρατηρεί με το πλεκτό στα χέρια. Δεν πλησίασε απλώς παρακολουθούσε, κι έμαθε πως ο Νίκος δεν ήθελε ούτε λύπηση, ούτε ανώφελες κουβέντες. Του έφτανε η Ειρήνη το φως, το γέλιο, το μικρό του σύμπαν. Κι αυτό ήταν αρκετό

***********************

Πέρασαν μερικοί μήνες. Χρώματα άλλαξαν, οι μέρες έγιναν πιο κρύες, τα φύλλα του νεραντζιού στράφηκαν χρυσοκάστανα. Πρωί στο Πεδίον του Άρεως, ο αέρας κοφτερός. Ο Νίκος ντύνει προσεκτικά την Ειρήνη, την τυλίγει σε χοντρό μπουφάν, φοράει σκουφί και κασκόλ, τα γάντια πάντα δεμένα με λαστιχάκι για να μη τα χάνει. Οι βόλτες μικραίνουν, μα η Ειρήνη απολαμβάνει να πατά στις λακκούβες, να κοιτά τα σπασμένα γυαλιά πάγου, να πιάνει με την παλάμη τις πρώτες χιονονιφάδες.

Ένα κρύο απόγευμα, την ώρα που επέστρεφαν, ακούστηκε ξαφνικά:

Νίκο!

Η κυρία Δέσποινα. Με μάλλινο παλτό κι ένα μεγάλο τσάντα όπου ξεχώριζε παιδική μπλούζα. Έφτασε λαχανιασμένη.

Ήρθα να δώσω λίγα ρούχα στην Ειρήνη. Πήρα και βιβλία θα της αρέσουν. Κι έφτιαξα μηλόπιτα, την αγαπημένη σου.

Ο Νίκος μόνο ένα ήρεμο ευχαριστώ της είπε.

Ειρήνη, πες στη γιαγιά ευχαριστώ.

Ευχαριστώ, γιαγιά! ξεφώνισε η μικρή, βουτώντας στη σακούλα για τα βιβλία. Κοίτα μπαμπά! Για λαγουδάκια και πριγκίπισσες!

Κάθισαν λίγο στα σκαλάκια· η γιαγιά έβγαλε πλεκτά και βιβλία ζωγραφισμένα. Μετά πρότεινε να πιουν τσάι, να φάνε πίτα, να διαβάσουν ιστορίες. Μαζί ανεβαίνουν, η Ειρήνη με τα βιβλία στα χέρια, η κυρία Δέσποινα έτοιμη να στρώσει το τραπέζι, ο Νίκος να ξεκρεμάσει τα φλιτζάνια, να σερβίρει πίτα.

Την ώρα που έβραζε το νερό, η κυρία Δέσποινα τον κοίταζε έντονα· τον έβλεπε να στρώνει, να νοιάζεται, να ακούει με προσοχή το τραγούδι της Ειρήνης απ’ το σαλόνι και βαθιά κατάλαβε: δεν είναι τέλειος, μα προσπαθεί. Και οι προσπάθειες μετράνε.

Χαμογέλασε, νιώθοντας μια λύτρωση· κι όπως βοηθούσε τη μικρή να ξεφυλλίζει βιβλία, είπε με δισταγμό:

Ήθελα να ζητήσω συγγνώμη. Για όσα τότε, στην κηδεία Έλεγα πως θα φας τα μούτρα σου, να τα βγάλεις πέρα μόνος. Μα κατάλαβα τελικά, πως τα καταφέρνεις. Ίσως καλύτερα απ όσο φανταζόμουν.

Ο Νίκος σιώπησε, ακούγοντας τη φωνή της Ειρήνης να γελά σε άλλο δωμάτιο. Έψαξε να βρει σωστά λόγια.

Κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να νιώθει πως την αγαπάμε. Να μεγαλώσει με τη σιγουριά ότι η μαμά της κι εγώ της δώσαμε όση αγάπη γινόταν, αν και τώρα είμαστε δυο.

Η κυρία Δέσποινα δάκρυσε, ασυναίσθητα σκουπίστηκε και τον ζήτησε να βλέπονται συχνότερα, να κρατήσει που και που το παιδί. Ο Νίκος συμφώνησε αν το θέλει η μικρή, όλα μπορούν να συμβούν.

Θέλω, μπαμπά! πετάγεται η Ειρήνη. Θα μου διαβάζεις παραμύθια, γιαγιά;

Όσα θες, καρδούλα μου! Απόψε κιόλας.

Ο Νίκος ένιωσε ένα μυστικό βάρος να φεύγει από μέσα του. Ένας νέος ρυθμός γεννιόταν ο πόνος μένει, αλλά μοιράζεται, κι η χαρά σιγά σιγά ζυγίζει περισσότερο.

Το βράδυ, δίπλα στη μικρή στο κρεβάτι, ο Νίκος κρατά μία φωτογραφία. Η Αγγελική και το βρέφος της, δυο χαμόγελα το ένα πελώριο, το άλλο αβέβαιο, μα γεμάτο πίστη.

Η μαμά μας βλέπει; ψιθύρισε η Ειρήνη, μισοκοιμισμένη.

Ναι, αστέρι μου. Είναι πάντα εδώ στα γέλια σου, στα ματάκια σου, στις κοτσίδες και στα τραγούδια σου.

Η Ειρήνη κουλουριάστηκε στο πάπλωμα:

Την αγαπώ.

Κι εκείνη, ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της, σε αγαπά όσο κανείς στον κόσμο. Αυτό να θυμάσαι πάντα.

Η μικρή χαμογέλασε, βυθίστηκε πάλι σε όνειρα. Ο Νίκος έμεινε λίγο να ακούει την ανάσα της, μετά σηκώθηκε, έβαλε τη φωτογραφία στη θέση της, βύθισε το δωμάτιο στη σιγή. Σαν να σήκωσε ομίχλη γύρω του ήξερε: όλα θα πάνε καλά. Θα τα καταφέρουν, μαζί.

Όταν η Ειρήνη βυθίστηκε στον ύπνο, βγήκε ήσυχα από το δωμάτιο. Στην κουζίνα, έβαλε το βραστήρα, έβγαλε την αγαπημένη του κούπα κι έψαξε για μπισκότα δυο ξερά, όσα είχαν απομείνει. Ανακάτεψε τσάι, κάθισε στο παράθυρο.

Έξω άρχισε να χιονίζει αδέξια, οι νιφάδες έκρυβαν τη γειτονιά σαν μυστικό. Ο Νίκος τις παρακολουθούσε, η σκέψη του γύριζε στα τρία τελευταία απίθανα χρόνια. Πρώτες μέρες, χωρίς εμπειρία ή έτοιμο σχέδιο, γεμάτες άγχος και αμφιβολία. Αναρωτιόταν αν είναι αρκετός· τώρα όμως, κοίταζε τις νιφάδες και ήξερε: δεν αντικαθιστά κανέναν. Απλώς υπάρχει. Είναι ο μπαμπάς που φτιάχνει πρωινά, διαβάζει παραμύθια, μαζεύει τα δάκρυα, φτιάχνει σπίτια από μαξιλάρια. Κι αυτό αρκεί.

Πάνω στο τραπέζι ένα μπλε τετράδιο με γωνίες τσακισμένες. Ο Νίκος το άνοιξε, πρόσθεσε άλλη μια νότα:

15 Οκτωβρίου. Σήμερα η Ειρήνη έδεσε μόνη της τα κορδόνια. Τα έδειξε περήφανα και μου είπε, «Είμαι μεγάλη!». Μετά με αγκάλιασε σφιχτά: «Μα είμαι πάντα το κοριτσάκι σου!». Χαμογέλασα όλη μέρα.

Το ξαναδιάβασε· η εικόνα ολοζώντανη εκείνη, με το κόκκινο πουλόβερ, γονατιστή στον διάδρομο, ένα χαμόγελο κατάφωτο.

Έκλεισε το τετράδιο, έπλυνε την κούπα. Έσβησε τα φώτα, έμεινε μια στιγμή αμίλητος, ακούγοντας το σταθερό χτύπο του ρολογιού, τον αέρα να θροΐζει, τις σκιές των οχημάτων απ τον δρόμο.

Αύριο μια νέα μέρα. Με δημητριακά φράουλα ή μπανάνα, πάντα το ερώτημα· με περίπατους που θα μαζεύουν θησαυρούς απ το πεζοδρόμιο, με γέλιο στην κυνηγητή κι οικοδόμηση φρουρίων από μαξιλάρια. Με κλάματα αν στραβοπατήσει, με αγκαλιές παρηγοριάς, με την βραδινή ομολογία: «Σ’ αγαπώ, μπαμπά».

Με ζωή. Με αγάπη.

Και αυτό ήταν το πιο σπουδαίο.

Oceń artykuł
Εσύ είσαι ο κόσμος μου