Manolis καθόταν σε μια γωνιά και έκλαιγε με λυγμούς. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε κάνει λάθος. Γιατί οι γονείς του τον εγκατέλειψαν και τον πήγαν σε ορφανοτροφείο; Πάντα τους αγαπούσε πάρα πολύ και τους άκουγε.
Η βιολογική του μητέρα τον εγκατέλειψε κατευθείαν στο μαιευτήριο. Μετά τον υιοθέτησαν η Ελένη και ο Γιώργος. Δεν μπορούσαν να κάνουν δικά τους παιδιά, οπότε πήραν το μικρό από το ορφανοτροφείο. Αλλά ο Γιώργος ποτέ δεν κατάφερε να αγαπήσει το αγόρι. Πάντα ένιωθε πως ήταν το παιδί κάποιου άλλου, όχι το δικό του. Η Ελένη από τη μεριά της, το αγάπησε από την αρχή, το φρόντισε, το αγκάλιασε, αλλά και πάλι κάτι της έλειπε για να νιώσει πραγματική μητέρα του.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Μανώλης μεγάλωσε μέσα στην οικογένεια, τους αγαπούσε πολύ. Μια μέρα, η Ελένη έμαθε πως ήταν έγκυος και δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της. Όταν το είπε στον Γιώργο, και οι δύο πέταγαν στα σύννεφα.
Μετά όμως, οι γονείς του άρχισαν να μην του δίνουν σημασία. Ο Μανώλης τους ενοχλούσε, τους φαινόταν βάρος. Ο Γιώργος άρχισε να του φωνάζει και κάποιες φορές να τον χτυπάει. Πλέον δεν τον ήθελαν, τους ήταν αρκετό το γεγονός ότι θα αποκτούσαν δικό τους παιδί. Έτσι αποφάσισαν να τον επιστρέψουν πίσω στο ορφανοτροφείο. Έγραψαν και υπέγραψαν παραίτηση και το δικαστήριο τους αφαίρεσε τα γονεϊκά δικαιώματα.
Μετά τη δίκη, η Ελένη ήρθε κοντά στο μικρό, τον κοίταξε και του είπε πως θα έπρεπε να ζήσει πάλι στο ορφανοτροφείο. Ο Μανώλης έκλαιγε, φώναζε «μαμά», αλλά εκείνη απλά γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Ήταν μόνο πέντε χρονών όταν προδόθηκε για δεύτερη φορά. Μια από τη βιολογική του μάνα, και μία τώρα από τους θετούς του γονείς.
Η δικαστής που έβγαλε την απόφαση, η κυρία Κατερίνα, τα έβλεπε όλα αυτά και ούτε η ίδια άντεξε. Πήγε στη γυναίκα από το ορφανοτροφείο και της είπε ότι θέλει να υιοθετήσει τον μικρό. Δεν ήθελε να τον δει να υποφέρει κι άλλο. Η Κατερίνα κατάφερε και έκανε γρήγορα όλα τα χαρτιά που χρειαζόταν και πήρε τον Μανώλη σπίτι της.
Από εκείνη τη μέρα του μίλαγε τρυφερά και τον φώναζε «Μανωλάκη». Ο μικρός δεν άργησε να την αγαπήσει σαν πραγματική μαμά και να ξεχάσει τους προηγούμενους. Τα χρόνια πέρασαν, ο Μανώλης τα πήγαινε περίφημα στο σχολείο, τελείωσε το λύκειο με άριστα, μπήκε ιατρική, κι όταν αποφοίτησε τον ζήτησαν σε μια εξαιρετική κλινική στην Αθήνα.
Μια μέρα στη δουλειά του ήρθε ένας άντρας που αμέσως τον αναγνώρισε ήταν ο Γιώργος, ο πρώτος θετός του πατέρας. Του είπε ότι η Ελένη πέθανε στη γέννα και το μωρό γεννήθηκε νεκρό. Από τότε άρχισε να πίνει, αλλά κάποια στιγμή γνώρισε τη Σοφία, που τον βοήθησε να το ξεπεράσει και να βρει ξανά το δρόμο του.
Έτσι ξαναβρέθηκαν οι δυο τους. Αν και ο Μανώλης θυμόταν ακόμα όλα τα άσχημα που είχε ζήσει, δεν ξέχασε ποτέ τον όρκο που είχε δώσει ως γιατρός τον γνωστό όρκο του Ιπποκράτη. Βοήθησε τον παλιό του πατέρα, δίχως να κρατήσει κακία. Η ζωή είχε ήδη τιμωρήσει τον Γιώργο και την Ελένη για όσα του έκαναν.
Ο Μανώλης φέρθηκε ώριμα δεν κράτησε μίσος ούτε ζήτησε εκδίκηση. Η ίδια η ζωή είχε δώσει ήδη τα μαθήματα που έπρεπε. Γιατί όλοι ξέρουμε στην Ελλάδα, ότι τα ορφανά δεν πρέπει κανείς να τα αδικεί.





